Ελένη Μπάλιου-διήγημα short stories

 
Home - refene.com  
Ελένη Μπάλιου - Homepage  
Και η βέρα στη σούπα 11-10-05
ΑΣΤΟ 14-08-02
ΤΟ ΛΑΘΟΣ  
ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ  
Αργύρης και Σπάρτακος 27-03-02
 Ρεπορτάζ  06-06-02
Ο σφάχτης 07-07-02
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ  
  Το νυχτοπούλι και η γυναίκα. 02-02-03
Και η βέρα στη σούπα

«-Θα χάσω τη βέρα! Θα χάσω τη βέρα!» Δεν ακούω τίποτε άλο εδώ μέσα όλη μέρα, κάθε μέρα. Τι πόνος είνε αφτός που την έπιασε με τη βέρα της; Άλος πονάει άλος κλέει. Ε πρόσεχε τη σούπα κυρά μου! Προσεχέ την.
Τι σίμερον ημέρα μάγκα μου ο κόσμος είναι περήεργος.
Περηέργος κι εγώ ασχολιθικα με την καταγραφή των τελεφταίων γεγονότων. Γιατί ήμε καθιλωμένος στο σπίτι με τη σπαστικιά γυναίκα να με τριγιρνάει με τις σούπες της, να τρώνε κάτο από τη μύτη μου αυτοί τα κοψήδια τους, κι εγώ «Σουζάνα Σουζάνα, η πουτάνα η ζωή», ακούω Πανούση με το πόδι κρεμασμένο από το φως. Αλλά δεν είνε μόνο το πόδι που μ’ έφερε σ’ αυτή την εκνεβριστική κατάσταση. Άκου να δεις κύριε, άκου και πε μου αν υπάρχει άνθρωπος πιο γκαντέμης από μένα.
« -Μόνο το ένα χέρι δουλέβει ρε, φύγε από δω κολόπαιδο που ήρθες να μου κάνεις και κριτική μετά από τόσα που έχω σκάσει για να να δεις χαήρι στα γράμματα. Άχρηστε, ανεπήδηχτε, σαβουρογάμη γιε που τραβολογιέσε με όλα τα ξέκολα και ένα κοριτσάκι της προκοπής δεν μου έχεις κουβαλήσει ακόμα εδώ. Καμιά με φουστίτσα ρε, όχι με χαμόγελο ανοιχτό στα κολομάγουλα, με μαλάκι φυσιολογικό κι όχι ζόμπυ να πάρουμε λίγο μάτι κι εμείς οι ανήμποροι γέροι. Αχ».
Που είχα μείνει; Ναι. Δεν είναι μόνο το πόδι που με έφερε σ’ αφτή την εκνεβριστική κατάσταση έλεγα. Και το χέρι, και ο κόλος, και ο σβέρκος, και πάνω απόλα, η μουρμούρα της. Ωχ αδερφε…να’ χεις τον πόνο σου, να χεις και την Τασία από πάνω. «- Στάααλεγα, στάλεγα και δεν μάαακουγες! –Τι ν ακούσω μωρή πανεθεμά σε; Ήξερα εγώ ότι θα πέσει η πλάκα να με πλακόσει; -Στάλεγαααα Στέλιο μου, μην το αρνείσαι. Για παιδάκι περνιέσαι να μου κάνεις τον παλικαρά; Ήπρεπε να βάλεις τον αλβανό να καλουπώσει. –Ρε το καλούπι; Ξέρεις τι είναι το καλούπι; Τι το πέρασες το καλούπι ρε, παίξε γέλασε, να βάλεις άσχετο να το κάνει; Ξέρεις πόση σημασία έχει για τα μπετά μετά ένα σωστό καλούπι;
-Α μπα; Κι αφου ήταν σωστό το καλούπι, γιάντα ηφαγες την πλάκα στην κεφαλήσ’;
-Άι παράτα με ρε Τασία που μας έγινες και μάστορας τώρα. Κάτσε κει δα στα κουζινικά σου και άσε τους μπελάδες για τους άλλους.
-Φτιάχνε σούπες τώρα Τασίααα. Τρέχα στο μεροκάματο τώρα Τασίααα. Φέρνε την πάπια τώρα Τασίααα. Κουζινικά! Που τάδες μωρέ τα κουζινικά; Μου μένει καθόλου χρόνος και γι’ αυτά; Έτσι που μ’ ήκαμες…»
Την ήκαμα θεε. Άκου την ήκαμα. Αμ θα στην κάνω…θα στην κάνω και θα’ ναι μέρα μεσημέρι. Ήταν καλός ο Στέλιος όταν έτρεχε ε; Σ’ έπιασαν τώρα οι σφιξοκολιές και όλο διαμαρτηρία.
Που είχα μείνει; Ναι. Και από πάνο με δουλεύουνε μάνα και γιος ότι το έριξα και στη φιλοσοφία και γράφω γράφω όλη μέρα και δεν μιλώ σε κανένα. Σε πιον να μιλήσω; Στην Τασία για τα ηκοδομικά; Ή στο μαλακισμένο που έβγαλα με το σήμα κατατεθέν στο κούτελο; Γιατί το λέει. Μάλιστα κύριε, το λέει το κουτελό του. Μαλάκας. Πάει και τελίωσε. Του τρώνε τα cd του, του τρώνε τα βιβλία του, του τρώνε τα λεφτά του, του τρώνε την ώρα του, φτηάξε του ενός και φτηάξε του άλλου, αλλά αυτός μυαλό δεν βάζει. Το παίζει πολίτιμος. Έναν άχρηστο πολίτιμο έβγαλα. Έναν κόπανο.
Αχ. Υπομονή. Δυο μήνες ακόμα. Μετά θα περπατήσω σαν άνθρωπος και θα τους βάλω πάλι σε γραμή. Ρε τι τους εξηγείς ρε τι δεν τους εξηγείς, δεν καταλαβαίνουν χριστό αυτοί. Σάμπος κατάλαβαν οι γιατροί;
«-Μα πως την έπαθες ρε χριστιανέ μου τέτοια ζημιά;» Με ρωτούν.
«-Τι να σου πω γιατρέ μου; Ακούω από πάνο το δοκάρι να τρίζει. Λέω, δεν θα το αντέξει το τσιμέντο, ώρα να την κάνουμε. Φωνάζω στον Αλβανό, «-πίσω Αλμπάν! μη ρίχνεις εκεί τσιμέντο ρεεε!!! Στοοοπ!» Αυτός όμως είχε κουραστεί να βαστά τον τενεκέ και τον άδηασε επιτόπου. Ξηλώνει το δοκάρι. Ξαναφωνάζω, «-πίσω πίσω Αλμπαν! θα γκρεμηστείς, πέφτει! –Τι έγινε μάστορα;»
Ρωτάει ο ηλίθιος ακίνητος στη θέση του.
Πάω να τρέξω προς τη σκάλα αλλά ήταν απόσταση, γυρνάω κατά το μπαλκόνι να γλητώσω από το δοκάρι, στο μπαλκόνι είναι το γερανάκι. Σπρώχνω τον χηριστή πέρα να αποφύγουμε το καντρόνι που ερχόταν κατά πάνω μας. Αφήνει ο χειριστής το μοχλό στο γερανάκι. Βλέπω το σίδερο να του έρχεται κατακέφαλα. Σίδερο από δω καντρόνι από κει, βάζω το χέρι μου να το σταματήσω, σπάει το χέρι, πέφτει η πλάκα από πάνο με το καντρόνι που έσκασε μισό μέσα, μισό έξω. Εκεί που βρισκόμουν εγώ χαμένος στον πόνο τώρα από το χέρι, χτυπάει η άκρη του καντρονιού και το γονατό μου, με αποτελίωσε. Σωριάζομαι κάτω εγώ, πέφτει το βάρος από το γερανάκι πάλι στο έδαφος, φωνάζω κόσμοοοο! σκοτώνουμε κόσμο! Ευτυχώς δεν ήταν κανείς κάτο. Ο Αλβανός ήρθε κάτο μαζί με την πλάκα. Πως είναι; Τον είδατε;
-Δεν ήρθε κανένας Αλβανός εδώ. Μόνο εσένα φέρανε.
-Παράξενο. Θα τηλεφωνήσω στο σπίτι του».
Τηλεφωνώ στο σπίτι του που λες και βγένει μια ξένη, μάλλον γυναίκα του.
«-Τον Αλμπάν,της λέω.
–Ναι, πιος ισύ;
-Ο μαστρο Στέλιος πέστου.
–Μάστρας; Βάι βάιιιι. Αλμπααν, μάστρας.
Έρχεται ο Αλμπαν στο τηλέφωνο.
« –Τι έγινε μάστορα; Πως είσε; Που είσε;» Με ρωτάει.
«–Νοσοκομείο, εσύ πως είσε; Καλά;
-Τι καλά μάστορα; σακατεμένος κι εγώ.
-Γιατί δεν ήρθες κι εσύ στο νοσοκομείο τότε;
-Με χωρίς χαρτιά; Που να πάω; Θα με διώξουν πίσω στην Αλβανία.
-Ρε χαζός είσε; Θα σ’ αφήσουμε να πεθάνεις γιατί δεν έχεις χαρτιά; Άντε ξεκουμπήσου κι έλα στο νοσοκομείο να σε φτηάξουν.
-Σίγουρα μάστορα; Δεν θα πάω στην Αλβανία;
-Ρε άντε τελίωνε, πως θα πας στην Αλβανία; Αφού δουλέβεις για μένα. Θα καθαρίσω εγώ.
-Εντάξει μάστορα».
Έρχεται στο νοσοκομείο, του βρίσκουν κάτι σπασμένα πλεβρά και μια μετατόπηση του σπόνδυλου στο σβέρκο.
«-Αποζημήωση να ζητήσεις, του λένε οι γιατροί
-Τι είναι αυτό;
-Λεφτά από τον μάστορα για το ατήχημα.
-Κάνει να ζητήσω; Πρέπει;
-Βεβαίως, εδώ κινδίνεψε η ζωή σου από λάθος δικό του.
-Όχι, δικό μου το λάθος, έριξα αλού το τσιμέντο.
-Δεν θα το πεις αυτό, λάθος δικό του, ας φρόντιζε να μη συμβεί.
-Εντάξει τότε, να με πλιρώσει». Λέει και ο ξεψαρομένος Ιούδας.
Να’ μαι μπλεγμένος τώρα και με τον Αλμπάν, τον ιδιοχτήτη της ηκοδομής, το μηχανικό, το τμήμα αλοδαπών, τα κερατά μου τα τράγια.
Κι εγώ καθειλωμένος να μου έρχονται οι δικαστικές κλήσεις μια πίσω από την άλλη. Άισιχτήρια. Κολογιατροί! Δεν κυτάνε τη δουλειά τους. Κυτάνε τη δουλειά του άλλου. Η γυναίκα μου βγήκε με συνεργίο καθαρισμού να φέρει κανα φράγκο στο σπίτι, η γυναικα του Αλμπάν, κάθε μέρα τηλέφωνο εδώ. –Τα λεφτά αφεντικό.
Έχω και τον άχρηστο να μου σπάει τα νέβρα.
«-Ουφ, θα χάσω και την εξαήμερη με την τάξη μου. Ουφ, δεν έχω δεκάρα ούτε για έναν καφέ. Ουφ, ούτε φαί της προκοπής δεν τρώμε πια εδώ μέσα! τι ζωή είναι αυτή ρε γαμώτο; ». Ρε άι χέσου, κολόπαιδο.
Μια λέξη συμπόνοιας δεν άκουσα από κανέναν τους. Πώς να μη το γυρίσεις στο γράψημο. Δε θέλω τη συμπόνοια κανενός ρε! Τους γράφω γράφοντας κι ας πάνε να βρουν κι αυτοί το δίκιο τους στο δικαστήριο.
Ρε πως αντέχουν αυτοί οι γραφιάδες; Τελείες, κόμμες, πράματα, άσε η σπαζοκεφαλιά με τις λέξεις. Τώρα να μου πεις καντρόνι στο κεφάλι δεν τρώνε. Ούτε γράφουν με μισό χέρι. Ας είναι. Θα κλήσω τώρα. Ήρθε η Τασία πάλι με το διάολο μέσα της. Γρήγορα λέει να με ταήσει, μη χάσει τη βέρα στο δεξί. Ε πάγαινε να την στενέψεις κυρά μου! Έχω όρεξη να την ψαρέβω στη σούπα; Η βέρα θαρρείς κι εσύ πως θα σε σώσει… Ρε κόλλημα οι γυναίκες με τις βέρες!

για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ


last updated18/05/2006 08:26:40 πμ
c