Ελένη Μπάλιου-διήγημα short stories

 
Home - refene.com
Ελένη Μπάλιου - Homepage
  Η νύχτα με τα πευταστέρια 18-05-06
ΑΣΤΟ 14-08-02
ΤΟ ΛΑΘΟΣ
ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ
Αργύρης και Σπάρτακος 27-03-02
 Ρεπορτάζ  06-06-02
Ο σφάχτης. 07-07-02
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
Το νυχτοπούλι και η γυναίκα. 02-02-03

ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ.

Ήταν λεπτή και νευρική μα τη σημάδευε σε όλα η αρμονία. Ήταν όλη ένας ρυθμός.
Ο χορός είναι μαγεία, και ο ρυθμός, και ο ρυθμός.
Ήτανε μάγισσα δασκάλα του χορού, υποταγμένη στον αυταρχικό Θεό της.
Κάποτε έκανε ένα λάθος σοβαρό και σκόπιμο για να προκαλέσει το Θεό, επειδή πίστεψε πως έχει γίνει σπουδαιότερη απ' αυτόν. Δεν χρειαζόταν πια ν' ακούει τους ήχους, τους είχε κατακτήσει από τότε, που κρυφά έστησε μέσα της την ορχήστρα. Και ο Θεός- Ρυθμός που σαρκωνόταν πάνω της αιώνες, πληγώθηκε βαθιά.
Την παρακολούθησε καιρό ν' αποκτάει τους δικούς της πιστούς, φανατικούς λατρευτές, αξιοθρήνητους πιθήκους. Τον λύπησε η αλαζονεία της να χαίρεται με την αποτυχία των άλλων, και τον απογοήτευσαν οι ασυγχρόνιστες κινήσεις. Σαν μαριονέτες με σπασμένα μέλη γέμισαν τον παράδεισο των μαγισσών. Οι άλλες μάγισσες έφυγαν για να μην υποστούν την οργή του, μα αυτή έμενε εκεί ξαπλωμένη στο ανάκλιντρο της δόξας και καμάρωνε.
Και ήταν η αρχιμάγισσα δασκάλα του χορού χαμένη στο εγώ της.
Ο πληγωμένος ο Θεός δεν άργησε να συνέλθει. Ήξερε πως δεύτερη σαν κι αυτή θ' αργούσε να ξανάρθει, αλλά και όταν ακόμα γινόταν αυτό, φοβόταν πως θα έπεφτε με τη σειρά της στα ίδια με την πρώτη λάθη. Γι' αυτό και απόφασισε να δράσει σαν Θεός.
Στον γήινο χρόνο έλειπε η φιγούρα του αιώνα, κι αυτής εδώ της έλειπε των θνητών η γνώση. Της χρειαζόταν ένα μάθημα, μια τιμωρία.
Την εξόρισε στη Γη, με χαμένη τη μνήμη του σώματος. Της άφησε μόνο μια Πύλη ανοιχτή που οδηγούσε σ' αυτόν ξανά, μα θά' πρεπε να διασχίσει μια ζούγκλα εφιαλτικών ήχων και υπερήχων, για να την φτάσει. Καμιάν άλλη πόρτα δεν της άφησε ανοιχτή πάνω στη Γη και πάνω στον αέρα.
Την έστειλε να γεννηθεί σ' ένα νησί. Και έτσι έμεινε μακριά από σχολές χορού, και δασκάλους, επαγγελματίες χορευτές, καλλιτέχνες του πάγου, του τσιμέντου, των μωσαϊκών, των κλειστών χώρων, των θεάτρων και της σκηνής... της κλασσικής, της λαικής, της δημοτικής, της αυτοσχεδιαστικής, της κάθε μουσικής.
Στο νησί, την έστειλε σ' ένα φτωχό ζευγάρι. Ο άντρας ήτανε ψαράς και η γυναίκα πλέχτρα. Την έπαιρνε μαζί του ο πατέρας στο ψάρεμα από μωρό και με την τράτα έμαθε κι αυτή να ψαρεύει. Έμενε ώρες σκυμένη στο νερό και χάζευε τις αγέλες των μαρίδων. Γρήγορες και με μια απόφαση έπαιρναν όλες τους στροφή κι άλλαζαν κατεύθυνση. Μετά πάλι έστριβαν στη μισή διαδρομή, που ήταν μετρημένη στο ίσο αντίθετο της προηγούμενης φοράς. Τα μεγαλύτερα ψάρια ήταν πιο αργά, οι μέδουσες άλλαζαν σχήματα ομπρέλες, και το χταπόδι σήκωνε την άμμο στα βαθιά. Όλα κινούνταν άηχα, συγχρονισμένα, λες και μεταμορφωμένο το στερέωμα της νύχτας, έπεφτε μες τη θάλασσα κινούμενη σκια , και γίνονταν οι αστερισμοί τα μάτια των αγέλων και ο γαλαξίας ένας λευκός διάδρομος στα νερά. Και ήταν τα χίλια μύρια πρόσωπα του ίδιου αυτού κόσμου που ο Θεός - Ρυθμός παράλλαζε για να της δίνει στοχασμούς.

Στο σπίτι άκουγε τη γκρίνια καθημερινά, της μάνας της της πλέκτρας. Μα ήταν μια γκρίνια αλλιώτικη, παράξενη στο λόγο αν και τα λόγια που έλεγε ήταν συνηθισμένα. Παράξενη τη θεωρούσαν και οι συχωριανοί της που την άκουγαν να μιλάει μονάχη της στον κήπο.
"Έκανα μπάνιο το παιδί και βρώμισε η λεκάνη. Αυτός ο άχρηστος δεν πάει να την αδειάσει. Αν είναι ν' αφαλοκοφτώ ας πιάσει και σκουλήκια. Αλλά ο νους του αυτουνού είναι στην κοπάνα. Τώρα θε να' ρθει πάλι εδώ σκνίπας και ερωτευμένος. Και θα μ' αρχίσει τ' άσματα, ο ξεμωραμένος"
Η κοπέλα έχανε την υπομονή της με τη μάνα της τη γκρινιάρα. Ούτε της άρεσε να μάθει την τέχνη της βελόνας, είτε για πλέξινο ήτανε, είτε για να κεντάει. Ακολουθούσε τον πατέρα της όπου κι αν πήγαινε, σε ότι κι αν έκανε, γι' αυτό η μάνα της την έλεγε "φτυσιά του". Και φούσκωνε η μάνα και ξεφούσκωνε λαθεύοντας τους πόντους, αλλά κι αυτό τ' απέδιδε στη σύγχιση που της προξενούσανε με την ανεμελιά τους.
Στο ψάρεμα λοιπόν, στης τράτας τη γαλήνη, περνούσανε τα χρόνια τους γονιός και η θυγατέρα, που όσο μεγάλωνε βάθαιναν σαν λίμνες τα δυό της μάτια, έτσι που όταν σε κοίταζε βούλιαζες στο χαμό. Και τα Σαββατοκύριακα πηγαίνανε για ξύλα και τους πλησίαζαν θαρρετά οι πέρδικες στο βουνό, μα αυτή έδινε την προσοχή στον αετό του βράχου, γιατί θαρρούσε πως όσο ψηλότερα πετάει, έλεγχε περισσότερο τα πράματα στη γη. Όταν χαμήλωνε αρκετά για μπορέσει να τον μελετήσει, άπλωνε τα χέρια της προς το μέρος του και τον παρακαλούσε, "Σήκωσε εμένα, έλα σηκωσέ με!".
Κάτι ανησυχούσε τον πατέρα στη συμπεριφορά της, αλλά δεν ήξερε πως να το σχολιάσει, άλλωστε ξεχνούσε αμέσως τι ήθελε να της πει, καθώς την έβλεπε μετά να μιμείται τις κινήσεις του αετού, τόσο καλά που έλεγες πως από στιγμή σε στιγμή θα σηκωθεί απ' το έδαφος, θα φύγει. Για να της φτιάξει το κέφι επειδή πάντα μετά απ' αυτό μελαγχολουσε, περνούσαν στην επιστροφή από το σπίτι του Μουστάκα και έπιναν δυνατή ρακή και τό'ριχναν στο άσμα. Στην τελική ευθεία προς το σπίτι αργοπορούσαν, και τότε κοίταζαν στον ουρανό ψηλά, εκείνο το ημιδιάφανο σύνορο του κόσμου που αν το αγνάντευες πολύ, σου έστελνε ξωτικά.
Κάποτε η μάνα αγρίεψε και αξίωσε απ' την κόρη να παραμένει δίπλα της και να την βοηθά. Συμφώνησαν και οι δυο να της κάνουνε το κέφι, γιατί είπε πως δεν είχε μούτρα να βγαίνει στο χωριό. Οι χωριανοί πιστεύανε την κόρη για δαιμονισμένη και τον πατέρα τον είχανε γι' αλαφροϊσκιωτο, μουρλό.
Άρχισε να ζυμώνει λαδόψωμα και πίτες. Χαρούμενη η μάνα, της έραψε φορέματα κεντητά και ξόδευε τις Κυριακές στην εκκλησιά να ψέλνει και έγινε σε όλα της σωστή και σπιτικιά, ενώ που δεν γελούσε το είχαν για σημάδι, πως εγυναίκεψε κι αυτή και ώρα να γίνει γη .
Μια μέρα που η πλέχτρα δούλευε στον κήπο και πάσχιζε να τελειώσει το έργο της βιαστικά, άκουσε η κόρη τις βελόνες να χτυπούν σαν ήχος που τον θυμόταν από κάπου αλλού σαν όνειρο, και σαν τη ναρκωμένη πλησίασε κοντά.
"Έλα εδώ πέρα να σου δείξω για να μάθεις. Πιάσε καρέκλα, πρόσεχε καλά.
Δυο έξω, μια μέσα, μιά έξω, δυο μέσα. Πλέκεις μ' αυτό τον τρόπο τα ονειρά σου σφιχτά. Τ' αρχίζεις και τα τελειώνεις μ' ένα λάστιχο τριγύρω, και έτσι μένουν πάντοντε εδώ, χειροπιαστά. Αλλιώς, το βλέπεις το κουβάρι με τις άκρες; Είναι οι σπασμένες μου κλωστές του λογισμού. Συχνά τον άφηνα αχαλίνωτο πιο νεα. Και ιδού το αποτέλεσμα. Κουβάρια άχρηστα τριγύρω μου ολούθε, μετανοιωμός και ξήλωμα, μ' εύραν τα γηρατιά. Όμως η υπομονή είναι που γεννάει τη γνώση κι αυτή με τη σειρά της ετοιμάζει τα προικιά. Άσε που άμα την έχεις κατακτήσει, είναι από μόνο του αυτό το μέγιστο προικιό ".
Λέξη δεν άκουσε απ' το μονόλογο της μάνας. Ή μάλλον άκουσε, "το μέγιστο προικιό"
Σηκώθηκε πάνω με τον ήχο μες στ' αυτιά της κι άρχισε να κουνάει το κορμί της ρυθμικά. Άνοιξε την αυλόπορτα γοργή σαν τη μαρίδα, κι έγινε ομπρέλα μέδουσα, μαστίγια τα μαλλιά. Σαν είδε τους συχωριανούς, γίνηκε χταπόδι και άλλαξε χρώμα κολυμπώντας κάτω απ' τα χνάρια της ντροπής. Γιατί ένοιωσε να την κοιτά το βλέμμα του ερωτά της που ήταν κρυμένος μες το πλήθος σαν άλλη πρόκληση, καυτή. Έτσι εφούσκωσε το σώμα της σαν κύμα και όταν σηκώθηκε είχε γίνει αετός. Τώρα στα μάτια έπαιζε εκεινη η άγρια λάμψη αλλά κανείς δεν πρόφτασε ν' αρπάξει τη φωτιά. Πέταξε πάνω απ' το τρομαγμένο πλήθος που είχε απομείνει άναυδο και μουγγό, και αφού υπολόγισε το σημείο της πτώσης, βούτηξε προς το θύμα της με κραυγή φονιά. Οι πάντες εσκεπάσανε με πανικό τα μάτια και μόνο αυτός την έβλεπε καταπίνοντας λυγμούς . Άλλος κανείς δεν κιότεψε να την κοιτάξει, γι' αυτό όταν έπεσε στα πόδια του μπροστά, ήταν μια πέρδικα στο ψυχορραγητό της. Έρωτα, έρωτα! ο πόνος σου σκοτώνει θνητούς και μάγισσες, θεούς και ξωτικά.
Ποτέ μέχρι τότε δεν τό' πε στον εαυτό της, πως έτρεμε το βλέμμα του σα να' ταν ξωτικό. Μην τηνε πλέξει στη χαρά της γήινης αγάπης, και καταλήξει με όνειρα σφιχτά, χειροπιαστά.
Μα τώρα δεν την ένοιαζαν ούτε τα ονειρά της. Ήταν εκεί και πέθαινε σαν ψάρι στο γιαλό, και σπαρταρούσε σβήνοντας μπροστά στο μυστικό της, θνητή που λάτρεψε θνητό, γυναίκα με καρδιά.
Τρόμαξε ο Θεός-Ρυθμός ότι κι αυτός τη χάνει, και έστειλε τους αγγέλους του με φλάουτα και βιολιά, για να της φέρουν πίσω τη ψυχή τού'χε στείλει, άσαρκη κι κατάκοπη, θλιμένη, μακρινή.
Άκουσε τότε της μάνας της τη φωνή να συνοδεύει, τα όργανα με το ρυθμό του λόγου της τον γνωστό. "Δυο έξω, μια μέσα, μια έξω, δυο μέσα".
Σηκώθηκε. Άπλωσε τις φτερούγες της και πέταξε στις πόλεις, τραβώντας μέσα της τους πόθους της καρδιάς, και άρχισε να μετράει τα βήματα για την Πύλη, που την περνούσε από τον βάτο... της σκηνής. Χόρεψε για τα όνειρα των πιστών και κείνου, που απόκτησε εξαιτίας του το "μέγιστο προικιό". Μάγεψε κι έλιωσε τις καρδιές των ανθρώπων, γιατί είχε μες τα μάτια της τον πόνο των θνητών. Και όταν τελείωσε, στο γήινο το χρόνο είχε περάσει αιώνας.
Ο Θεός-Ρυθμός στόλισε τον παράδεισο τρελός απ' τη χαρά του, και άνοιξε τις πόρτες για τη μεγάλη τη γιορτή, και αυτές καθώς ανοίγανε σπρώχνανε τα λουλούδια, που πάνω τους καθόντουσαν μελωδικά πουλιά.
Και σκέπασαν τη Γη.

για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ


last updated18/05/2006 08:39:08 πμ
c