Ελένη Μπάλιου-διήγημα short stories

 
Home - refene.com
Ελένη Μπάλιου - Homepage
ΑΣΤΟ 14-08-02
ΤΟ ΛΑΘΟΣ
ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ
Αργύρης και Σπάρτακος 27-03-02
 Ρεπορτάζ  06-06-02
Ο σφάχτης. 07-07-02
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
Το νυχτοπούλι και η γυναίκα. 02-02-03

Το νυχτοπούλι και η γυναίκα. 

Το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι, ζούσε σ’ ένα μέρος που ονόμαζαν παράδεισο κι ελεύθερο πετούσε στην επικρατειά του γιατί πιο πέρα απ’ αυτήν δεν ήξερε να ζήσει.

Το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι, είχε εναρμονιστεί με τ’ άλλα πουλιά του κήπου και τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που έπαιζαν κρυφτό καθώς και με τους στεναγμούς των ερωτευμένων.

Σ’ αυτό το μέρος ο έρωτας ήτανε χαρά και έτσι ο κάθε στεναγμός χαρούμενος ήχος ήταν, νερά των ρυακιών παρέσυραν νούφαρα παραμυθένια και πάνω στο καθένα τους ήταν καθισμένες ντυμένες αχνά χρώματα οι πληρώσεις, που νύμφες ονείρων χόρευαν για τα κλειστά μάτια των ευτυχισμένων.

Κι έτσι το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι με τη μίμηση των ήχων της ευτυχίας έφτιαχνε μια ηχητική τραγωδία, γεμάτη απ’ τα συναισθήματα των ανθρώπων που κόλλαγαν πάνω στα τοιχώματα του κήπου, και προσπαθούσαν να εισχωρήσουν μέσα του χωρίς ελπίδα. Είχαν φωνές αυτά τα συναισθήματα και χρώματα μουντά, ακόμα κι αν κατάφερναν να εισχωρήσουν θα γίνονταν αμέσως αντιληπτά και θα τα εξολοθρεύαν, γι’ αυτό και το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι είχε αναλάβει μες το τραγούδι του να τα συμπεριλάβει, και ήταν ο μόνος τρόπος για να λάβουν υποψία οι εντός, το πόσο φορτωμένος ήταν ο κόσμος των εκτός, από απουσία.

Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει αν το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι ήταν ευτυχισμένο, εφόσον γλυκιά θλίψη σκορπούσε το κελαηδά του, μέσα σ’ αυτό το μέρος που η μόνη επαφή των όντων με τη θλίψη, ήταν ο ήχος που τα δειλινά παραγκώνιζε τα γάργαρα γέλια, και ακουγόταν μόνος του στην κάθε γωνιά του ονειρεμένου κήπου.

 

Δεν καταλάβαινε η ειρήνη τους ήχους του πολέμου και την επαφή των μετάλλων, το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι φρόντιζε μόνο το συναίσθημα να παίρνει γιατί αλλιώς θα τρόμαζαν τα εντός του κήπου όντα.

Το ίδιο έκανε και με τα συναισθήματα  που γεννούσε η πείνα και η σκληρότητα που διαλέγει να ζει με τον πλούτο, το ίδιο έκανε και με τα συναισθήματα που γεννούσε η δίψα, κι αυτή η έλειψη αέρα, που τα εκτός του κήπου όντα βίωναν καθημερινά.

 

Δεν είναι ν’ απορεί να κανείς που όλα κατέληγαν πεταλίδες του ονείρου.

Το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι, δεν θα τολμούσε να εγκαταλείψει τον κήπο, αν ο κήπος δεν τ’ αποφάσιζε μια μέρα να μετακομίσει.

Κανείς δεν έμαθε που έχει πετάξει, σε ποια γωνία του σύμπαντος είχε εγκατασταθεί, ούτε και το γιατί άφησαν πίσω το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι. Αλλά βρέθηκε μόνο του. Πολλοί εικάζανε πως ήταν ένα δώρο, κάτι που άφησαν πίσω τους οι εντός του κήπου, για να παρηγορούνται οι απέξω ακούγοντας τη φωνή του ή να λυπούνται που δεν έμαθαν ποτέ το σύνθημα που άνοιγε τις πύλες.

Γιατί το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι κελαηδούσε τώρα μονάχα με τη μνήμη των ήχων, χωρίς την εικόνα της πηγής τους, και από τα συναισθήματα των  έξω, έκανε  γέφυρα μόνο τη νοσταλγία ανάμεσα στους δυο κόσμους.

Το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι ξεψυχούσε. Τροφή δεν έβρισκε σωστή, νερό να δροσιστεί και να υγράνει το λαρύγγι, έπρεπε να δεχτεί το θάνατο για λύση, η να προσαρμοστεί στον κόσμο των απέξω και περίμενε το δειλινό  να το ρωτήσει, για το ποια θα ήταν η καλύτερη απόφαση.

Αλλά το δειλινό κάθε μέρα αργούσε περισσότερο. Κι όταν τελικά απλωνόταν στους γυμνούς λόφους, λίγο κρατούσε, ενώ η φωνή του πουλιού που ονόμαζαν αηδόνι απλωνόταν  στους κάμπους και στις πόλεις, αλλά ήταν πια φωνή πουλιού διψασμένου, και στριγγός έβγαινε ο ήχος, κι έτσι προσμένοντας το γλυκό φως της σελήνης εκείνο συνέχιζε, γιατί μόνη αυτή φρόντιζε να του δείχνει τις λιγοστές πηγές του νερού. Ο ήλιος παράφορος εχθρός της φωνής του είχε αποδειχτεί και το πουλί που ονόμαζαν αηδόνι αποφάσισε να ζήσει σαν ένα πουλί που όλοι έμαθαν πια ν’ αποκαλούν «νυχτοπούλι».

Δεν έχει πια ήχο γλυκό η  φωνή του, δεν καταφέρνει κανέναν να παρηγορήσει, και τα όντα που έμαθαν να κλείνουν τ’ αυτιά τους στο τραγικό τσιριχτό του, ξέχασαν τη θλίψη του χαμένου κήπου, κι έστησαν μόνο ένα μνημείο για τις πεταλίδες του ονείρου, που και σ’ αυτές άλλαξαν όνομα, τις είπαν ουτοπίες.

Μια νύχτα πάνω στη βεράντα ενός σπιτιού όπου καθόταν μια γυναίκα μόνη, το νυχτοπούλι προσγειώθηκε και την κοίταξε στα μάτια.

Καθώς μέσα τους καθρεφτιζόταν  η σελήνη, το πουλί ένιωσε κάτι κοινό, ήρθε κοντύτερά της και άρχισε να λούζεται στα ρυάκια του προσώπου της, άρχισε να πίνει από τις λίμνες της θλίψης, και όταν απόηπιε και πρόσκαιρα συνήλθε, κάθισε απεναντί της και της είπε.

«Κάποια μέρα, θα επανέλθει η μνήμη των πολλών υπολοίπων. Όταν θα γίνει αυτό θ’ αναζητήσουν τον  κήπο, κι αυτή τη φορά θα γνωρίζουν και τον τρόπο εισόδου. Όταν δεν θά χει απομείνει τίποτε να καταστρέψουν αρπαζοντάς το, θα στραφούν στους εαυτούς τους. Και μόνος του τον εαυτό του κανείς δεν μπορεί ν’ αρπάξει, παρά μονάχα να δώσει…»

Ύστερα το νυχτοπούλι απότομα τίναξε τα φτερά του και πετώντας κάτω από το φως της σελήνης θεόρατο έμοιαζε, που η γυναίκα τρόμαξε πως θα καταπιεί το φεγγάρι, αλλά το είδε μετά να μικραίνει ξανά και λίγο πριν χαθεί άφησε τον πιο γλυκό ήχο της αιώνιας νύχτας, ολόιδιο με τον ήχο του πουλιού που ονόμαζαν αηδόνι.

Η γυναίκα που στη βεράντα καθόταν μόνη, έκλεισε την καρέκλα της και με τη συνοδεία της αηδονίσιας λαλιάς, προχώρησε στο εσωτερικό της σύμπαντης λίμνης. Οι διαρροές εκεί απαγορεύονταν.

Την άλλη μέρα, σαν  πουλί τραγούδησε. Σαν αηδόνι.

Και ποτέ κανείς δεν κατάλαβε αν είναι ευτυχισμένη, ούτε ποτέ κανείς  κατάλαβε, τι καρτεράει… 


last updated23/01/2004 08:10:04 μμ
c