Ο γάτος της
Σύρου
Ημέρας τρεις πλοιοκτήτης διετέλεσεν,
ότε η ναύς περιήλθεν εις τας χείρας των
κουρσάρων.
Από πλώραν έως καταρτίου κατεδίωκον
αυτόν,
από πρύμναν έως αμπαρίου.
Το πλήρωμα κατεπνίγη εις το αίμα.
Βρώση τοις ιχθύσιν, αικισθεν τ ιδείν.
Αλλ οι κουρσάροι κύριοι της νεώς ουκ
εγένοντο,
Ως ασύλληπτο πλήρωμά τε και κτήτωρ
παρέμενεν ο γάτος.
Post trecentos annos, Venezziani mercatori αριβάρισαν,
σπέκουλαραν την piazza,
et αγόρασαν την casa.
Ο fortuna,
οι domini -μπατίρηδες nunc- in allia casa
O mores,
o γάτος -gato nunc- των Venezziani mercatori.
Μετά πάλιν ήλθον Έλληνες
και εξεδίωξαν τους βαρβάρους.
Ανακατέλαβον την οικίαν,
μετά του γάτου.
Ο γάτος ήλλαξεν πάλιν ονομασίαν ,
Αλλουχί και οικίαν.
Φωνές, σφιγμένες γροθιές, συνθήματα.
Οι εργάτες δεν έχουν γάτους.
Κάποτε όμως θα αποκτήσουν.
Αλλά τότε δε θα είναι εργάτες.
Μέχρι τότε, αγώνας
’ντε
ξανά κάτι Italiani αριβάρισαν
Και του πέταξαν galleta,
Τη μύρισε, αλλά δεν την έφαγε.
Έκανε μια νηστική βόλτα στο cemetery,
στην άνω
Σύρα, όπου έστειλαν τα αφεντικά του,
oι Deutschen.
Aπελευθέρωση του νησιού:
γάλα στο πιατάκι.
And now, he lies in the sun,
watching little cats playing ψευτοζευγαρώνοντας.
He opens argaaa his eyes.
Ηe eats loykoymia ,and halvadopita.
Sometimes, he walks near Νεώριον
But he doesnt like junk food.
Μόνο ο αέρας πια διεκδικεί εμφανώς
την κυριαρχία στο νησί,
όταν γίνεται τόσο δυνατός που κάνει
Τον γάτο της Σύρου να πετάει.