Φριτς Βαβούρας-διήγημα short stories

 
 
 

Home - refene.com

 
 

Φριτς Βαβουρας - Homepage

 
 

Ερως-Ηρως

10-02-04
 

Axel

13-02-04
 

Ο Εφαψιας

13-02-04

Χαίρε

26-04-04
     

 

 

Ο ΕΦΑΨΙΑΣ

Αν παρατηρήσεις τα κεφάλια των ανθρώπων στο λεωφορείο μπορεί να αναλογιστείς πως κάθε κεφάλι κουβαλάει μέσα του και μια σκέψη. Στην πραγματικότητα βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν δίχως να σκεφτούν απολύτως τίποτε , πράγμα που σήμερα μου φαίνεται αυτονόητο, μα πριν 30 χρόνια ακριβώς, την 27 η Ιανουαρίου του 2004 – ήμουν μόλις είκοσι τριών ετών – δεν μου πολυπέρναγε από το νου. Γκριμάτσες σκυθρωπές, γκριμάτσες νυσταγμένες, γκριμάτσες βλογιοκομμένες , αποβλακωμένες ή και χαζοχαρούμενες… βλέμματα απλανή, βλέμματα νοσταλγικά, βλέμματα μαυρισμένα από την πείνα… Ντόπιοι, αλλοδαποί… Ο καθένας από αυτούς κατάφερνε να κοιτάζει προς μια διαφορετική κατεύθυνση σαν να σου έλεγε «εμένα με απασχολούν άλλα πράγματα, αυτά που έχω εγώ στο νου μου δεν τα σκέφτεται κανένας άλλος άνθρωπος πάνω στη γη » . Μου άρεσε να τους παρατηρώ και να κάνω υποθέσεις – ένα συνήθειο που απέκτησα προσπαθώντας να σκοτώσω την πλήξη μου κατά τη διάρκεια του καθημερινού μου ταξιδιού από την Γλυφάδα στην Αθήνα και τούμπαλιν. Εκείνη την περίοδο της ζωής μου υπήρξα πολύ τακτικός και οργανωμένος, σε βαθμό αηδίας δηλαδή. Εκτελούσα τα πάντα με μια μηχανική ακρίβεια, που θα ζήλευε κι ο καλύτερος ελβετός ωρολογοποιός. Ξυπνούσα στις εφτά το πρωί . Μέχρι τις εφτά και μισή είχα προλάβει να πλυθώ, να ντυθώ και να χέσω. Στο επόμενο τέταρτο έτρωγα. Στις οχτώ ακριβώς αναχωρούσα με το λεωφορείο για την Αθήνα. Το απόγευμα κατά τις έξι, όταν τέλειωναν τα μαθήματά μου, έκανα πάντοτε τον ίδιο ανιαρό περίπατο μπροστά από τα προπύλαια του Πανεπιστημίου για να χαζέψω κανένα ζευγαράκι και στις έξι και τέταρτο ξεκινούσα το ταξίδι της επιστροφής. Ήμουν επίσης μονόχνοτος, δεν μιλούσα με κανέναν αν δεν υπήρχε εξαιρετική ανάγκη – από την άλλη και οι συμφοιτητές μου στη Νομική Σχολή αρνιόντουσαν να ασχοληθούν μαζί μου, γιατί ήμουν πάντοτε σιωπηλός κι αν με ρωτούσαν κάτι απαντούσα αργά και βαριεστημένα, σαν θανατοποινίτης, δείγμα βλακείας κατ' αυτούς , μεγαλοφυΐας κατ' εμέ.

Όπως κάθε άνθρωπος που κάνει το ίδιο δρομολόγιο κάθε μέρα γνώριζα φυσιογνωμικά τους συνταξιδιώτες μου και μπορούσα με μεγάλη σιγουριά να πω αν κάποιος ήταν «μόνιμος» ή χρησιμοποιούσε το λεωφορείο περιστασιακά ή ήταν ένας κάποιος άσχετος και τυχαίος. Για όλους τους «μόνιμους» είχα πλάσσει κάποιαν ιστορία ικανοποιητική : ποια είναι η δουλειά τους, η οικογενειακή τους κατάσταση, τυχόν προβλήματα με την υγεία τους, αν είχαν ερωμένη ή εραστή κλπ. Και, μολονότι δεν είχε τύχει να μιλήσω με κανέναν από αυτούς , τους ένιωθα κατά κάποιον τρόπο δικούς μου ανθρώπους , σχεδόν αποκυήματα της φαντασίας μου… Ανάμεσά τους βρισκόταν και ένας πολύ περίεργος τύπος , σκέτο έκτρωμα. Ήταν κοντός , γύρω στο ένα και πενήντα , στρουμπουλός και συνάμα πυραμιδοειδής . Η μέση του ήταν αισθητά πιο φαρδιά από τους ώμους του, οι οποίοι κατέληγαν σ' έναν ανύπαρκτο λαιμό, πάνω στον οποίο καθόταν ένα τριγωνικό κεφάλι με κάτι κατσαρά μαλλάκια. Φορούσε γυαλιά μυωπίας και είχε στερεωμένο στο αριστερό αυτί του ένα ακουστικό βαρηκοΐας. Ήταν γύρω στα τριανταπέντε. Αυτό το πράμα κατάφερνε πάντοτε να βρίσκεται πίσω από έναν γυναικείο κώλο, τον οποίο και χούφτωνε όπως μπορούσε, πάντοτε με το πρόσχημα του συνωστισμού. Και αν τύχαινε να τον βρίσει καμιά κοπελίτσα μπορούσες να ακούσεις ένα απροσδιόριστης σημασίας βογκητό, που έλεγες πως έβγαινε βαθιά μέσα από τη χέστρα, με δίχως άρθρωση, ένα πράγμα απαίσιο, σαν μια κλανιά παιγμένη σε διαφορετικούς τόνους. Εγώ δε είχα πάντοτε την αίσθηση πως τα χέρια του πρέπει οπωσδήποτε να κολλάνε από τα χύσια, γιατί ήταν δίχως αμφιβολία δεινότατος αυνανιστής. Την υποψία μου αυτή επιβεβαίωνε μια υπόκωφη οσμή σπέρματος, που έσπαζε τη μύτη μου κάθε φορά που τον έβλεπα, αλλά για να είμαι δίκαιος, δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν όντως την μύριζα ή αυθυπέβαλα τον εαυτό μου . Η ύπαρξή του με ενοχλούσε . Δεν ήμουν πουριτανός , κάθε άλλο μάλιστα . Δεν με πείραζε καθόλου που χούφτωνε τις γυναίκες, ούτε που βρωμούσε σπέρμα το λεωφορείο κάθε φορά που τύχαινε να βρίσκεται κι αυτός μέσα. Ούτε ήμουν ποτέ ρατσιστής βεβαίως . Όχι . Αυτό που με ενοχλούσε ήταν που δεν μπορούσα να φτιάξω μιαν ιστορία ικανοποιητική για τούτο το άτομο, που δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι αληθοφανές έστω για την εκτός λεωφορείου ζωή του. Κάθε φορά που τον έβλεπα , δηλαδή κάθε μέρα στις οχτώ το πρωί ακριβώς , φουρκιζόμουν . Ένιωθα μιαν ασυγκράτητη παρόρμηση να του χώσω μια δυνατή σφαλιάρα στο αφτί και να τον γκρεμίσω από τις σκάλες του λεωφορείου. Φαντασιωνώμουν ότι τον έδερνα αλύπητα με τη δερμάτινη ζώνη μου μέχρι που μάτωνε . Η φάτσα μου πρέπει να έπαιρνε εξαιρετικά μοβόρικη όψη εκείνες τις στιγμές . Μέρα με την ημέρα η κατάσταση γινόταν ολοένα και πιο αφόρητη . Η αστεία εικόνα του περνούσε αρκετές φορές μέσα στο εικοσιτετράωρο από το νου μου . Άρχισα να τον ονειρεύομαι . Ήταν απαίσιο . Έβλεπα το ασυνάρτητο σουλούπι του να τραντάζεται σαν κομπρεσέρ και σε κλάσματα του δευτερολέπτου ακολουθούσε μια εμετώδης συναυλία από κάστορες και αγριογούρουνα , που μάλλον ήταν το γέλιο του . Μα η υπόθεση δεν έλεγε να σταματήσει εκεί. Αφού ξεκοιλιαζόταν για κάμποση ώρα στα γέλια έκανε ένα κρεσέντο , έπαιρνε μισή περιστροφή κατέβαζε τα βρακιά του κι έριχνε μιαν ειρωνική κλανιά , που δεν διέφερε καθόλου από την ομιλία του – στην πραγματικότητα ίσως και να' λεγε κάτι που εγώ δεν καταλάβαινα . Κι έπειτα χανόταν τρέχοντας μες στην ομίχλη . Αυτό το όνειρο το είδα εικοσιπέντε φορές μετρημένες , το ίδιο και απαράλλαχτο. Μέσα σε έναν μήνα από τον πρώτο μου εφιάλτη τον έβλεπα σχεδόν παντού : Στο περίπτερο να μου πουλάει τσιγάρα , στον μανάβη με την φόρμα του εργάτη να ξεφορτώνει κρεμμύδια, στους δρόμους να οδηγεί λεωφορεία , τρόλεϊ και ι.χ. Πάντοτε ανάμεσα στο πλήθος . Ώσπου ένα βράδυ ήμουν έτοιμος να βάλω το χέρι μου στη φωτιά και να ορκιστώ πως παρίστανε τον νάνο – λάμπα στον κήπο του σπιτιού μου . Ανέβηκα τρέμοντας από τον πυρετό , καταϊδρωμένος και σακατεμένος ψυχολογικά στο δωμάτιό μου . Άναψα όλα τα φώτα . Κατέβασα τα ρολά και δοκίμασα κάτι βαρβιτουρικά. Τα είχε ξεχάσει στο κομοδίνο μου μια μισότρελη γκόμενα που ‘τυχε να πηδάω το περασμένο Σαββατοκύριακο . Η γκόμενα είχε λαλήσει , με φώναζε πατέρα . Δεν με πολυένοιαζε γενικά , αν και η φωνή της είχε κάτι αρρωστημένο κάθε φορά που πρόφερε τη λέξη « πατέρα » . Επέμενε κάπως στο «Τ» και ευχαριστιόταν λίγο παραπάνω το «Ε» , δηλαδή « πατττέερα , πατττέερα ! » . Την είχα γνωρίσει απ' το τηλέφωνο. Παρίστανε την τηλεφωνήτρια σε μιαν εταιρεία που έκανε έρευνες αγοράς δημοσκοπήσεις και όλα τα σχετικά και θυμάμαι με είχε πάρει τηλέφωνο σχετικά με ένα καινούριο κωλόχαρτο της Softex , που ήταν απαλό σαν χάδι και πολύ ανθεκτικό συνάμα, δηλαδή μάλλον δεν υπήρχε κίνδυνος να βρεθούν ξαφνικά τα δάχτυλά σου χωμένα στην κωλοτρυπίδα σου , όπως συμβαίνει καμιά φορά με το φτηνό κωλόχαρτο του μπακάλη . Της είπα με ευγενικό τρόπο πως όλα αυτά δεν με ενδιαφέρουν και να μην με ξαναενοχλήσει , την ρώτησα δε με αυστηρό ύφος που βρήκε το τηλέφωνό μου , αφού δεν υπήρχε στους καταλόγους του ΟΤΕ και , αν εξαιρέσουμε την μάνα μου, εκείνες τις εποχές κανείς στον κόσμο δεν γνώριζε το νούμερό μου . Η γκόμενα ντράπηκε και μου είπε πως έπαιρνε τα νούμερα στην τύχη , ζήτησε συγγνώμη κομπιάζοντας και ήμουν έτοιμος να κλείσω όταν με άφησε εμβρόντητο λέγοντας με την κάπως βραχνή και εμφανώς ταραγμένη της φωνούλα πως ο τρόπος που της μιλάω της θυμίζει τον πατέρα της . Τότε κι εγώ συγκινήθηκα λιγάκι , πλάθοντας στο νου μου ακαριαία μιαν ιστορία για την φτωχή και έρμη τηλεφωνητριούλα , που ορφάνεψε στα δεκατρία με άλλα τέσσερα αδέλφια στην πλάτη της – η μάνα τους εξαθλιωμένη από τις γέννες φιλάσθενη και ετοιμόρροπη , έπλενε σκάλες όποτε της το επέτρεπε η υγεία της – και ως εκ τούτου έπρεπε αυτή να φροντίζει για όλους , παράτησε το σχολείο , ενώ ήταν άριστη μαθήτρια , υπέστη χίλιες δυο εκμεταλλεύσεις κυρίως από συγγενείς και φίλους – ο νονός της δε είχε προσπαθήσει δυο φορές να την ξεπαρθενιάσει – και τώρα πια ελεύθερη σαν τα στοιχεία της φύσης και υπερήφανη εργαζότανε , το πρωί ως τηλεφωνήτρια και το βράδυ , ποιος ξέρει τι , πιθανότατα ως γκαρσόνα , για να ζήσει αξιοπρεπώς την οικογένειά της . Μαλάκωσα κι εγώ , έγινα πιο συνεργάσιμος και της είπα δυο λογάκια για το ιδανικό κωλόχαρτο. Σε μια στιγμή αδυναμίας μάλιστα της είπα την διεύθυνσή μου για να μου στέλνουν διαφημιστικά φυλλάδια .

Βεβαίως όλα αυτά αποδείχτηκαν βλακώδη και αυθαίρετα , όταν η γκόμενα έσκασε στο σπίτι μου αργά το βράδυ του Σαββάτου ντυμένη με μια καμπαρτίνα και το κυλόττακι της . Μια νυμφομανής ψωλέττα ήτανε και τίποτε παραπάνω . Ούτε τηλεφωνήτρια , ούτε τίποτε απ' όλα αυτά . Τρελή και άρρωστη . Αλλά αρκετά μ' αυτήν την τρελή , καλή της ώρα , γιατί σ' ετούτη την ιστορία ο τρελός ήμουν ή κόντεψα να γίνω , τουλάχιστον, εγώ .

Τα βαρβιτουρικά έκαναν την δουλειά τους και κοιμήθηκα σαν νεκρός . Ξύπνησα κατά τις δέκα το πρωί και άρχισα να θυμάμαι τα χθεσινά . Βρήκα το τηλέφωνο ενός ψυχίατρου και έκλεισα ραντεβού για την ερχόμενη βδομάδα. Η κοπέλα στο τηλέφωνο με ρώτησε πώς θα περιέγραφα την περίπτωσή μου . Αστειεύτηκα . Της είπα πως έχω γίνει πολύ βίαιος με τον σκύλο μου , έπειτα σοβαρεύτηκα και της είπα ότι στην πραγματικότητα βλέπω όλη την ώρα νάνους . Αυτή μάλλον έβγαλε τα συμπεράσματά της . Πάντως η δήλωσή μου δεν απείχε καθόλου από την πραγματικότητα . Μόλις είχα κλείσει το τηλέφωνο και κάθισα αναπαυτικά στη χέστρα . Κοιτούσα τα νύχια των ποδιών μου που ήθελαν κόψιμο . Όταν σήκωσα το κεφάλι μου τον είδα . Στεκόταν μπροστά από τον νιπτήρα και έπλενε με μπόλικη σαπουνάδα τις μασχάλες του. Τα σκατά μου έφυγαν μονοκόμματα . Κόπηκαν τα πόδια μου. Κι αυτός εκμεταλλευόμενος την αδυναμία μου συνέχισε να πλένεται σφυρίζοντας αδιάφορα . Έπειτα ξυρίστηκε κιόλας . Αυτά δεν κράτησαν πάνω από μισή ώρα , αλλά εγώ έμεινα καθισμένος στο θρονί μέχρι το μεσημέρι. Ο κώλος μου είχε μουδιάσει περιμετρικά. Άλλο πρόβλημα κι αυτό.

Αποφάσισα , και νομίζω πολύ ορθά , πως αφού ούτως ή άλλως δεν μπορώ να τον αποφύγω καλύτερα είναι να τον αντιμετωπίζω σε ανοιχτούς χώρους δίπλα σε άλλους ανθρώπους . Μέχρι ποιου σημείου θα μπορούσε να φτάσει εκείνος μπροστά σε κόσμο, μπροστά σε μάρτυρες ; Σιγά σιγά άρχισα να αμφιβάλω , κρίνοντας in retrospect , αν αυτός ο άνθρωπος υπήρχε στ' αλήθεια , αν όντως τον εγνώριζα από το λεωφορείο ή μήπως ήταν ολοκληρωτικά έ ν α π λ ά σ μ α τ η ς φ α ν τ α σ ί α ς μ ο υ. Ο γρίφος θα λυνόταν με έναν και μόνο τρόπο κι εγώ τον γνώριζα . Έκανα υπομονή μέχρι το πρωί . Έμεινα άυπνος . Όλη τη νύχτα γύριζα στα στενάκια της Γλυφάδας σαν κανένας αλήτης και κατά τις οκτώ το πρωί βρώμικος, ταλαίπωρος , νυσταγμένος και αξύριστος επιβιβάστηκα στο λεωφορείο . Το σχέδιο ήταν πολύ απλό : θα τον πλησίαζα με πολύ θάρρος και θα τον άγγιζα για να δω αν υπάρχει τέλος πάντων . Ένα σκούντηγμα . Ναι, ναι , ένα αθώο σκουντηγματάκι μόλις φρενάρει ο οδηγός κι ιδού η μεγάλη απόδειξη . Η αλήθεια είναι πως εκείνο το πρωινό οι συνεπιβάτες μου - μου φάνηκαν εξαιρετικά ατημέλητοι. Οι άντρες αξύριστοι με τις γραβάτες μισολυμένες , οι γυναίκες αναμαλλιασμένες και άβαφτες . Στην ατμόσφαιρα πλανιόταν μια αποφορά ιδρωτίλας και άπλυτου δοντιού . Προσπάθησα να πλησιάσω τον στόχο μου. Βρισκόταν στο μέσον του λεωφορείου , όρθιος πίσω από ένα ξανθό κωλαράκι. Δυσκολεύτηκα να τον φτάσω. Είχα την αίσθηση πως όλοι εκεί μέσα ήθελαν για κάποιον λόγο να βρεθούν κοντά στο δύσμορφο ανθρωπάκι. Και κατά έναν περίεργο τρόπο κατάφερναν να πέφτουν επάνω στον αξιοθρήνητο εφαψία, έτσι που , όταν επιτέλους κατόρθωσα να τον πλησιάσω , ήτανε σαν δαρμένος : από την μύτη του έτρεχε αίμα , τα κουμπιά του ήταν ξηλωμένα και ο γιακάς του σακακιού του ξεσκισμένος. Μα εγώ βρισκόμουν δίπλα του, δίπλα του ! Μπορούσα να τον αγγίξω , να τον μυρίσω ( και τώρα σας πιστοποιώ με πάσα βεβαιότητα ότι βρωμοκοπούσε σπέρμα ). Να τον χτυπήσω άμα ήθελα. Από γύρω μου ένιωθα συνεχείς και βίαιες ωθήσεις κι όταν τύχαινε κανένα φρενάρισμα , μια βροχή από γροθιές και αγκωνιές κατέληγε στην μελανιασμένη από το ξύλο μάπα του δυστυχισμένου κοντοστούπη . Στο λεωφορείο επικρατούσε αναβρασμός .

Πολύ σύντομα εγκαταλείφθηκαν τα κάθε είδους προσχήματα. Το μπουνίδι άρχισε να πέφτει στα ίσα . Στο πρόσωπό του κυλούσε το αίμα ποτάμι, ο ίδιος είχε πια λιποθυμήσει και το κοντό και πυραμιδοειδές κορμί του είχε γίνει ένας σάκος του μποξ. Όλην αυτή την ώρα ο οδηγός έτρεχε εσκεμμένα στην αριστερή λωρίδα, δεν έκανε ούτε μία στάση και φυσικά δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει τί στο καλό συμβαίνει στο κωλολεωφορείο του. Όταν πια άνοιξε την πόρτα το σακατεμένο ανθρωπάκι ακολούθησε τη νοητή φορά μιας κλωτσιάς. Σωριάστηκε στο δρόμο σαν ένα τσουβαλάκι πατάτες. Ο οδηγός έκανε λίγο μπροστά , λίγο δεξιά , μετά έβαλε λιγάκι την όπισθεν , μετά πάλι μπροστά και αριστερά κ.ο.κ. Σε λίγο δεν είχε απομείνει παρά ένας απροσδιόριστος λεκές στην άσφαλτο . Ένα σιχαμερό μίασμα είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης. Είχε στ' αλήθεια αποδοθεί Δικαιοσύνη. Στα κουρασμένα πρόσωπα των συνεπιβατών μου υπήρχε αυτό το μελαγχολικό χαμόγελο που κρεμάμε στις μουτσούνες μας κάθε φορά που αναθυμόμαστε τα παιδικά μας χρόνια , το κέικ της γιαγιάς κλπ . Την επομένη ήμασταν όλοι ξυρισμένοι και χτενισμένοι . Στον ψυχίατρο δεν πήγα τελικά.

 

 

 
 

 


last updated17/02/2004 10:15:11 πμ
c