Φριτς Βαβούρας-διήγημα short stories

 
 
 

Home - refene.com

 
 

Φριτς Βαβουρας - Homepage

 
 

Ερως-Ηρως

10-02-04
 

Axel

13-02-04
 

Ο Εφαψιας

13-02-04

Χαίρε

26-04-04
     
     

 

 

 

AXEL

Ήταν ένα βροχερό σκατόβραδο μες στον Οκτώβρη. Μόλις είχα τσακωθεί με μια μικρούλα . Για την ακρίβεια, όλα είχαν πια τελειώσει μεταξύ μας . Καθόμασταν σε κάποιο μαγαζάκι στα Εξάρχεια , όπου και μ' εγκατέλειψε δίχως να μου αφήσει μια δεκάρα για το λογαριασμό. Ευτυχώς είχα κάτι χρήματα εκείνο το βράδυ και δεν έγινα ρεζίλι στις γκαρσόνες . Δεν θα την άφηνα να φύγει δίχως να πληρώσει , αλλά είχα μουδιάσει και , η αλήθεια είναι , είχα στενοχωρηθεί κάπως με αυτήν την εξέλιξη , έτσι που το μυαλό μου δεν πήγε καθόλου στα λεφτά εκείνη τη στιγμή. Το μετάνιωσα. Έμεινα να χαζεύω το δρόμο μέσα από τη τζαμαρία. Η βροχή είχε αγριέψει κι οι άνθρωποι έτρεχαν καμπουριασμένοι να κρυφτούν εδώ κι εκεί, σε εισόδους κτιρίων και καφετέριες. Τα βρομόνερα κατέβαζαν σακούλες με σκουπίδια και σκατά. Η ατμόσφαιρα ήταν οπωσδήποτε μελαγχολική. Σκεφτόμουν τί είχα χάσει μέσα από τα χέρια μου μόλις πριν από δυο λεπτά – φίνο κωλαράκι, στητά βυζάκια, σφιχτό μουνάκι – όλα είχανε γίνει καπνός. Δεν επρόκειτο φυσικά να κλάψω γι' αυτή την γκόμενα ούτε και να την κυνηγήσω. Πιο εύκολο είναι να βγάλεις καινούρια γκόμενα παρά να τουμπάρεις αυτήν που σ' έφτυσε. Δεν ήμουν ερωτευμένος άλλωστε. Εδώ που τα λέμε, γενικά δεν μου περίσσευε κανένα ενδιαφέρον για τους άλλους ανθρώπους. Τις έννοιες του έρωτα, όπως και της φιλίας, τις αντιλαμβανόμουν εγκεφαλικά , δεν τις είχα βιώσει ποτέ. Δεν μου άρεσε η μοναξιά, όμως, και διατηρούσα καλές σχέσεις με μερικούς ανθρώπους. Φερόμουν πάντοτε όπως ταίριαζε στην περίσταση , δηλαδή, μπορούσα να δείχνομαι φιλικός ή και ερωτευμένος αν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, όμως κατά βάθος δεν μου καιγότανε καρφί. Όλοι οι άνθρωποι που με περιστοίχιζαν ήταν το αναγκαίο πλαίσιο μέσα στο οποίο επιβίωνα και τίποτε περισσότερο . Το ενδιαφέρον μου για τα πράγματα ήταν εξίσου περιορισμένο, όπως κι αυτό για τους ανθρώπους. Δεν μπορούσα να παθιαστώ με κάτι. Για λόγους στιλιστικούς πάντως από τότε που πάγωσα το έπαιζα ποιητής. Γιατί είναι αναμφίβολο πως έπασχα κι εγώ , όπως και άλλοι ονομαστοί ομότεχνοί μου, από το σύνδρομο του παγωμένου άντρα … Οπωσδήποτε μερικές απολαύσεις δεν με άφηναν αδιάφορο, αρκεί να τις αποκτούσα σχετικά εύκολα – ένα καλό γαμήσι, ένα καλό κρασί, ένα ακριβό πούρο – πράγματα δηλαδή που δεν βρίσκονται και τόσο εύκολα… Μην φανταστείτε ότι δεν έκανα τίποτε για όλα αυτά, απλώς δεν έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου. Με άλλα λόγια έπρεπε κάτι να βρίσκεται μέσα στα όρια της δικής μου ακτίνας δράσης για να ασχοληθώ μαζί του.

Καθόμουν λοιπόν μπροστά από δυο μισοπιωμένα φλιτζάνια περιμένοντας τη βροχή να κοπάσει. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε ένα μουσκεμένο αγγελούδι, ένα κοριτσάκι ξανθό και λεπτό, γύρω στα δεκαέξι, με τις ρώγες κολλημένες στο μπλουζάκι της. Έσταζε. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε στην είσοδο της καφετερίας σα να δίσταζε να προχωρήσει. Φαντάστηκα πως είχε μπει για να προφυλαχτεί από τη βροχή. Αυτό δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι. Δεν ήμουν μαλάκας, τέλος πάντων, ένας παγωμένος άντρας ήμουν. Σηκώθηκα και πλησίασα, προσπέρασα όμως και κατευθύνθηκα ίσια προς την τουαλέτα, γιατί, εν τω μεταξύ, ένας ωραίος τύπος την έπιασε από το χεράκι και την οδήγησε σε μια παρέα, όπου και κάθισαν. Ζήλεψα λιγάκι και σκέφτηκα πόσο τυχερός είναι αυτός ο τύπος που' χει και χαίρεται ένα τέτοιο μουνέλο. Μπήκα στην τουαλέτα δίχως να υπάρχει ανάγκη. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Θυμήθηκα την μικρούλα μου, έπειτα το ξανθό αγγελούδι. Κατέβασα το βρακί μου και κοίταξα τον πούτσο μου. Μου φάνηκε κακομοίρης. Έπειτα κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, κουμπώθηκα και βγήκα. Πλήρωσα κι έφυγα. Μες στη βροχή. Το μέρος αυτό μου γαμούσε την ψυχολογία.

Τα βρομόνερα κυλούσαν μέσα απ' το μπουφάν κατά μήκος της πλάτης μου. Έτρεχα σκυφτός και ζαρωμένος. Δεν ήθελα να γυρίσω στο σπίτι μόνος και έρημος. Επιπλέον θεωρούσα καλό να μη λήξει έτσι άδοξα η βραδιά. Αποφάσισα να μπω στο πρώτο μπαρ που θα συναντούσα στο δρόμο μου – όλο και κάποιον θα γνώριζα, όλο και κάτι θα γινόταν. Άνοιξα μια πόρτα, έσπρωξα μερικούς βρεγμένους ανθρώπους και ανέβηκα τη στενή σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο μπαρ. Το μαγαζί ήταν ψιλοάδειο. Ο μπάρμαν ήταν ένας γερομπινές. Πλησίασα στην μπάρα.

•  Βάλε να πιω κάτι.

•  Θα μου πεις πώς σε λένε πρώτα.

•  Fritz.

•  Axel.

•  Χάρηκα. Δώσ' μου κάτι τώρα . Ό, τι θες.

Όμως ο μπάρμαν αντί να μου γεμίσει το ποτήρι πλησίασε την παρηκμασμένη φάτσα του στο πρόσωπό μου, με κοίταξε με το βλέμμα του ανθρώπου που έχει δει πολλά στη ζωή του και ξ έ ρ ε ι – και μου είπε με μια φωνή όλο νόημα:

•  Το μούτρο σου είναι παγωμένο, όμως ε γ ώ ξ έ ρ ω πως έχεις βάσανα και θέλεις να μου τα πεις ό λ α για να ξαλαφρώσεις.

•  Βάλε να πιω είπα.

•  Ξέρω τη χρειάζεσαι ετούτη τη στιγμή, ένα «Αγγελοβάλσαμο» …

•  Οτιδήποτε.

Μου ‘βαλε να πιω ένα σφινάκι που μύριζε σκέτο οινόπνευμα και είχε ανάλογη γεύση. Το ρούφηξα ακαριαία. Μερικά εκατομμύρια εγκεφαλικά κύτταρα νεκρώθηκαν. Ζαλίστηκα.

•  Με τι ασχολείσαι Fritz ;

•  Είμαι ποιητής.

•  Μ' αρέσει η λογοτεχνία. Διαβάζω κάθε μέρα ένα τεταρτάκι της ώρας πριν κοιμηθώ.

•  Σπουδαία.

Η φάτσα του μπάρμαν ήταν στρογγυλή. Το δέρμα του είχε αρχίσει να ζαρώνει. Από τη μύτη του ξεκινούσαν δυο βαθιές ρυτίδες. Χτενιζόταν με χωρίστρα. Το μάτι του γυάλιζε. Γύρισα κι έριξα μια ματιά στο μαγαζί. Τελικά ήταν πιο άδειο απ' ότι νόμιζα. Στον τοίχο απέναντί μου χόρευε ένα χανουμάκι. Έμοιαζε περισσότερο με θηλυκό Βούδα. Μπροστά του υπήρχε ένα πλαστικό φίδι. Πίσω μου υπήρχε κι άλλο ένα. Η μπάρα ήταν μια τεράστια προθήκη με χάντρες και βόλους. Κάθε τρεις και δύο ο γερομπινές πατούσε ένα κουμπί κι αυτόματα ξεχυνόταν από το στόμα της σκάλας ένα σύννεφο καπνού με άρωμα βανίλιας. Το μέρος ήτανε για γέλια και για κλάματα.

- Θα πιεις άλλο ένα;

- Βάλε.

Ο έμπειρος γερομπινές ήθελε να σπάσει το πάγο και να μου φορτώσει ο, τι ξύδι του είχε μείνει αμανάτι από τα περασμένα Χριστούγεννα. Βασικά, εκείνη την ώρα πρέπει να μην υπήρχε άλλη ψυχή στο μπαρ πέρα από τους δυο μας. Ήπια τη μπόμπα μου κάπως πιο επιφυλακτικά ετούτη την φορά.

- Τώρα θ' αρχίσεις να κελαηδάς χρυσέ μου.

- Μη νομίζεις πως θα κάτσω να σου κλαφτώ γερόλυκε. Είπα . Δεν έχω κάποιον λόγο άλλωστε.

- Είναι μεσάνυχτα, έξω βρέχει με το τουλούμι κι εσύ κάθεσαι και τα πίνεις μόνος σου.

- Και λοιπόν;

Η γέρικη αλεπού αντί να μου απαντήσει έκανε να μου ξαναγεμίσει το σφινάκι. Έβαλα το χέρι μου από πάνω. Ξίνισε. Εγώ πάλι είχα αρχίσει να το διασκεδάζω.

- Μήπως φταίω εγώ που το μαγαζί σου είναι άδειο; Ανέβηκα για να γλιτώσω την μπόρα… Μα καλά, που πήγε όλος ο κόσμος;

- Με τέτοια βροχή ο κόσμος κλείνεται στο σπίτι… άλλωστε έχουν απεργία τα ταξί απόψε.

- Προχτές δεν ήταν;

- Ίσως…

- Και οι άνθρωποι που συνάντησα στην είσοδο;

- Μόλις έβγαιναν.

- Α…

Το πρόσωπο του μπάρμαν είχε σκοτεινιάσει. Η συζήτηση αυτή τον ενοχλούσε και δεν κατάφερνε να το κρύψει. Ούτε και πολυπροσπάθησε εδώ που τα λέμε. Όλη την ώρα γέμιζε το ποτήρι του με μια καφετιά ουσία και την κατέβαζε σαν να ‘τανε νεράκι. Μπροστά μου θα ‘χε πιει τουλάχιστον οκτώ ποτήρια από δαύτη. Μετά από δυο λεπτά νεκρικής σιγής, ο γερο – Axel λύγισε:

•  Στην ηλικία σου ήμουν ο πιο γνωστός μπάρμαν στο Τορόντο.

•  Σώπα…

•  Το ογδόντα γύρισα πίσω και άνοιξα ετούτο εδώ… Για είκοσι ολόκληρα χρόνια υπήρξα ο αδιαφιλονίκητος β α σ ι λ ι ά ς τ ω ν μ π ά ρ μ α ν τ η ς Α θ ή ν α ς !

•  Αλλά…

Ο αξιοθρήνητος γερο – μπάρμαν με κάρφωσε με τα βοϊδίσια μάτια του, Έιχαν μιαν αρρωστημένη λάμψη επάνω τους. Τώρα θα δούμε κάτι καλό , σκέφτηκα.

- Τρεις…

- Ναι, τι;

- Τρεις υποθήκες…Ψιθύρισε.

- Έλα, έλα, μην απελπίζεσαι. Για όλα υπάρχει μια κάποια λύση .

- Ναι. Και να ‘σαι βέβαιος πως την γνωρίζω…

Έκανε μιαν απότομη κίνηση και τράβηξε από το σακάκι του ένα σιδερικό μεγαλύτερο κι από του Κλίντ Ίστγουντ. Τα χρειάστηκα για μια στιγμή. Μα ο βρωμόγερος δεν ήθελε να φάει εμένα. Ακούμπησε το μαραφέτι στον δεξί του κρόταφο και την μπουμπούνισε. Η σφαίρα τρύπησε τα μυαλά του μπάρμαν και καρφώθηκε στον αφαλό του θηλυκού Βούδα. Τώρα το μέρος μύριζε μπαρούτι. Έκανα μια βόλτα γύρω από την μπάρα. Ο γερο – Axel είχε ξεχάσει να κλείσει τα μάτια του… Ανακάτεψα το ποτήρι μου με τα άπλυτα και έκανα να φύγω για να μην βρω τον μπελά μου στα καλά καθούμενα. Πρόσεξα πως η ταμιακή μηχανή ήταν ανοιχτή. Ήταν αναμφίβολο, με προσκαλούσε. Βούτηξα στα γρήγορα τις εισπράξεις της ημέρας. Τί ανάγκη τις είχε ο νεκρός άλλωστε; Ψιλοπράματα. Βγήκα στο δρόμο. Η βροχή είχε σταματήσει. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή. Από πάνω μου έχασκε το φεγγάρι φρεσκοπλυμένο. Τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι, τα κτίρια, όλα έλαμπαν χαρούμενα κάτω απ' τα φώτα της νύχτας. Από το βάθος του δρόμου έρχονταν εύθυμες μελωδίες. Κάποιος άκουγε την « άνοιξη » του Βιβάλντι . Κι ο πιο πικραμένος μπορούσε υπό αυτές τις συνθήκες να ελπίσει σε μια καινούρια αρχή, σε μια δεύτερη ή και πολλοστή ευκαιρία. Κατηφόρισα προς την Ακαδημίας σφυρίζοντας. Ένιωθα στρατηγικά αισιόδοξος.

 

 

 
 

 


last updated17/02/2004 10:06:32 πμ
c