Ελένη Μπάλιου-διήγημα short stories

 
Home - refene.com  
Ελένη Μπάλιου - Homepage  
Και η βέρα στη σούπα 11-10-05
ΑΣΤΟ 14-08-02
ΤΟ ΛΑΘΟΣ  
ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ  
Αργύρης και Σπάρτακος 27-03-02
 Ρεπορτάζ  06-06-02
Ο σφάχτης 07-07-02
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ  
  Το νυχτοπούλι και η γυναίκα. 02-02-03
 

Η νύχτα με τα πεφταστέρια

 

Παράνομη ευχή

Ο Αυγουστής και η Μαρουσώ αποφάσισαν να επισκεφτούν χειμώνα τους φίλους τους στις Βρυξέλλες. Στην πραγματικότητα οι τελευταίοι, ήταν πελάτες τους και νοίκιαζαν κάθε καλοκαίρι το διαμέρισμα Νο 12, που από το μπαλκόνι του, όταν ξαστέρωνε ο καιρός, μπορούσες να δεις τα κοντινότερα νησιά, μέχρι τα Κουφονήσια. Η Μαρουσώ δεν είχε ξαναβγεί από την Ελλάδα, ίσαμε την Αθήνα είχε φτάσει η χάρη της μερικές φορές, η μια απ’ αυτές ήταν για την προετοιμασία του γάμου της. Δεν της έλειπε όμως καθόλου ο έξω κόσμος. Το καλοκαίρι πνιγόταν στη δουλειά με τα παραλιακά ενοικιαζόμενα και το εστιατόριο που στον ίδιο χώρο είχαν. Μπάνιο στη θάλασσα τα τελευταία δέκα χρόνια δεν είχε κάνει.

Ο Αυγουστής όλο και κάπως τσιλημπούρδιζε. Κάτι για να βρει τους προμηθευτές, κάτι για να φτιάξει ένα μηχάνημα που χάλασε, κάτι για να φέρει πελάτες από το λιμάνι, είχε μια μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Τα βράδια μάλιστα που η Μαρουσώ ήταν πεθαμένη στην κούραση, αυτός είχε διάθεση και για παιχνίδια. «Ωχ καημένε, άσε με πια να κοιμηθώ, εσύ δα όλο περαντζάδες μου είσαι κι μου’ ρχεσαι μετά ορεξάτος. Ρώτα και τσ’ άλλοι».

Ο Αυγουστής όμως δεν ήταν από κείνους που καταλάβαιναν από όχι, κούραση και άρνηση. Από δω τη πιλάτευε από κει την έφερνε, κατάφερνε στο τέλος πάντα να πάρει τη λιχουδιά του και να την αποκάμει, μόνο που τότε εκείνος έπεφτε αμέσως για ύπνο κι άρχιζε το ροχαλητό, ενώ η Μαρουσώ, έβγαινε στο μπαλκόνι κι αγνάντευε τη σκοτεινή θάλασσα.

«Άντρες δα. Φυλούν τη δυναμή τωνε ούλη για το κρεβάτι. Και μόλις την ξοδέψουνε ναι τσι κουνηθούν λίγο, πάνε και ξεραίνονται λες κι ήσκαβαν τα χωράφια τωνε. Πως τα ήκαμαν πως τά’ φερναν οι προγονοί μας, που ήσκαβαν στ’ αλήθεια κι ξεπετούσαν και έξι εφτά παιδιά ο καθένας; Τώρα ίσα που σκαρώνουν δυο και τσι βλέπεις να’ ναι ψόφιοι».

Ξαφνικά ο ουρανός γέμισε πεφταστέρια. Η Μαρουσώ ενθουσιασμένη έτρεξε μέσα στο σπίτι.

«Ξύπνα Αυγουστήμ, ξύπνα να ιδεις. Σαν πυροτεχνήματα είναι, αστέρια πέφτουν παντού, έλα να κάνουμε μαζί μιαν ευκή.

-Άσε με μωρή να κοιμηθώ, θεόμουρλη! Εσύ πριν από λίγο δεν μπορούσες ν’ ανοίξεις τα μάτια σου, τώρα κάθεσαι και κοιτάζεις τον ουρανό; Πέσε για ύπνο, έχουμε να ξυπνήσουμε νωρίς.

-Έλα βρε άχρηστε σου λέω, πότε θα το ξαναδούμε αυτό; Είναι η μέρα σήμερα σπουδαία σου λέω.

-Κοίτα τα μόνη σου και πέστα μου αύριο. Εγώ τώρα δε σηκώνομαι, καληνύχτα».

Ο Αυγουστής γύρισε από την άλλη κι άρχισε πάλι να ροχαλίζει. Τότε η Μαρουσώ έκανε μόνη της την ευχή, να πάνε το χειμώνα στις Βρυξέλλες για να δουν τους φίλους τους, να περπατήσει στα μαγαζιά, να ψωνίσει τα καλύτερα ρούχα και τα καλύτερα παπούτσια, να τριγυρίσει την πόλη του Βελγίου, να βγάλει φωτογραφίες με τον Αυγουστή αγκαλιά, να κάθεται και να της φέρνουν το πρωινό, να κάνει ένα διάλειμμα απ’ όλα αυτά, να νιώσει για λίγο τη ζωή της διαφορετική.

Της μπήκε στο μυαλό αυτό τη νύχτα με τα πεφταστέρια και δεν της ξαναβγήκε μέχρι την ημέρα που πραγματοποίησε το ονειρό της.

Ο Αυγουστής στην αρχή όταν το άκουσε γέλασε, δεν περίμενε πως η γυναίκα του θα είχε ποτέ την επιθυμία να γνωρίσει τον έξω κόσμο, αλλά και κείνος που μπροστά της φαινόταν κοσμογυρισμένος, στριμώχτηκε. Βρυξέλλες ειν’ αυτές, δεν είναι παίξε γέλασε. «Εκεί δα κυκλοφορούν όλοι οι λεφτάδες. Τι ρούχα να πάρουμε, τι λεφτά να κρατάμε, θα είναι ακριβά, θα μας ξεπαραδιάσουν. Ότι βγάλαμε το καλοκαίρι θα μας τα φαν’ αυτοί». Σκεπτόταν.

Που να’ ξερε πως θα του ξελόγιαζαν και τη γυναίκα. Την όμορφη και αγνή στην ψυχή Μαρουσώ.

Του είχε πει τις ευχές που έκανε τη νύχτα με τα πεφταστέρια. Λένε πως άμα λες σε άλλον τις ευχές σου, δεν πραγματοποιούνται. Αλλά από τη στιγμή που τον έπεισε να κάνουν αυτό το ταξίδι, ήταν σίγουρη πως αυτό θα πραγματωθεί. Εκείνη την ευχή όμως που αφορούσε τα ρομαντικά της όνειρα, δεν του την είπε. Γιατί η Μαρουσώ ονειρευόταν κι ονειρευόταν πολύ.

Στο αεροδρόμιο είχαν καθυστέρηση, εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε βγάλει από το πρόγραμμα όλες τις άλλες πτήσεις. Η Μαρουσώ είχε κατατρομοκρατηθεί, το ίδιο και ο Αυγουστής που της πρότεινε να το ξεχάσουν και να γυρίσουν στο νησί. «Α, μα αυτό δεν γίνεται. Κάναμε τόση προετοιμασία, δεν γίνεται να ξεσηκωθούμε χωρίς λόγο. Που θα ξαναβρούμε την ευκαιρία; Πρέπει να ξεπεράσουμε το φόβο μας και να πάμε» Επέμενε εκείνη ανήσυχη για τις αποφάσεις του συντρόφου της.

Για άλλη μια φορά τον έπεισε να συνεχίσουν το ταξίδι. Γιατί στην πραγματικότητα, «Οι άντρες δα είναι σαν τα μικρά παιδιά. Με λίγη μαλαγανιά, τσι κάνεις ότι θέλεις. Και άστοι να παριστάνουν τα αφεντικά και να γαβγίζουν σαν σκύλοι τον υπόλοιπο καιρό. Το έχει ανάγκη ο εγωισμός τωνε».

Αυτή τελικά τον κατάφερε να φύγουν. Κι αν ήταν να πέσει το αεροπλάνο τους ε, θα πήγαινε ακολουθώντας το όνειρο της κι όχι καμπουριασμένη πάνω από έναν κουβά να κόβει πατάτες. Νισάφι με τον τουρισμό.

Στο αεροπλάνο κάθε λίγο, τον ρωτούσε.

«-Κοντεύουμε Αυγουστή μου;

-Που να ξέρω ρε Μαρούσω; Στο πλοίο είμαστε, να βλέπω από πού περνάμε; Δεν έχουν κι αριθμό τα σύννεφα να πάρει ο διάβολος μέσα ναι.

-Μη βρίζεις, πάψε πια μέσα εδώ, θα μας φέρεις γρουσουζιά. Τι ώρα είναι;

-Ώρα να σωπάσεις κι εσύ. Αν όλα πάνε καλά θέλουμε ακόμα μισή ώρα. Έτσι λέει το ρολόι μου.

-Καλά θα πάνε, γιατί να μην πάνε καλά Αυγουστή μου; Λες να γένει καμιά αεροπειρατία;

-Όλα μπορούν να γενούν. Έδα οι άλλοι, παραμονή της Παναγιάς και πήγανε δα σκαστοί.

-Είχε τελειώσει το λαδάκι τους Αυγουστή μου.

-Όχι ζαβή, είχε τελειώσει το φιλότιμο των ανθρώπων της εταιρείας. Δεν ακούς και τις ειδήσεις.

-Τι να ακούσω; που κάμουνε την τραγωδία σήριαλ; Να μου λείπει, άλλωστε δεν προλαβαίνω. Εσύ έχεις χρόνο γι’ αυτά.

-Από δω το πας από κει το πας, εμένα κατηγορείς στο τέλος. Α, σταμάτα αυτή την κουβέντα.

-Δεν σε κατηγορώ βρε άντρα μου, σου είπα εγώ ότι φταις εσύ για το αεροπλάνο πού’ πεσε ναι;»

Οι συνεπιβάτες στα πίσω καθίσματα διασκέδαζαν αφάνταστα. Ο Αυγουστής γύρισε και τους μίλησε. «Πέρσι με τη μεγάλη νεροποντή, πλημμυρίσαμε. Η Μαρουσώ βλέποντας στο μαγαζί να κολυμπάνε όλα, άρχισε να σκληρίζει. «Άχρηστεεε! Σου’ λεγα, βάλε μονωτικό στις πόρτες και τα παράθυρα, να μην περνάει το νερό στο υπόγειο. Να τώρα να! Φάτα!» Δηλαδή και για την πλημμύρα έφταιγα εγώ».

Με τα σοβαρά και τα χωρατά των δύο, πέρασε η ώρα και το αεροπλάνο προς μεγάλη ανακούφιση όλων, προσγειώθηκε. Οι φίλοι τους, τους υποδέχτηκαν στην αναμονή. Το όνειρο της Μαρουσώς μόλις άρχιζε.

Στη χώρα αυτή, έκανε πολύ κρύο και τα ρούχα τους ήταν ελαφριά. Δεν φανταζόντουσαν πως τέτοια εποχή θα πέσουν επάνω σε βαρυχειμωνιά. Έπρεπε να αγοράσουν χοντρά τζάκετ το συντομότερο και ήταν το πρώτο που θα φρόντιζαν μετά την ξεκούραση από το ταξίδι τους.

Στο σπίτι του Ρίτσαρντ και της Χάνσι, ήταν ζεστά και αναπαυτικά. Κάθισαν μπροστά στο αναμμένο τζάκι, ήπιαν τον καφέ τους, έφαγαν κινέζικο που παρήγγειλαν από ένα εστιατόριο κι άκουγαν το ζευγάρι να τους δίνει πληροφορίες για τα μέρη τους. Η Μαρουσώ, έκλεισε τα μάτια της κι αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Ανάμεσα στον ύπνο και τον ξύπνιο της, άκουγε τον Αυγουστή να λέει ιστορίες από το νησί στους οικοδεσπότες του, άκουγε τα σχόλια των άλλων και τα γέλια τους, ενώ την ίδια στιγμή ονειρευόταν πως εκεί μπροστά της, κάποιος την καλούσε να ζωντανέψει την καρδιά της. Δεν ξεχώριζε πρόσωπο, μόνο μια αχνή και οικεία φιγούρα, λουσμένη με το φως της προσδοκίας της.

Ο Αυγουστής ήταν καλός στις περιγραφές. Μίλαγε για ώρα και αθελά του έκανε τη φωνή του οδηγό στο ταξίδι της. Όταν ξύπνησε, της πρότειναν αμέσως να κάνουν μια περιήγηση στην πόλη. Μπήκαν και οι τέσσερις στο αμάξι και ξεκίνησαν. Ήταν μια όμορφη και πεντακάθαρη πόλη. Τα σπίτια φροντισμένα ομοιόμορφα και με ελκυστικές λεπτομέρειες. Τόσο πράσινο δεν είχε ξαναδεί στα μάτια της η Μαρουσώ. Οι δρόμοι της αγοράς ήταν σαν παραμύθι. Τι ήθελες και δεν το έβρισκες εκεί πέρα. Μπήκαν σε ένα μαγαζί που πουλούσε πανωφόρια. Διάλεξαν δυο πουπουλένια ζεστά τζάκετ και τα έδειχναν στους φίλους τους, όταν άκουσαν ελληνικές φωνές πίσω τους και γύρισαν. Δυο άντρες κοίταζαν τα πουλόβερ και σχολίαζαν μεταξύ τους στα ελληνικά. Η Μαρουσώ ενθουσιάστηκε, ο Αυγουστής ήταν συγκρατημένος. «-Μίλησέ τους Αυγουστή, Έλληνες είναι», του ψιθύρισε. «-Ε και; Όπου και να πας Έλληνες θα βρεις, πρέπει να μιλάμε σε όλους; Αυτό το κάνουμε στο μαγαζί που τους σερβίρουμε, όχι κι εδώ!

-Μίλα τους βρε ξεροκέφαλε σνομπάκια, ίσως ξέρουν να μας πουν που να πάμε σαν έλληνες να διασκεδάσουμε, εδώ οι φίλοι μας δεν καταλαβαίνουν τα γούστα μας».

Τον έπεισε λοιπόν να τους μιλήσει. Αυτοί παρά το γεγονός ότι φαίνονταν κοσμογυρισμένοι και άνετοι, έκαναν μεγάλες χαρές με το που είδαν άλλους Έλληνες δίπλα τους. Αμέσως τους πλησίασαν και συστήθηκαν. Ο Παύλος και ο Σωκράτης. Η Μαρουσώ αναγνωρίζοντας από κοντά τον Σωκράτη, ταράχτηκε, αλλά κατάφερε να το κρύψει και ρώτησε τους δυο άντρες τι ήρθαν να κάνουν στο Βέλγιο.

Επιχειρηματίες, βρίσκονταν εκεί για δουλειές. Ο Αυγουστής και η Μαρουσώ, επιχειρηματίες επίσης, βρίσκονταν εκεί για τουρισμό. Βέβαια τίποτα το κοινό δεν είχαν οι επιχειρήσεις των δύο πλευρών, αλλά αυτό δεν άλλαζε την πραγματικότητα. Οι δυο άντρες ήταν μέτοχοι εταιρίας που με το σύστημα φρανσάιζ πουλούσε τα προϊόντα της στην Ελλάδα. Η Μαρουσώ δεν ήξερε τι είναι αυτό και ο Αυγουστής της εξήγησε. Της τα εξήγησε όμως στραβά κι ανέλαβε ο Σωκράτης να κάνει τις διευκρινήσεις. Η μυστική πλευρά του ένστικτού της, ήξερε τώρα πως είναι αυτός που είχε δει στον ύπνο της .

-Να τους καλέσουμε Αυγουστή.

-Που μωρή ζουρλή, έχουμε κανένα δικό μας σπίτι;

-Να κανονίσουμε να τους δούμε έξω κάπου. Ίσως μπορούμε να συζητήσουμε για δουλειές. Έλα, ίσως μπορούμε να αλλάξουμε το μαγαζί και ξεφύγω κι εγώ από τις πατάτες και τη λάντζα. Ευκαιρία να μάθουμε.

Συμφώνησαν να βρεθούν την επομένη στο ξενοδοχείο των δυο αντρών και να πάνε μαζί σε κάποιο εστιατόριο. Θα πρότειναν στον Ριτσαρντ και τη Χάνσι να πάνε μαζί τους αν ήθελαν. Οι δυο τελευταίοι, συμπαθούσαν τους Έλληνες και βρήκαν τους δυο άντρες ενδιαφέροντες. Ακολούθησαν το ζευγάρι ευχαρίστως. Κι έτσι όλοι μαζί κάθισαν στο πολυτελές εστιατόριο και άκουγαν τις απόψεις του Σωκράτη για τα καλύτερα φαγητά του μενού. Ύστερα εκείνος σε άπταιστα αγγλικά για να τον καταλαβαίνουν όλοι, άρχισε να εξηγεί στη Μαρουσώ τι ακριβώς ήταν η επιχείρηση που έτρεχε, κι αυτή του έκανε τις χίλιες δυο ερωτήσεις γεμάτη ενδιαφέρον. Δεν το περίμενε ο Αυγουστής πως η Μαρουσώ θα είχε τόσο μυαλό για να ρωτήσει όλα αυτά τα πράγματα, έτσι που έπαιρνε κι εκείνος τώρα μιαν ιδέα γι’ αυτές τις δουλειές. «-Κοίτα να δεις η Μαρούσω! Έπρεπε να βγούμε από το νησί για να ανακαλύψω την εξυπνάδα της. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Είμαι τυχερός άντρας» Σκεπτόταν και καμάρωνε.

Δεν την καμάρωνε όμως μόνο αυτός. Την καμάρωνε και ο Σωκράτης που φρόντιζε να είναι όσο πιο διαφωτιστικός μπορούσε μαζί της, για να κρατάει το ενδιαφέρον της πάνω του και τα τεράστια μάτια της να τον κοιτάζουν με την απορία του μικρού παιδιού. Τον είχε ενθουσιάσει η αθωοτητά της. Γιατί στην πραγματικότητα η Μαρουσώ παρέμενε ένα αθώο και άβγαλτο πλάσμα. Ο Παύλος ξερόβηξε κάνα δυο φορές για να θυμίσει στο φίλο του πως υπάρχουν και οι άλλοι, έτσι εκείνος αναγκάστηκε να σταματήσει την πολιορκία. Για να στρέψει το ενδιαφέρον της συζήτησης κάπου αλλού, ρώτησε το ζευγάρι.

-Πριν από λίγες εβδομάδες είχαμε πτώση μετεωριτών που έγινε αντιληπτή κυρίως στην Ελλάδα. Πήρατε τίποτα χαμπάρι στο νησί; Εκεί θα πρέπει να ήταν απόλαυση αυτό το βράδυ.

-Πήραμε, πήραμε, εγώ στον ύπνο μου, η Μαρουσώ κάθε τόσο φώναζε και την άκουγα. Είπε πως έπεσαν πολλά.

-Έκανες κάποια ευχή γλυκιά μου κοιταζοντάς τα;» 
Τη ρώτησε δήθεν αστειευόμενος ο Σωκράτης. Αυτή κοκκίνισε και είπε πως δεν πρόλαβε. 

Φεύγοντας στο τέλος, αντάλλαξαν τα τηλεφωνά τους στην Ελλάδα και έξω από την πόρτα του εστιατορίου ο Σωκράτης, σήκωσε το χέρι της Μαρουσώς και το φίλησε ιπποτικά. «–Ένα χειροφίλημα θεέ! Ένας άντρας φίλησε το ξερό μου, ακριβώς όπως γίνεται στα έργα!»

Από τη στιγμή εκείνη η Μαρουσώ έχασε το μυαλό της.

Γύρισαν ευδιάθετοι στο σπίτι των βέλγων, αλλά από την επόμενη μέρα το κέφι της έπεσε. Βλέπεις, οι δυο πρόσφατοι φίλοι τους, επρόκειτο να επιστρέψουν στην Ελλάδα την επόμενη μέρα.

Ο Αυγουστής την πρόγκιξε γιατί έφαγε πολύ το προηγούμενο βράδυ και βαρυστομάχιασε με αποτέλεσμα να χάσει το κέφι της. Εκείνη τον άκουγε αδιαμαρτύρητα. Και ύστερα, τίποτα δεν ήθελε να δει και να γνωρίσει πια, δεν είχε αιτήματα, δεν είχε ενθουσιασμό για ότι έβλεπε γύρω της.

Η Μαρουσώ προσπάθησε να κρύψει το σαράκι που μπήκε μέσα της και να είναι ανοιχτή με όλους. Δεν έβλεπε όμως την ώρα και τη στιγμή να γυρίσουν στην Ελλάδα. Άλλωστε τώρα που ήταν εδώ, σκεπτόταν πως τα δυο τους παιδιά, ίσως δεν ήταν τόσο μεγάλα στα δεκαέξι τους, για να τα αφήσουν μόνα τους για είκοσι ολόκληρες μέρες. Ίσως έμπλεκαν με τίποτα παλιοπαρέες, ίσως ήταν λάθος που δεν τα πήραν κι αυτά μαζί. Τζάμπα έχανε τα λόγια του ο Αυγουστής να την καθησυχάζει.

Γύρισαν επιτέλους στο νησί. Καλά τα ταξίδια, ακόμα καλύτερα η πατρίδα. Ειδικά όταν σ’ αυτήν βρίσκεται και ο άντρας των ονείρων σου. Μπορεί στο νησί να μην ήταν εύκολο να τον δει, θα φρόντιζε όμως εκείνη να κάνει ένα σύντομο ταξίδι στην Αθήνα για να κάνει κάποιες εξετάσεις. Θα του τηλεφωνούσε και θα βρισκόντουσαν. Θα τον άκουγε με κείνα τα υπέροχα ελληνικά του να της μιλά και θα ήταν μόνοι τους, μακριά από άλλα βλέμματα, θα ρούφαγε διψασμένη τα κομπλιμέντα του και τον θαυμασμό στα μάτια του. Εκείνος μιλούσε τόσο ρομαντικά και την αποκαλούσε γλυκιά μου. Σίγουρα θα μπορούσε να την ταξιδέψει και μόνο με τα λόγια του, άσε που χανόταν μέσα στο βαθύ βλέμμα του, τι βλέμμα αλήθεια….σαν να ακτινογραφούσε όλο το είναι της. Σα να την διάβαζε, ανοιχτό βιβλίο. Ήξερε πολλά αυτός. Ήξερε πως ζει ο πολιτισμένος κόσμος. Και είχε έναν τέτοιο αέρα στις κινήσεις του, σα να βρισκόταν στο σπίτι του. Αριστοκρατικός, ευγενικός, έξυπνος, γοητευτικός, μπροστά του ο Αυγουστής έμοιαζε με ζώο που μόλις ξεπρόβαλλε σαστισμένο ανάμεσα στους ανθρώπους. Και έμοιαζε να είναι τόσο κοινωνικός και άνετος με τους συχωριανούς του. Εκεί στο Βέλγιο όμως, έβγαλε όλο το χωριάτικο ταμπεραμέντο του.

Ησυχία δεν έβρισκε στο χωριό μέχρι να καταφέρει να πάει μόνη της στην Αθήνα. Πήγε στο κέντρο υγείας, παραπονέθηκε για ενοχλήσεις και πόνους και μιαν ελιά που άλλαξε το χρώμα της και την ανησυχούσε. Κατάφερε να πάρει την έγγραφη σύσταση των γιατρών, να προβεί σε περαιτέρω εξετάσεις. Ποιος την έπιανε τώρα. Μπήκε στο πλοίο και ξεκίνησε το ταξίδι της πραγμάτωσης. Να τον δει, να τον ακούσει, να τον αγγίξει για να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν ένα πλάσμα της φαντασίας της.

Είχε αντιγράψει το τηλεφωνό του από το χαρτάκι που κράταγε ο Αυγουστής στο πορτοφόλι του. Δεν ήθελε να τον ρωτήσει για μη του κινήσει τις υποψίες, εκείνος όμως την είχε δει πίσω από τα μισόκλειστα βλεφαρά του και δεν της είπε κουβέντα.

Γύρισε από την άλλη μεριά εξακολουθώντας τάχα να ροχαλίζει, ενώ τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα.

Η Μαρουσώ του. Το κοριτσάκι του. Το αθώο του πλάσμα. Η μάνα των παιδιών του. Η ζωή του η ίδια, πήγαινε σαν το πρόβατο στη σφαγή. Δεν σκόπευε να την σταματήσει, να της κάνει καμία σκηνή. Θα ήταν εκεί για να μαζέψει τα κομμάτια της.

Ο άξεστος και βαρύς Αυγουστής ξύπνησε πολύ νωρίς εκείνο το πρωί. Ξύπνησε και τα παιδιά.

«Ελάτε, να ετοιμαστούμε να πάμε τη μάνα σας στο λιμάνι.

-Ω ρε πατέρα, για ένα ταξιδάκι μιας βδομάδας; Την είδαμε ψες βράδυ, της ευχηθήκαμε καλό ταξίδι, θα μας λείψει, ποιος ο λόγος να τραβολογιόμαστε κι εμείς τώρα στο λιμάνι;

-Ξυπνήστε γομάρια, η μάνα σας φεύγει. Θα πάμε όλοι μαζί να την ξεπροβοδίσουμε».

Σηκώθηκαν άκεφα τα παιδιά, αλλά μετά κατάλαβαν ότι ο πατέρας τους μάλλον ήταν που ήθελε την συμπαράσταση. Δεν ήξεραν γιατί έπαιρνε το ταξίδι της τόσο βαριά και το απέδωσαν στο γεγονός ότι εκείνη, δεν τον είχε συνηθισμένο να φεύγει μόνη της.

«-Πέντε μέρες είναι, θα περάσουν, πως κάνεις έτσι; Είμαστε σίγουροι όλα θα πάνε καλά με τις εξετάσεις της, τίποτα δεν θα έχει, θα δεις».

Ο Αυγουστής δεν απαντούσε. Σκούπιζε μόνο τα μάτια του κάθε τόσο, φροντίζοντας να μη τον δει η Μαρουσώ που πηγαινοερχόταν ετοιμάζοντας τα πραγματά της.

Την πήγαν στο λιμάνι, την αγκάλιασαν, τα παιδιά της είπαν να μην ανησυχεί, είναι κοντά της και την αγαπούν πολύ, εκείνος καθώς την χαιρετούσε της είπε,

«-Ξέρω πως είμαι ένας χωριάτης στους τρόπους μου Μαρουσώ. Όμως σ’ αγαπώ πολύ και είμαι υπερήφανος για σένα. Μου χάρισες όμορφη και λατρευτή οικογένεια, μου χάρισες τα νιάτα σου. Είσαι η καρδιά μου, θα είμαι πάντα δίπλα σου σε ότι και να σε βρει. Θα σε περιμένω αγάπη μου. Πήγαινε στο καλό».

Η Μαρουσώ τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Τα λόγια του της χαστούκισαν το όνειρο. Ο πόνος που την διαπέρασε ήταν μεγαλύτερος από τη χαρά της πραγμάτωσης. Κι ένιωσε για πρώτη φορά πως τα πράγματα, δεν ήταν όσο απλά τα είχε σκεφτεί. Στη διάρκεια του ταξιδιού, βασανίστηκε με πολλούς τρόπους. Έβγαλε το χαρτάκι με το τηλέφωνο από την τσάντα της, το κοίταξε.

Ύστερα φαντάστηκε έναν Σωκράτη να ζει μέσα στη χλιδή και τα χειροφιλήματα. Είδε τον άντρα αυτό να μη ξεχωρίζει τις γυναίκες στους ωραίους του τρόπους. «Γλυκιά μου» θα τις έλεγε όλες, και με τον ίδιο τρόπο θα ενεργούσε πάντα, θα ήταν ένας ιδανικός εραστής στα μάτια πολλών γυναικών, δεν θα άκουγε όμως καμία από το στόμα του τα λόγια του Αυγουστή. Γι’ αυτό ήταν σίγουρη. Γιατί αλλού είχε καταθέσει τη ζωή και την αξία της. Γιατί άλλος την είχε κάνει βασίλισσα στη σκέψη του και στην καρδιά του. Κι αυτή τυφλή, δεν έβλεπε.

Ευχαρίστησε νοερά το Σωκράτη που έγινε αφορμή να τα σκεφτεί όλα αυτά. Έσκισε το τηλέφωνο και σκόρπισε τα χαρτάκια στη θάλασσα. Δεν της πέρασε από το μυαλό ότι ο Αυγουστής είχε καταλάβει κάτι. Σχημάτισε λοιπόν το νουμερό του στο κινητό της.

«-Λυπάμαι Αυγουστή μου που δεν είσαι μαζί μου. Θα έρθω όσο πιο γρήγορα γίνεται, δεν μπορώ μακριά σας καθόλου. Αν εσύ μπορείς να αφήσεις τις δουλειές σου για δυο μέρες, έλα να με πάρεις να γυρίσουμε παρέα. Δεν μ’ αρέσει να τρέχω μόνη μου στους γιατρούς».

Ο Αυγουστής τρελός από τη χαρά του, την καθησύχασε. Θα πήγαινε ναι, να την πάρει. Ύστερα κλείνοντας το τηλέφωνο, αναφώνησε.

«-Σε νίκησα πρωτευουσιάνε! Δεν θα μου φας το κοριτσάκι μου εσύ κερατά! Δεν πάει να πέσει ο ουρανός ολόκληρος πάνω της; είναι δικιά μου! Κάτι ξέρουμε κι εμείς οι χωριάτες…Πεφταστέρια και κουραφέξαλα!».

 

για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ


last updated19/05/2006 08:34:27 πμ
c