Ελένη Μπάλιου-διήγημα short stories

 
Home - refene.com
Ελένη Μπάλιου - Homepage
ΑΣΤΟ 14-08-02
ΤΟ ΛΑΘΟΣ
ΤΟ ΜΕΓΙΣΤΟ ΠΡΟΙΚΙΟ
Αργύρης και Σπάρτακος 27-03-02
 Ρεπορτάζ  06-06-02
Ο σφάχτης. 07-07-02
ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
Το νυχτοπούλι και η γυναίκα. 02-02-03

 

 

 

 

Αργύρης και Σπάρτακος

Η καινούργια πολυκατοικία χτίζεται γρήγορα.
Στην αρχή δεν πήρα είδηση πόσο γρήγορα έγιναν όλα. Μια μέρα ξαφνικά, είδα την μπουλντόζα να κατεδαφίζει το παλιό προσφυγικό απεναντί μας. Μέσα σε τρεις ώρες το παλιό προσφυγικό δεν υπήρχε. Δίπλα του έπεσαν και όλα τ' άλλα "παλιόσπιτα που βρώμιζαν τον τόπο". Μέσα σε μια μέρα άνοιξε μεγάλο χάσμα στο στόμα της Γης. Την άλλη μέρα ο τόπος γέμισε ανθρώπους. Άλλοι κουβάλαγαν ξύλα, άλλοι σίδερα. Οι άνθρωποι πάρκαραν τα φορτηγά τους έξω από την πόρτα μου. Πάνω στην παλιά μου μάντρα ακούμπησαν τα σίδερα. Βγήκα ενοχλημένη, εγώ δεν είχα δώσει καμία άδεια κατεδάφισης. "-Μην ανησυχείς κυρούλα, θα τα μεταφέρουμε εντος ολίγου όλα απέναντι." Ρώτησα πόσο καιρό θα κρατήσει αυτό το μαρτύριο της ανέγερσης, μου είπαν, -γρήγορα. Όλα θα τελειώσουν πολύ γρήγορα.- 
Και είχαν δίκιο. Την πρώτη μέρα είχαν σκαφτεί τα θεμέλια βαθιά μέσα στη Γη. Πέσανε τα πρώτα τσιμέντα. Από κει και μετά οι όροφοι σηκώνονταν ο ένας πάνω από τον άλλο ως δια μαγείας. Αν ξεχνιόσουν και για δυο μέρες δεν έβλεπες την πρόοδο των εργασιών, την Τρίτη βρισκόσουν μπροστά σ' έναν νέο όροφο. Μ' αυτούς τους ρυθμούς θα μπορούσαν ν' ανοικοδομήσουν την Καισαριανή ολόκληρη σ' έξι μήνες. Η σκέψη μ' έκανε ν' ανατριχιάσω. Γιατί; Δεν ξέρω. Πήγα να πλύνω τα πιάτα μου κοιτάζοντας από το παράθυρο πάνω από το νεροχύτη έξω. Τώρα το έξω, ήταν το τέρας που σηκωνόταν μπροστά στα μάτια μου και η ίδια η μάντρα μου, που εξακολουθούσε να είναι το τραπέζι των μηχανικών και το λογιστήριο για τις πληρωμές. Τα έβλεπα όλα. 
Ο Αλβανός είπε, "Μάστορα, είμαι καλός καλουπατζής, γιατί μου δίνεις μόνο τόσα; Ο Αργύρης πήρε τα διπλά. 
-Ο Αργύρης είναι Έλληνας". Του απάντησε ο μάστορας.
-Ο Αργύρης όμως, έρχεται μια στις δυο μέρες. Εγώ κάθε μέρα εδώ.
-Ήταν άρρωστος εντάξει. Αλλά συνεχίσει έτσι, θα τον διώξω. Εσύ κοίτα να κάνεις τη δουλειά σου σωστά και μη σε νοιάζει τι κάνουν οι άλλοι.
-Ναι αλλά δεν πληρώνομαι σωστά.
-Αμα δεν σ' αρέσει πήγαινε αλλού. Αυτά τα λέφτά δίνω εγώ εδώ. Δεν θα βρεις όμως καλύτερα".
Ο Αλβανός δίπλωσε τα χρήματα, τα έβαλε στην τσέπη και γύρισε στη δουλειά. Μετά ήρθε ο Αργύρης. 
-Ρε συ, κοίτα να είσαι λίγο εντάξει, ο Αλβανός μου κολλάει ότι τραβάει αυτός τη δουλειά, αλλά σε πληρώνω καλύτερα και δεν τ' αξίζεις.
-Τον κωλοαλβανό. Δεν φτάνει που του δώσαμε δουλειά θα ελέγξει και όλους εμάς τώρα; Να γυρίσει στην πατρίδα του αμα δεν του αρέσει.
-Έλα ντε, άρχισαν κι αυτοί να έχουν απαιτήσεις. Σε λίγο θα φύγουμε μεις για να μείνουν αυτοί.
Ο αργύρης τσέπωσε τα χρήματα και ύστερα είπε στον μάστορα. 
-Δεν ήρθαν ακόμα οι πύργοι;
-Οχι δεν ήρθαν τους κερατάδες, και τους είπα, βιάζομαι. Δεν μας έφτασαν οι πρώτοι. 
-Και πως θα δουλέψω χωρίς τους πύργους εγώ;
-Δεν ξέρω ρε Αργύρη, πήγαινε βοήθα τον αλβανό μέχρι να έρθουν.
-Τρελός είσαι ρε; Εγώ να πάω βοηθός του Αλβανού; Δεν με χέζεις;
Πάμε να πιούμε κανένα καφέ μέχρι να έρθουν οι πύργοι γιατί αν μπλέξω μαζί του θα του φέρω καμιά σκερπανιά στο κεφάλι.
Ο Αργύρης και ο μάστορας πήγαν και κάθισαν στις καρέκλες του καφενείου απέναντι από την οικοδομή. Οι φωνές τους ακούγονταν ακόμα στην κουζίνα μου που είναι μεσοτοιχία με το καφενείο.
Απέναντι ο αλβανός είχε βγάλει το πουλόβερ του και καλούπωνε τον τελευταίο όροφο. 
-Κοίτα τον μαλάκα! Κοίτα τον πως κρατάει το σκεπάρνι! 
Άκουγα τη φωνή του Αργύρη να λέει στο μάστορα.
-Άστονα ρε, το αποτέλεσμα μετράει. Κάνει καλή δουλειά, εύκολο είναι να βρεις καλουπατζή; Πήγαινε στην αγορά να δεις τι γίνεται. Όλοι για καλουπατζήδες μοστράρονται αλλά άμα τους φέρεις στη δουλειά, δεν ξέρουν που τους πάν' τα τέσσερα. Καλά την έχουμε βρει μ' αυτόν εδώ.

Ο Αλβανός έπιασε να τραγουδάει ένα τραγούδι της πατρίδας του.
-Ωχ άρχισε το μοιρολόι. 
-Άστον αυτόν και πες μου για τον πιτσιρικά σου, τι έγινε, μπήκε στην ομάδα καλαθοσφαίρισης;
-Ναι ρε ο τσόγλανος, τα κατάφερε να μπει στην εθνική. Στην επόμενη σαιζόν θα τον δούμε να παίζει και στο πρωτάθλημα. 
-Συγχαρητήρια, αυτά είναι τα καλά νέα. Πρόσεχε μη στον ντοπάρουν μόνο και τα χάσει όλα.
-Δεν έχει τέτοια η καλαθοσφαίριση ρε μάστορα, καθαρά πράματα γίνονται εκεί πέρα.
-Καθαρά πράματα πουθενά δεν γίνονται Αργύρη, αυτό βάλτο καλά στο μυαλό σου. Ρε συ Σπάρτακε; Σου βγήκαν τα μάτια ρεεεεε! Άστο κορίτσι και δούλευε.
-Ωραίο κορίτσι μάστορα! 
Φώναξε ο Σπάρτακος από τη σκαλωσιά.
-Κάτσε να δω τη Βίτα το βράδυ και θα σου εξηγήσω εγώ. 
-Μα μόνο βλέπω, μάτια είναι ελεύθερα ε!
-Ασε τις δικές μας και κοίτα τις Αλβανίδες. Κι αυτό όταν δεν δουλεύεις. Μη φας κανένα φούντο από κει πάνω κι αποχαζέψεις. Άντε βούρλο, τελείωνε.
-Εσείς, Αλβανία κοπέλες, Ρωσία κοπέλες, Ουκρανία, Βουλγαρία, βάλατε σε μπαρ. Κλέψατε κορίτσια και καταστρέψατε.
-Ρε βούλωστο μην ανέβω και στο βουλώσω εγώ. Που θα μου πεις εμένα ότι κλέψαμε εμείς τα κορίτσια σας! Αμα δεν τους άρεσε να καθόντουσαν σπίτι τους. Κι εσύ το ίδιο ρε Καραγκιόζη!
Του φώναξε ο Αργύρης.
Ο Σπάρτακος ο Αλβανός, δεν απάντησε αμέσως.
Μετά από τρεις σκεπαρνιές στο ξύλο φώναξε με τη σειρά του.
Ελλάδα εδώ, Σπάρτακο δεν είδα. Εμείς αλβανία έχουμε πολλούς.
"Τι θέλει να πει τώρα ο μπαγάσας;"
Ρώτησε ο Αργύρης το μάστορα.
Άστονα ρε, που κάθεσαι κι ασχολείσαι. Άντε να πληρώσουμε τους καφέδες, ήρθαν οι πύργοι.
Οι δυο άντρες σηκώθηκαν πάνω και πλησίασαν το φορτηγό με τα υλικά. Το φορτηγό έκανε κάτι μανούβρες και σταμάτησε μπροστά στη μάντρα. Αρχίσανε να ξεκουβαλάνε τους πύργους ακουμπώντας τη γωνία που έβγαινε έξω πάνω στη μάντρα κι από κει ο Σπάρτακος που είχε κατέβει, τους φορτωνόταν στον ώμο και τους πέρναγε απέναντι.
Αποφάσισα να επέμβω. 
"-Δεν μου αρέσει αυτό που γίνεται εδώ πέρα. Μέχρι να τελειώσετε μ' αυτή την οικοδομή θα μου έχετε καταστρέψει την αυλή τελείως. Πάρτε το φορτηγό να το παρκάρετε αλλού".
Τους έκανα την παρατήρηση.
Ο Αργύρης ανέλαβε να με καθησυχάσει, ότι σε ένα τέταρτο τελειώνουν και το φορτηγό θα φύγει. 
"-Ηρέμησε κυρούλα! Μη σε πιάνει πανικός!" συμπλήρωσε καθώς απομακρυνόταν.
"-Αν δεν φύγει αμέσως αυτό το φορτηγό απο δω πέρα, θ' αρχίσω να ουρλιάζω. Μ' έχετε τρελάνει με τα φορτηγά σας. Και εν πάση περιπτώσει όλα εδώ, μπροστά μου πρέπει να γίνονται";
Ο μάστορας είπε στο Σπάρτακο που ξεφόρτωνε να μην ακουμπά στη μάντρα και έτσι το έργο του δυσκόλεψε. Ο πρώτος με διαβεβαίωσε πως δεν θα ξαναπαρκάρει φορτηγό μπροστά μου.
Ο Σπάρτακος άρχισε ν' αγκομαχάει. Ο Αργύρης είχε αρχίσει να παίρνει τους πρώτους πύργους. Φώναζε όμως κάθε τόσο, πιο γρήγορα!
Μ' έπιασε κάτι σαν αμοκ. Βγήκα ξαφνικά από την αυλή και σταμάτησα την κίνηση του μεσήλικα κοντράροντας με το χέρι μου τον πύργο να μείνει στην καρότσα. 
"-Άστον αυτόν εδώ κι έλα μέσα να σου φτιάξω καφέ. 
Ο άνθρωπος ξαφνιάστηκε. "-Δεν γίνεται, βιάζονται δεν ακούτε;
-Ακούω. Τόση ώρα έπιναν καφέ αυτοί όμως και έβλεπαν πως δουλεύετε εσείς, έλα μέσα για δέκα λεπτά και άστους να χτυπιούνται.
-Δεν μπορώ, θα με διώξουν. Φέρε μου ένα νεράκι αν θέλεις.
-Κύριε αργύρη! Θα επιτρέψετε στον κύριο από δω να απολαύσει έναν καφέ σαν άνθρωπος όπως τον απολάυσατε σεις;
-Ευχαρίστως κυρούλα, μα είναι ακατάλληλη η ώρα. Πρέπει να ξεφορτώσουμε τους πύργους, καθυστερήσαμε αρκετά.
-Τότε να κατεβείτε να τους ξεφορτώσετε εσείς τους πύργους κύριε Αργύρη. Θα σας καταγγείλω στην ένωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για απάνθρωπη συμπεριφορά".
Αυτό δεν ξέρω πως μου ήρθε και το πέταξα, άλλα έπιασε. Ξαφνικά ο κύριος Αργύρης έμαθε τ' ονομά μου.
"-Ακούστε κυρία Ελένη. Είναι γεγονός ότι έχουμε καθυστερήσει. Αν όμως ο άνθρωπος έχει κουραστεί τόσο ας πάρει μιαν ανάσα, θα αναλάβουμε μεις.
-Οχι, όχι! Φώναζε ο καημένος ο Σπάρτακος, ο αλβανός, ο καραγκιόζης, ο κερατάς ο άσχετος, Ο που έριξε τα μάτια του πάνω σ' ελληνίδα.
-Είμαι καλά, δεν χρειάζεται, χαχα! κυρία Ελένη σας ευχαριστώ πολύ. 
Πεντέξι άλλοι αλλοδαποί που δούλευαν στην οικοδομή άρχισαν να πανηγυρίζουν. Το σλόγκαν πέρασε από τον ένα στον άλλο και στη διάρκεια του ωράριου τους άκουγες που φώναζαν κάθε τόσο στον Αργύρη.
-Θα σε πάμε στην ένωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων Αργύρη! Δεν μας ταϊζεις, δεν κερνάς και μόνο βρίζεις.
Ο Αργύρης, όχι πως φοβήθηκε την απειλή, αλλά ένιωσε κάπως εκτεθειμένος από το ταυτόχρονο ξύπνημα των αλλοδαπών και δεν ξαναμίλησε. Όταν μάλιστα  ερχόταν από τότε να παρκάρει τη βέσπα του μπροστά στην μάντρα, μού έλεγε.
"Καλημέρα σας κυρία Ελένη, μήπως θέλετε να βάλετε το αμάξι σας εδώ; Να την πάρω αν είναι"
-Δεν είναι η Βέσπα σου που μ' ενοχλεί κύριε Αργύρη. Αλλά δεν μου πέφτει παραπέρα λόγος για σένα, ακόμα κι αν εγώ ενοχλούμαι αφάνταστα από την συμπεριφορά σου. Του είπα εκείνο το πρωί.
Τώρα μπορεί να είναι και ιδέα μου, αλλά νομίζω πως από τότε και μετά τη φωνή του δεν την ξανάκουσα, ενώ κοντεύω να μάθω απέξω τ' αρβανίτικα τραγούδια που τραγουδούν οι εργάτες καθώς δουλεύουν. Να πω την αλήθεια μου καρφώνεται στο νου εκείνος ο μονότονος ηπειρώτικος ήχος χωρίς λόγια και κάνω προσπάθεια ν' απαλλαγώ απ'αυτόν. Άντε να τελειώνουν πια να ησυχάσουμε! Στο μεταξύ μέχρι να γίνει το τέρας, θα έχω αποφασίσει σε ποια γειτονιά θέλω να ζήσω και θα έχω μάθει πόσο μπορώ να νοικιάσω το προσφυγικό μου, που δεν πρόκειται να δώσω ποτέ αντιπαροχή, για να συμπληρώνω το ενοίκιο για μια μονοκατοικία με θέα. Πολλά ζητάω;
Αν όμως μου πέσουν φτωχοί αλλοδαποί ενοικιαστές, τι θα κάνω;


last updated18/05/2006 08:57:02 πμ
c