Η ΠΟΜΠΗ ΤΩΝ ΛΟΥΟΜΕΝΩΝ
ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΧΛΟΕΡΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ανάβλυζαν οι ιαματικές πηγές ? εκεί και τα λουτρά.
Εκείνοι έβγαιναν απ' τη μεγάλη θύρα κατά ομάδες, αχνιστοί, καλυμμένοι με μακριά φορέματα και με προσόψια στο κεφάλι.
Μερικοί φορούσαν πολύχρωμες χνουδάτες ρόμπες κι εκάλυπταν την κόμη με τιρμπάν ή σκούφους κωνικούς σαν τους αρχαίους Θράκες. Άλλες γυναίκες είχαν μαντίλες στο κεφάλι που κυκλόφερναν ώμους και λαιμό κι ανηφόριζαν ως το στόμα. Κι όλοι με κάλτσες στα πόδια, εξάπαντος, και υποδήματα ή παντόφλες τεράστιες στα πέλματα.
Και βάδιζαν αργοί, μερικοί λιγότερο εφόσον το μπορούσαν.
Κυρτοί, στρεβλωμένοι ήταν σαν να είχαν αναδυθεί από τα βάθη του Καιάδα, όπου τους είχαν κάποτε, σε χαλεπούς καιρούς και έτη, πετάξει. Κι όμως, αυτοί είχαν βρει τρόπο κι είχαν αναρριχηθεί περνώντας νύχτες ζοφερές με αγρίμια στο πλάι, είχαν σκαρφαλώσει δύσβατα όρη, εμάζεψαν κρόκους, σύρθηκαν σε χαράδρες, σε γλίσχρες ανηφόρες, ετεκνοποίησαν ή είδαν τοκετούς, προχώρησαν με τα τέσσερα, κατρακύλησαν και πάλι σκαρφάλωσαν κι έπειτα ξανά και ξανά, σαν Σίσυφοι χωρις λιθάρια…
Τέλος, νωρίς την αυγή εβγήκαν σε τούτο εδώ τον παραδεισένιο τόπο οι αθώοι αυτοί κι εκοίταξαν ολόγυρα με μάτια γεμάτα απορία αλλά και δίψα για μάθηση, αυτά που είχανε συντελεστεί κατά τη διάρκεια της απουσίας τους.
Παρατηρούσαν αχόρταγοι τους νέους με τα μακριά μαλλιά, τα βραχιόλια στους καρπούς και το σκουλαρίκι στ' αφτί, αυτούς που είχανε εδώ αράξει, στον τόπο αυτό τον ειδικά χτισμένο για να φυλάγεται από τους πειρατές. Τις νέες εκοιτούσαν γουρλώνοντας λίγο τα μάτια, καθώς αυτές ήταν οι μισές κουρεμένες και οι άλλες με μακριά στους ώμους μαλλιά, με τη χαυνότητα στα μάτια, τα μέλη γυμνά στου ήλιου και των βλεμμάτων το χάδι.
Όλους ετούτους που χαίρονταν τις ημέρες, τους κοίταζαν με φιλύποπτη ματιά για τα όργια που εφαντάζονταν πως στη διάρκεια της νύχτας εσυντελούνταν μεταξύ των δύο προαιώνιων αυτών φύλων, όταν οι ίδιοι στης κλίνης τους την κοίτη αργοσάλευαν ανήμποροι.
Έτσι οι λουόμενοι αργοί εδιάβαιναν και αυστηροί κοιτούσαν τις σκιές των πλατανόφυλλων πάνω στις γυμνές σάρκες των νέων, το φως παρατηρούσαν που εκραύγαζε ολόγυρα κι έτρεχε πάνω σε όλα, αγγίζοντάς τα τόσο, όσο να τα κάνει να λάμψουν χρυσαφένια.
Καθισμένοι αυτοί οι παράξενοι νέοι κάτω από τα αιωνόβια δέντρα με πυκνές φυλλωσιές που αεράκι ελαφρύ τις κινούσε πάνωθέ τους, σαν φυσερά σε ανατολίτικα παλάτια, κατάστηθα εδέχονταν τους λιθοβολισμούς των βλεμμάτων, έτσι όπως μακάριοι ελούζονταν στο ποτάμι του φωτός…
«Μα πώς μπόρεσαν, πώς κατάφεραν αυτοί κι αγνόησαν τη διαταγή του Θεού κι επέστρεψαν στον Παράδεισο ξανά;» αναρωτιόνταν τα στραμμένα προς αυτούς μάτια της πομπής των λουομένων.
«Σε ανατολίτικα παλάτια»…έτσι τους εφαίνονταν οι θρονιασμένοι στις πολύχρωμες πολυθρόνες, δίπλα σε τραπέζια όπου πάνω τους λαμπύριζαν γυάλινα αντικείμενα με βαθυκάστανου χρώματος υγρά μέσα. Να θορυβούν με γέλια, χαμηλότονες κραυγές και ομιλίες, με πρόσωπα σαν τα φεγγάρια που κάποτε κι αυτοί είχαν αποθαυμάσει ψηλά…κι όλοι παραδομένοι, φαντάσου! στην απόλαυση της κάθε στιγμής.
Κι εκείνοι μπαμπουλωμένοι οι λουόμενοι να περνούν, πομπές αργές, αργόσυρτες, κάμπιες που φιλοδοξούν να περάσουν απέναντι.
Ως το δείλι, ξανά και ξανά εδιάβαιναν, και τα μάτια τους να ερευνούν τους χώρους, όπως και τα μικρά γεγονότα που στο αργό τους διάβα εσυντελούνταν: μια μοτοσικλέτα, φερ' ειπείν, μ' ένα μισόγυμνο ζευγάρι απάνω της που ξαφνικά ως δια μαγείας, την έχαναν από μπροστά τους κι αυτοί έντρομοι τραβιόντουσαν στο πλάι, μην τους πετάξει πέρα το ωστικό της κύμα κι έκαναν το σημείο του σταυρού με τρεμάμενα δάχτυλα.
Αυτοί, οι «δραπέτες του Καιάδα» κρατούσαν επίσης κύπελλα στα χέρια κι έτρεχαν να πιουν ύδωρ ιαματικό στο κιόσκι δίπλα, που σφιχτά το είχε αγκαλιασμένο μια συκιά, μήπως κι ξαναζωντανέψουν οι θνήσκουσες αισθήσεις, αυτές οι έρπουσες εσωτερικές πηγές του οργανισμού. Κανένας πια απ' τις δικές τους δεν ξεδιψούσε τώρα, έστω και να φαρμακωθεί, όπως κάλλιστα και τούτο μπορεί με τους ανθρώπους να συμβεί.
Κι όμως, τόσος κάματος, ομολογούσαν τα πήγαιν' έλα τους, γιατί όχι κι εμείς μια ακόμη μερίδα ζωής…
Γι' αυτό στη μισή διαδρομή μπορεί να ήταν έντρομα τα βλέμματά τους και επικριτικά, στην άλλη μισή όμως, ως τον προορισμό τους, αυτοί που ακόμη δεν εγνώριζαν, είχαν στο βλέμμα μια ικανοποίηση συγκρατημένη, διότι είχαν καταφέρει να κινούνται, έτοιμοι είναι τώρα ν' απολαύσουν κι αυτοί, αόριστα, έστω, κάτι που είχαν στερηθεί για έτη, πεταμένοι καθώς ήταν εκεί, από το φονικό νόμο, για έγκλημα που αυτοί δεν είχαν διαπράξει, πεπεισμένοι βέβαια πως το γήρας και η σωματική αναπηρία δεν είναι προσωπικό τους σφάλμα. Σαν να είχαν όμως μια μικρή αμφιβολία για τούτο, πήγαιναν τώρα αργοί και καμπουριαστοί σαν λάθροι μετανάστες που κάποιον είχαν ξεγελάσει, περνούσαν εκεί σαν ηλίθιοι ασθενείς μπροστά από επιτροπή υπερφίαλων θεραπευτών.
Βάδιζαν κι είχαν στραμμένα τα βλέμματα προς τα μεγάλα αιωνόβια δέντρα με τους μικρούληδες Αδαμ και Εύες από κάτω, και τους φαινόταν πως το «παιχνίδι» ετούτο το είχαν κάποτε παίξει κι αυτοί, μισό, ίσως και περισσότερο από μισό αιώνα πριν. Μα ήταν σε ομίχλη τυλιγμένο το γεγονός, σαν σε όνειρο νεκρό, μάλιστα μπορεί κανείς να πει πως ούτε την ομίχλη εθυμούνταν, ούτε το όνειρο, γι' αυτό τα βλέμματά τους, που στη μισή διαδρομή ήταν σχεδόν κακεντρεχή, ένευαν αρνητικά: εμείς έτσι; Όχι, ποτέ!
Οι νέοι πάλι ήταν τυφλοί στο γεγονός του περάσματος της πομπής, ούτε καν το επρόσεχαν, σκιές τους εφαίνονταν που εκινούντο ασάλευτες και ζούσαν πεθαμένες, όπως στα χρωματιστά βιβλία της νηπιακής τους ηλικίας.
Τους εκοίταζαν, έτσι εφιαλτικά μπουμπουλωμένους να περνούν μέσα στην κάψα, περιχαρακωμένους μεσ' στα πολύχρωμα σκουτιά τους, χλομούς, περίεργους και αγωνιζόμενους σε ένα γήπεδο που δεν επρόκειτο σε κανένα τέρμα του να προσεγγίσουν, έτσι αδιόρατα περνούσε η σκέψη αυτή απ' το μυαλό των νέων…ενώ κοίτα, κοίτα τους αυτούς! Πρίγκιπες της ζωής είναι, με προφύρα τους ντύνει το αστραποβόλο απομεσήμερο και τα πουλιά αλλά και τα τζιτζίκια καλύπτουν τον κραυγαλέο οργασμό τους.
Η μαγγανεία της νιότης τους έχει «δεμένους» με πράσινα κλαράκια, έτσι το πρόσκαιρο δεν επερνούσε απ' το μυαλό τους, ούτε σαν σκιά δεν επερνούσε από μπροστά τους το πρόσκαιρο! Κι η πομπή είχε απολέσει τη δύναμη να τους το υπενθυμίσει…Αυτή έχει μόνο αόμματη αγάπη για τη Ζωή.
Ο ουρανός γυαλί και πέρα η θάλασσα που η πομπή των μαιόδοξων της έχει γυρισμένα τα κυρτά νώτα. Βαδίζει και καθώς είναι τυφλή δε βλέπει της δύναμης το χρώμα. Δεν δίνει προσοχή σ' Αυτήν. Σ' Αυτήν που κείται εκεί αμείλικτη και χλευάζουσα, περιπαθής στα βάθη της καθώς θερμή και καρπερή προσμένει τις κόρες και τους κούρους για να τους σφίξει στα υγρά της τα σκέλη ανάμεσα…
Περνούν αργά, στεγνοί πηγαίνουν, αχνιστοί επιστρέφουν με τους ποδήρεις χιτώνες, δίχως Της, αμέτοχοι στο όργιο αυτής της μαργιόλας θάλασσας που απαιτεί προφυρό ρευστό εντός της για ν' ανταποκριθεί. Την αγνοούν οι κυρτοί λουόμενοι, οι αθάλασσοι, με την πλάνα αγάπη στο μυαλό. Και φεύγουν μακριά Της κάθε μέρα κι από λίγο, λάμνει η βάρκα τους προς την Αχερουσία, κι ούτε που το γνωρίζουν ? μπορεί να το φαντάζονται μα δεν το εννοούν…
Σαμοθράκη, 1993