Ελένη Μπάλιου-διήγημα short stories

 
Home - refene.com
Ελένη Μπάλιου - Homepage
ΑΣΤΟ 14-08-02
ΤΟ ΛΑΘΟΣ
ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ
Αργύρης και Σπάρτακος 27-03-02
 Ρεπορτάζ  06-06-02
Ο σφάχτης. 07-07-02
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
Το νυχτοπούλι και η γυναίκα. 02-02-03

Ο σφάχτης.

 Εκείνος ο σφάχτης στο γοφό. Τι δεν έκανα. Κομπρέσσες με πάγο και τρίψιμο και ακινησία. Ακινησία στο κρεβάτι του Φραγκενστάιν. Γιατί κάποιος πρέπει να φταίει για όλα. Κάποιος. Εγώ να μην είμαι. Γιατί χρωστάω πολλά και δεν μου φτάνει αυτή η ζωή να ξεπληρώσω. Κολοπόνε!

Ούτε να φανταστώ δεν μ’ αφήνει πως θα ήτανε η ζωή μου χωρίς τα χρωστούμενα αλήθεια. Ξοφλημένα γραμμάτια στ’ ονομά μου που έχουν επικηρύξει την ανεμελιά των  απογευματινών στη κυκλαδίτικη βεράντα και ευφρόσυνη η μυρωδιά του γιασεμιού χρωματίζει τις σταγόνες που κρέμονται στα φύλλα της πανάρχαιας αναβολής.

Καταραμένε πόνε!

Γιατί είναι μεγάλη τύχη η αναβολή όταν σου τύχει, μεγάλη τύχη.

Σκέψου. Αποκλείει αυτομάτως όλες τις άλλες περιπτώσεις ματαίωσης.

Και σε γλυτώνει από την έφοδο των πιράνχας.

Καταραμένε Φραγκενστάιν. Δεν σού φτανε εκείνο το ξόανο που θέλησες να ζωντανέψεις, έπρεπε να θυσιάσεις κι εμένα στις ορέξεις του;

Δεν το ήξερες ξεμωραμένε επιστήμονα ότι θα μ έβρισκε η μυρωδιά του; Και να τώρα που όρμηξε μέσα από τα κουκούλια της μνήμης, χωρισμένο σε άπειρες, μικρές, ενοχλητικές, ενοχικές, παραπλανητικές, σαδιστικές, κωφάλαλες και σαρκοφάγες θηλυκές σκέψεις, έτσι για να ξεχωρίζουμε την ακεραιότητα των υπολοίπων, όρμηξε ένα σε χίλια, να με κατασπαράξει μόλις με είδε  να αυτοσυγκεντρώνομαι.

Ο γκουρού θεραπευτής μας έλειπε.

Εγώ ήθελα μόνο έναν γοφοθεραπευτή μα με γελάσαν.

Τώρα πετάω τα ματζούνια στο νερό που κοχλάζει και με την κουτάλα μαζεύω από τα τοιχώματα της κατσαρόλας τα πιράνχας.

Καταραμένα κι αυτά.

Που να’ ξερες τι δημιουργησες! Τι μεταλλαγμένα πιράνχας είναι αυτά; Προμηθέας κατάντησα. Και κάθομαι και γελοιοποιούμαι με μια μυγοσκοτώστρα, χτυπώ το κορμί μου να τα σκοτώσω τα σπονδυλωτά τέρατα, να! πάνω στο γόφο και δώστου! το ξέκανα το μερί μου.

Πονάω λέω!

Αλλά το λέω από μέσα μου γιατί ξέρεις τι έπαθε η άλλη που το έλεγε απέξω της; Που να ξέρεις. Εσύ ήσουν ταγμένος στην επιστήμη της αλχημείας, ας πουν ότι θέλουν για την ασχετοσύνη μου, σημασία έχει ότι δεν ξέρεις τι θα πει ούτε κοινωνιολογία, ούτε ψυχολογία του υποκειμένου, και πολύ χειρότερα του αντικειμένου. Καλά την έβγαλες.

Καμιά σχέση βέβαια μ’ αυτό που έπαθε η άλλη...

«Έρχεταιιιι» φώναζε κι έκανε πατινάζ στα πλακάκια του πατώματος, γιατί εννοούσε τον εαυτό της και όχι το φαγητό πως έρχεται κι ας λέει ότι θέλει ο άντρας μου ο αποχαυνωμένος,  έρχεται κι έρχεται, πέφτει κάτω, σπάει το γοφό της κι έρχεται τελικά το ασθενοφόρο.

Φώναζε αυτή, Πονάωωωω! -Μάλιστα κυρία μου της είπε ο μεταφορέας άπαξ. -Πονάωωω ρεεεε! -Υπομονή κυρία μου, ξανακόπιασε αυτός. Έφτασε και μέχρι τους γιατρούς, που να την πιάσεις χωρίς να ουρλιάξει; της χτυπούν μια ηρεμιστική  και την αφήνουν να αναρρώσει στο κρεβάτι.

-Πονάω και σημασία δεν μου δίνει κανείς εδώ μέσα! Φώναξε πάλι όταν ξύπνησε. -Το ξέρουμε κυρία μου. -Ε, και τι κάνετε; -Σας βοηθάμε να το αντιμετωπίσετε...

Δεν καταλάβαινε από τέτοια βοήθεια η κυρία. Έχασαν την υπομονή τους οι γιατροί, της βγάζουν εξιτήριο τη δεύτερη βδομάδα. Νησί εδώ κι αυτή την πήγαν κουβαλητή με το πλοίο και κουβαλητή ανέλαβαν να την ξαναστείλουν πίσω.

-Μη με κουνάτε πονάω! Μη πάτε γρήγορα πονάω! Μη γελάτε , μη βήχετε, πονάω.

Κατεβαίνουν από το ασθενοφόρο οι τραυματιοφορείς, κατεβάζουν κι αυτήν και την αδειάζουν από το φορείο στο λιμάνι και.... φύγανε. Με το άδειασμα αυτό, ξανάσπασε ο γοφός της και οι άνθρωποι οι ανίδεοι που τρόμαξαν από τα ουρλιαχτά, κάλεσαν ένα άλλο ασθενοφόρο που ήρθε και την πήρε και την ξαναπήγε στο ίδιο νοσοκομείο απ όπου την έδιωξαν, μαντέψτε τη συνέχεια....

Εγώ αυτή την ιστορία την έμαθα πριν παλουκωθώ στο κρεβάτι κι ευτυχώς που ήταν πριν κι όχι μετά, γι αυτό και άχνα δεν βγάζω.

Και οι γιατροί που ήρθαν εδώ και με είδαν, είπαν τι καλό κορίτσι που είμαι και τι ψυχή που την έχω και με συμπόνεσαν πολύ. Εξαιτίας της συμπάθειας με συμβούλεψαν να μην πάω στο νοσοκομείο, αλλά να καθίσω εδώ ακούνητη μέχρι να το πάρει απόφαση να λυθεί το νεύρο.

Αλλά  είναι το άτιμο ένα αναποφάσιστο νεύρο κι όχι μόνο αυτό, μου έφερε εξαιτίας της απραξίας κι ένα σωρό άλλα αναποφάσιστα χαμόγελα σε παράταξη μπροστά μου, των ανθρώπων που στα μεγάλα Ναι, κρυφοψήφισαν τα μεγάλα Όχι κι άλλων που στάθηκαν αμήχανοι σαν χάνοι να με κοιτάζουν, όταν τους έλεγα πως ο χορός της κοιλιάς, αρχίζει από τη γλώσσα.

Ψιλά τα γράμματα και που να τα πιάσουν, αχ, να σε είχα εδώ να μου έφερνες λίγο νερό και να μου ανασήκωνες το μαξιλάρι και να κάθεσαι σούζα στον παραμικρό μορφασμό μου, που νόμιζες πως θα ζήσω για πάντα να κάθομαι  να σε περιμένω, μαλάκα!

Να ένα μικρό δείγμα των δαγκωματιών που αφήνουν πάνω στο μερί μου τα άτιμα μεταλλαγμένα σπονδυλωτά κι όχι ότι θα κολλήσουμε σ’ αυτό τώρα, αφού δεν προλαβαίνω να κοπανάω με τη μυγοσκοτώστρα.

Αλλά που θα πάει; Δεν θα σηκωθώ πάνω; Δεν θα περπατήσω ξανά; Θα σου πω εγώ τότε τι θα τις κάνω τις φυλλάδες με τις ασκήσεις αναπνοής και τα σχόλια του απέναντι στον δίπλα, ότι σηκώνω το πόδι μου στον αέρα, όχι για να ξεμουδιάσει όπως λέω, αλλά για να εξάψω τη φαντασία του. Ιδέα δεν έχει τι θα πει εξάπτω την φαντασία ο  ηλίθιος, αλλά βρήκε την ώρα. Προς το παρόν θα κάνω το κορόιδο και σ’ αυτόν και στο σύλλογο τον πολιτιστικό που το γύρισε σε εκλογική παράταξη και ανακάλυψε πως μπορεί να λειτουργήσει και χωρίς εμένα.

Φτάνει να βγάλουνε το δικό μου κείμενο από  την προπαγανδιστική τους ταινία και να βάλουν ένα δικό τους. Ούτε όνομα κειμενογράφου δεν βάλανε οι άχρηστοι. Ομαδική δουλειά την είπανε. Και γώ όταν ήρθαν εδώ να με συλλυπηθούν τους ρώτησα. Μπας σκουπίσαμε όλοι μαζί τη λέσχη; Η πλύναμε τα ποτήρια του υποψήφιου δημάρχου, -όλοι μαζί παιδιά άντε να τελειώνουμε; Κι να η απάντηση, «Τι ήθελες, να σου στήσουμε κι άγαλμα;» Πιράχνα βαρβάτο αυτό, χτύπα χτύπα. Την κοινωνία μου μέσα, μου τέλειωσαν και τα ματζούνια.

Α να, έχω ένα ακόμα τελευταίο. Το λένε, κοινωνική συνείδηση, ναι.

Καμιά σχέση με τα ποτήρια του δημάρχου και τα κείμενα της κουτσής.

Είναι ένα ματζούνι  που σε γλυτώνει από πολλά ντράβαλα της φραγκενσταϊνικής μιζέριας και σε εκτοξεύει στο άπειρο της οικουμενικής μιζέριας. «Σκάσε ρε! Ο κόσμος θα βρει τη λύση του, κοίτα κι εσύ να βρεις τη δική σου...».

Τώρα αυτό τι ήταν πιράνχα; Να το σκοτώσω ή να τ’ αφήσω;

Σιχτίρ! Άρχισαν να πονηρεύουν. Χαμαιλέοντες. Γίνονται ένα με το χρώμα που η ευφρόσυνη μυρωδιά προσδίδει στις δροσοσταλίδες της σκέψης, με σκοπό να ξεγελάσουν τις αντιστάσεις.  Ξουτ ξουτ!

Σιγά μην κάτσω να σκεφτώ και τη λύση μου τώρα. Σάματις με σκέφτηκε ποτέ εκείνη;

Αχ, πονάω........


last updated23/01/2004 08:10:04 μμ
c