Ελένη Κονιδάρη -διήγημα short stories

 

για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ

ΤΟ ΜΠΙΤΟΚΙ

Ηράκλειο, Δευτέρα, 3 Μαίου 1999

Η 3η Μαίου ήταν μια αποφράδα μέρα για τον Γρηγόρη και τη Ρίτσα Ντόκιανου. Γύρισαν από τριήμερο Πρωτομαγιάς για ν’ αντικρύσουν το χάος. Γλύτωσαν από το φόρο της ασφάλτου, από τους προπέρσινους σεισμούς, από τη χρεοκωπία, από μια ανεπιθύμητη υποψήφια νύφη του γιου τους, κι όλ’ αυτά γιατί; Για να επιστρέψουν στο διαμέρισμά τους μια Δευτέρα και να το βρουν άδειο.

Η Ρίτσα ποτέ δε φημιζόταν για την ψυχραιμία της. Αφού επικαλέστηκε θεούς και δαίμονες, αφού κατηγόρησε τις διεθνείς σχέσεις και την παρούσα κυβέρνηση, αφού σιχτήρησε τη μοίρα της και κατείγγειλε το ριζικό της, αναλύθηκε σε ασυγκράτητους λυγμούς. Πάει το καμάρι της, η κουζίνα των 400 χιλ. με τις κεραμικές εστίες που ακόμα δεν είχε ξεπληρώσει τις δόσεις. Πάει το καλύτερο κάδρο του σαλονιού που το ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που το είδε στην τηλεοπτική δημοπρασία. Πάει το φουστάνι που της έραψε η Ντίνα από φιγουρίνι, για τους - ατελέσφορους ευτυχώς -αρραβώνες του υιού Ντόκιανου. Το ήξερα, το ήξερα, φώναζε, πως το εφάπαξ δε θα πήγαινε για καλό σκοπό… ένας χρόνος μου ‘μεινε ακόμα κι έλεγα τι θα το κάνω μόλις το πάρω… στο στόμα μ’ έφτυσαν εμένα, το ξέρω… Τα τελευταία αυτά λόγια συνδυάστηκαν με πλάγιο βλέμμα προς το σύζυγό της, για τον οποίο όπως έλεγε, είχε πολλά ράμματα.

Ο Γρηγόρης ήταν συνήθως τέρας ψυχραιμίας, αντιμετώπιζε τα πάντα στωικά κι είχε το νου του στραμμένο στην επανόρθωση κάθε προβλήματος παρά στη μεμψιμοιρία. Σήμερα όμως, λύγισε μπροστά σ’ αυτό το κακό. Χαμηλόμισθος μια ζωή, όλη του η περιουσία συνοψιζόταν σ’ αυτό το δυαράκι και τα υπάρχοντά του, σε κάτι χωράφια χέρσα κληρονομιά της μάνας του, και στον πολιτικό-μηχανικό-με-μέλλον γιο του.

Είχε μαζευτεί κόσμος στο σπίτι, συγγενείς και γείτονες. Η αστυνομία ήλθε, είδε και απήλθε ως είθισται και η Ρίτσα έφτιαχνε πικρούς καφέδες στο γκαζάκι, εις μνημόσυνον του σκρίνιου που το ‘χε απ’ το γάμο της. Τι χαμπάρια Γρηγόρη, ώρα είναι να κάνεις και συ σιγόντο στις γυναίκες. Ήταν ο Θωμάς, γείτονας και καλός ταβλαδόρος. Τον είχε πάρει το μάτι του σε μια γωνιά του σπιτιού. Τον είχε δει να βουρκώνει και είπε να τον προειδοποιήσει για την αδυναμία του με αντρική αλληλεγγύη. Μη σκοτίζεσαι, τον έρωτα να μη μας ζαλίσουν, κι ας μας αφήσουν και ξεβράκωτους, όλα τ’ άλλα γίνονται ξανά, προσπάθησε να τον παρηγορήσει και στράφηκε αμέσως προς την ομήγυρη, νιώθοντας πως δε σήκωνε άλλες κουβέντες η κατάσταση. Εδώ ήταν που ο Γρηγόρης ένιωσε το Δούναβη να θέλει να κάνει παραπόταμο μέσα απ’ τα μάτια του και πήγε παραπατώντας στο μέσα δωμάτιο. Μα τον έρωτα μας ζάλισαν Θωμά, μας τον τσάκισαν τον έρωτα…

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Γρηγόρης που είχε τελειώσει τη Σιβιτανίδειο, ήταν ήδη έμπειρος ηλεκτρολόγος. Είχε ανοίξει ένα εργαστήριο και έκανε μερεμέτια, κάτι οι ασπρόμαυρες τηλεοράσεις που έκαναν το ντεμπούτο τους, κάτι τα τρανζιστοράκια που οι Μαρίες με τα κίτρινα του ‘φερναν να επισκευάσει, έβγαινε καλό μεροκάματο. Η Θεανώ ήταν γειτονάκι. Του ‘φερε μια μέρα το πιεσόμετρο της μάνας της κι εκείνος έσκασε στα γέλια. Εκείνη έμεινε να τον κοιτά αμήχανη και τότε ο Γρηγόρης κατάλαβε ότι είχε αγαπήσει την απορία της με όλη τη δύναμη της καρδιάς του. Της εξήγησε ευγενικά ότι δεν επισκευάζει πιεσόμετρα κι η Θεανώ κοκκίνισε. Ήταν δεν ήταν 20 χρονών κι εκείνος μαγκούφης επαρχιώτης στην Αθήνα. Τα έφτιαξαν μέσα σε μια βδομάδα, αλλά το πράγμα ήταν περισσότερο σχήμα λόγου παρά ουσιώδης κατάσταση. Η Θεανώ ζούσε με τη μάνα της, και οι παλαιές αρχές της γειτονιάς είχαν κάνει παραχωρήσεις μόνο στα παντελόνια καμπάνες. Δε μπορούσε να την ξεμοναχιάσει, αρκούνταν σε κλεφτές ματιές και σε μια βόλτα στο Ζάππειο κάθε Κυριακή 4-6 που εκείνη έλεγε ότι πήγαινε επίσκεψη σε μια ξαδέρφη της στον Πειραιά που την είχε μιλημένη. Ο νους του όμως δούλευε πυρετωδώς. Ούτε τηλέφωνο δεν μπορούσε να πάρει γιατί το σήκωνε πάντα η κυρά Φρόσω με τ’ όνομα.

Μια μέρα που επισκεύαζε ένα σι-μπι, του ‘ρθε η φαεινή ιδέα. Θα έφτιαχνε κάτι σχετικό, να το ‘χει μαζί της να μπορεί να της στέλνει μηνύματα. Μετά από 6 μήνες προσπάθειας με τα καλωδιάκια και το κολλητήρι, έφτιαξε δυο πανομοιότυπα πράγματα, σαν τρανζίστορ έμοιαζαν απ’ έξω για παραλλαγή. Να πας να κατοχυρώσεις την πατέντα, τον δούλευε ο φίλος και εξομολογητής του ο Μπάμπης. Αστεία αστεία όμως, ήταν όντως καταπληκτική σύλληψη: πατούσες ένα κουμπάκι και στο άλλο μηχάνημα αν βρισκόταν σε ακτίνα μέχρι 200 μέτρα (το σπίτι της Θεανώς απ’ το εργαστήρι του ήταν μετρημένα 167 μέτρα), αναβόσβηνε ένα κόκκινο φωτάκι. Ο Μπάμπης το βάφτισε μπιτόκι, λέξη σύνθετη εκ του σι-μπι που ‘δωσε την έμπνευση και του επωνύμου του Κύρου Γρανάζη. Της έδωσε το ένα και συμφώνησαν τον κώδικα: μια φορά σημαίνει “όλα πάνε καλά, θα βρεθούμε όπως συμφωνήσαμε”, δύο φορές σημαίνει “υπάρχει πρόβλημα, μη με περιμένεις” και τρεις φορές σημαίνει “σ’ αγαπώ”, είχε συμπληρώσει εκείνος με κάποια αμηχανία. Το σύστημα δούλεψε μια χαρά. Είχε το δικό του πάντα σε σημείο να το βλέπει και όταν έβλεπε το φωτάκι ν’ αναβοσβήνει, ένιωθε την καρδιά του να συντονίζεται στο ρυθμό του. Ένα μεσημέρι το πήρε αργά στα χέρια του και πάτησε το κουμπάκι σταθερά τρεις φορές. Περίμενε και δεν ερχόταν απάντηση. Δε θα το είδε, παρηγορήθηκε. Μια ώρα μετά όμως είχε κι αυτός ένα μήνυμα με τρεις λάμψεις. Έκλεισε το μαγαζί, σήκωσε δια της βίας τον Μπάμπη απ’ το μεσημεριανό του ύπνο, και τον κατέβασε στο Πασαλιμάνι για ούζα.

Είχε ξεθυμάνει πια το καλοκαίρι όταν έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. Δεν την είχε δει για δυο μέρες, το φωτάκι στο μπιτόκι δεν άναβε, τα παράθυρά της σφαλισμένα. Δεν άντεξε και πήρε τηλέφωνο, καμιά απάντηση. Την τέταρτη μέρα έβαλε τη ντροπή στην άκρη και πήγε ευθεία στη γειτόνισσά τους και ρώτησε τι έγιναν, μάνα και κόρη. Δεν το ξέρεις καημένε, που ζεις; του ‘πε εκείνη. Της έκανε προξενιό ένας μπάρμπας της στην Αμερική και φύγανε. Τυχερή η Θεανώ, αλίμονο σε μας που δεν έχουμε τέτοια χάρη, συμπλήρωσε και τον λοξοκοίταξε.

Γύρισε στο εργαστήρι και το μάτι του έπεσε στο μηχάνημα. Το έπιασε κι έκανε να το πετάξει στον τοίχο αλλά την τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε. Εξάλλου έτσι μόνο του, δίχως το άλλο, ήταν κραυγαλέα άχρηστο. Το παράχωσε ανάμεσα σε κάτι ανταλλακτικά κι ορκίστηκε να διαγράψει μια για πάντα τους ανάξιους ανθρώπους απ’ την καρδιά κι απ’ το μυαλό του.

Κάπου ένα χρόνο μετά ένας φίλος του, του ‘ριξε στο πλάι τη Ρίτσα, τροφαντή και πεταχτούλα. Να μη μείνεις πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης ρε, του ‘πε. Καλή κοπέλα ήταν, δεν περίμενε και πολλά στη ζωή του, την παντρεύτηκε. Άλλαξε ζωή. Τον πήραν στη ΔΕΗ μέσω του θείου του που ψήφιζε πάντα Καραμανλή, εξού κι είχε μια πολύ καλή θέση γραμματέως Γ’ στο Υπουργείο. Πήγαν να μείνουν στο δυαράκι που ‘ταν προίκα της από αντιπαροχή. Του ‘κανε γρήγορα γρήγορα το γιο, και μετά από δυο απανωτές αποβολές, αρκέστηκε να βάζει κιλά και λεφτά στην πάντα, για μια ώρα ανάγκης. Του περιόρισε τα συζυγικά καθήκοντα άπαξ κάθε Σάββατο και τις συζυγικές συζητήσεις άπαξ του διμήνου περίπου, όταν έκαναν τον εθιμοτυπικό τους τρικούβερτο καυγά. Δεν έφταιγε η Ρίτσα, δεν έφταιγε ούτε ο Γρηγόρης. Ήταν δυο άνθρωποι ουσιαστικοί αδιάφοροι ο ένας προς τον άλλον, που απλώς έκαναν ό,τι κάνουν όλοι.

Ο γιος του θα κόντευε να πάρει το πτυχίο όταν μια μέρα έπεσε τυχαία πάνω στο Μπάμπη. Είχαν χαθεί από χρόνια δίχως λόγο, έτσι όπως χάνονται οι άνθρωποι. Πάμε να σε κεράσω ένα ούζο, του ‘πε ο Μπάμπης και δε σήκωνε κουβέντα. Μίλησαν άνοστα για λίγη ώρα και μετά έπεσε βαριά σιωπή. Ήταν έτοιμος να πει πως έχει μια δουλειά όταν ο Μπάμπης έβηξε και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο. Απέκτησες το χούι να μιλάς στον εαυτό σου; του πέταξε δήθεν αστεία ο Γρηγόρης. Θέλω να σου πω κάτι, αλλά δεν ξέρω πως θα το πάρεις, του ‘πε ο Μπάμπης με τα μάτια καρφωμένα στο ούζο. Τα ξέρεις και τα ξέρω ρε Μπάμπη, ας μην τα συζητάμε καλύτερα, είπε ξερά ο Γρηγόρης. Μα αυτό είναι το θέμα, πως εσύ δεν τα ξέρεις, του απάντησε με μιαν ανάσα ο Μπάμπης. Πάλι σιωπή, επίμονη αυτή τη φορά, σπάνια σιωπή σπαραξικάρδια. Ένα δυο χρόνια μετά, έμαθα νέα της. Σ’ έβλεπα ακόμα τότε, αλλά ετοιμαζόσουν να παντρευτείς, δεν ήθελα να σου μαυρίσω την καρδιά, αλλά το ‘χω μέσα μου ρε Γρηγόρη. Ήρθαν κάτι γράμματα σπίτι τους, κι επειδή κανείς φυσικά δεν τα μάζευε, τα πήρε η γειτόνισσα και τα’ άνοιξε. Ήταν συλλυπητήρια στη μάνα της από διάφορους. Είδα τον ουρανό σφοντύλι, έψαξα κι έμαθα. Γρηγόρη η Θεανώ είχε την κακιά αρρώστια, πήγε στην Αμερική για θεραπεία αλλά δεν την έβγαλε. Επίτηδες είχαν πει στη γειτονιά άλλ’ άντ’ άλλων, καταλαβαίνεις γιατί.. Ο Γρηγόρης φώναξε το σερβιτόρο. Δικά μου είναι, φώναξε ο Μπάμπης. Ρε συ, θυμάσαι εκείνο το μεσημέρι στο Πασαλιμάνι που σ’ έσυρα με το ζόρι να σε κεράσω; είχα τους λόγους μου τότε – μα και σήμερα τους έχω.. Μην κάνεις άλλη κουβέντα.

 Όταν πήγε σπίτι, ανέβηκε κατευθείαν στο πατάρι. Ανάμεσα στις κούτες βρήκε εκείνη με τα ανταλλακτικά. Βρήκε το μπιτόκι. Πήγε στο εργαστήρι ενός φίλου του και του ζήτησε να τον αφήσει λίγο να δουλέψει. Το άνοιξε και άλλαξε στο τσάκα τσάκα τα καλώδια. Τώρα πατώντας το κουμπάκι, άναβε σ’ αυτό το ίδιο το μηχάνημα το κόκκινο λαμπάκι. Από τότε κάθε μεσημέρι, πατούσε το κουμπί τρεις φορές.

Ανόητα, ηλίθια κωλόπαιδα που γδύνετε τα σπίτια του κόσμου. Ιδέα δεν έχετε τι είναι πολύτιμο και τι όχι. Τι θα το κάνετε καθίκια το κλειδωμένο βαλιτσάκι; Θα το σπάσετε και θα βρείτε το μπιτόκι… Ο Δήμος θα το περιμαζέψει με τα σκουπίδια αύριο το πρωί… Αν σας είχα στα χέρια μου θα σας έπνιγα δολοφόνοι, τι σας έφταιξε ρε 20 χρονών κοπέλα να τη στείλετε στη χωματερή; Τόσα χρόνια παλιάνθρωποι, τόσα χρόνια έζησα μακριά της και τώρα που την ξαναβρήκα μου την πήρατε. Ό,τι και να σας κάνουν λίγο θα είναι, να ‘χετε χάρη που δεν το βαστάει η καρδιά μου να σας καταραστώ να χάσετε το δικό σας μπιτόκι.

 

 


last updated06/08/2001 05:32:02 μμ
c