ΧΑΙΡΕ,
Ήθελα να σου γράψω από καιρό καλέ μου φίλε, μα τις ώρες που γυρνώ στο σπίτι, έπειτα από ξενύχτια και κραιπάλες, ο νους μου και το χέρι μου δεν είναι πια για τούτη τη δουλειά. Δεν ξέρω στ' αλήθεια τί ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Εννοώ όταν δεν πρόκειται για καθαρό συμφέρον, μα όταν ο ένας νοιάζεται τον άλλο έτσι από περίσσευμα. Κι εγώ αν νοιάζομαι έναν άνθρωπο κάτω από αυτό τον ήλιο – το λέω απ' την καρδιά μου δεν σε κολακεύω φίλε – ετούτος είσαι εσύ ? γονιούς και αδέλφια τους έχω από καιρό ξεγράψει.
Πάει καιρός που τίποτε πια δεν ελπίζω, τίποτε πια δεν πιστεύω. Νιώθω το στήθος μου σαν ένα στρείδι ρουφηγμένο. Αν κάτι με κρατάει στον κόσμο αυτόν είν' η ακόρεστη λαγνεία μου. Έχω σχεδόν πενήντα χρόνια στη ζωή, τα μαλλιά μου έχουν ασπρίσει στους κροτάφους, το πρόσωπό μου είναι σκληρό. Ένας ώριμος άντρας, θα έλεγε κανείς, ένας άνθρωπος ψημένος από τη ζωή, έμπειρος, με λίγα λόγια συνετός. Μα τίποτε από αυτά δεν είναι αλήθεια. Έχω δυο μήνες να εργαστώ, έχω δυο μήνες να δώ το φως της μέρας. Η δική μου ημέρα ξεκινά το σούρουπο και λήγει το πρωί, λίγο πριν φέξει, λες και το κύριο μέλημά μου είναι να κρύβομαι από το φως του ήλιου.
Καμιά φορά, αν τύχει και κοιτάξω προς τα πίσω, θαυμάζω πας πέρασαν τα χρόνια σχεδόν ερήμην μου, πως κίνησα από χίλιους δρόμους για να ‘μαι τώρα εδώ που μου αξίζει, ελπίζοντας κάθε φορά πως κάπου αλλού θα με ξεβράσει η μοίρα. Μάταια. Δεν ήταν του χεριού μου. Είμαι αταίριαστος μικρέ.
Όλο μου το χρήμα έφυγε σε κάθε λογής πορνίδια και σ' ακριβά πιοτά. Τώρα πια είμαι άφραγκος, μα δε με νοιάζει. Μόλις κλείσω αυτό το γράμμα μια πιστολιά θα σχίσει τον αέρα, μυαλά και αίματα θα ξεχυθούν. Βαρέθηκα! Αν κάποιος μπορούσε να με νοιώσει… Μα ούτε συ ούτε κανείς. Και τώρα που τίποτε δεν έχω πια να χάσω, αναρωτιέμαι αν όλα αυτά τα χρόνια ήσουν εσύ ο φίλος μου ή μήπως ήτανε η σκέψη μου για εσένα, που μου κρατούσε συντροφιά.
Αντίο
