Λουκάς Αθανασίου - διήγημα short stories

 

Η ΜΕΘΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. 

  Ξεκινώντας από την αρχή, θα ήθελα να παραδεχτώ κάτι. Πως τα πουλιά που πετάνε σε σμήνη ανακαλύπτουν καθημερινά το μοβ που απαιτείται για την μέθη. Σε πειθαρχία όπως βρίσκονται, ανεβαίνουν στους αμπελώνες τους παντοτινούς, λειτουργούν σε ψάθινες καρέκλες και σε ηλιαχτίδες ουζομαγειρείου ώσπου με ορθές κινήσεις να ‘ρθεί ο επιούσιος και να τους ανταμείψει. Η μέθη τότε (πάντα μοβ ) μπαίνει απρόσκλητη στο παιχνίδι τους και τους μαγεύει. Αυτή η διαδικασία είναι κάτι το συνηθισμένο στους ουρανούς κι εμείς οι πιστοί νομίζουμε πως ξέρουμε τα πάντα.

  Η λειτουργία σε μοναστήρι μοιάζει με ασκήσεις γυμνασίου πολλές φορές κι αυτό γιατί δύσκολα αποδεσμεύεται από τον Κύριο και μόνο σε περιπτώσεις παιδιών που χαζεύουν έξω από το παράθυρο αγνοώντας μπορεί να δικαιωθεί. Το μάθημα γίνεται βέβαια με σταυρούς και δοξασίες που για αυτές η δικαίωση μοιάζει άχρηστη, οι λυτρώσεις όμως τελικά αγοράζονται και αυτές και η πίστη χαμηλά κοιτώντας χάνεται ανάμεσα στα φουστανάκια των κοριτσιών, την μυρωδιά της πίκρας και τους φακούς των κλεφτών τα βράδυα, μέσα στη Tράπεζα.

  Είναι νωρίς βέβαια για εικασίες όμως φοβάμαι πως το ιερό είναι κοντά ενώ μακρυά είναι το όνειρο. Η ελπίδα βέβαια λένε πως πεθαίνει πάντα τελευταία. Πεθαίνει όμως πάντα παρέα με την διάψευση.

  Η μέθη σε χώρους μοναστηριακούς περικλείεται από ένα πέπλο μυστηρίου και μια νότα ηδονής. Τα ξύλινα πατώματα γίνονται μάρτυρες λεπτών μα ισχυρών παρορμήσεων που φτάνουν σε κύματα και που πολλές φορές αναγκάζουν τους πιστούς να σκύβουν και να ματώνουν. Το κρασί εδώ δεν φτάνει για να παλέψει, μα σαν τελειώνει ξαναγεννιέται πάλι απ’ τα κλεισμένα βλέφαρα. Μέσα από τις πλαδαρές τις πλάτες που σκύβουν και μαζεύονται αρνιώντας το ίσιωμα, το φανερό, το ευθείο. Οι σταυροί τους κρέμονται χρυσοί και κόκκινοι. Δεν είναι άλλωστε λίγοι αυτοί που τους φορούν ματωμένους, έτσι όπως τους άφησε ο Χριστός μπας και γλιτώσουν πρώτοι. Και ξεχνούν οι δόλιοι πως φτάσανε, καταπατώντας τα κυκλάμινα κι ανακατεύοντας το χώμα μέχρι που να πονέσει. Πως πούλησαν την ψυχή τους στους τζίτζικες που τους κοιτούν και που τώρα έχουνε πια χαθεί. Πως δονήθηκαν μονάχα στο κρεβάτι και αυτό μέχρι να περιττέψουν και πως γυμνοί οδηγήθηκαν στο χάος και στο κενό του έρωτα κι αυτοί γύρισαν !

  Ας είναι, μόνο ο Χριστός σώζει, όπως θα έλεγαν και οι σοφοί με τα χρυσά κοσμήματα να αιωρούνται από πάνω τους και με τις γενειάδες να πλέκονται όπως τα σκοινιά που κρατούν τα πλοία στο λιμάνι. Πεινούν βέβαια τις Τετάρτες και τις Παρασκευές μα χορταίνουν από τα Σάββατα και από τις μέρες τις δοξαστικές και τις μοιραίες.

  Μέρες πάθους - Μέρες πονηρές και χαλασμένες.

  Μέρες νηστείας - Δοκιμές σε αζήτητες ποια ηδονές και ευχαριστίες για την εξιλέωση.

  Παραληρούν!

Lukas Athanasiou - naftilos.com


last updated19/10/2001 07:58:47 πμ
c