ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΕΥΓΛΩΤΤΗ
(από την ενότητα «οι αφορμές της Κυριακής)
γυρίζω στη στάσιμη όχθη του περυσινού καλοκαιριού
στο μπαλκόνι του φθινοπώρου
το κορίτσι με τις δίδυμες πλεξίδες,
υποδύεται ένα μοβ ποτιστήρι
μεσούρανα αυτής της νοσταλγίας,
γλάστρες με τους φίκους
μυτίζουν τους πόθους της νύχτας
αναδύεται απ το παραλήρημα κορυφαία σιωπή
όπως η βροντή του σύννεφου
απ το βλέμμα της αστραπής
αναδύεσαι από το παραλήρημα κορυφαία σιωπή
ξόρκι στον εξπρεσιονισμό του δίσεχτου χειμώνα:
«όσο πιο διάφανη η περιγραφή
τόσο καλύτερα χτενίζω την κοτσίδα της»
πιο κορυφαίο όνειρο απ την ποίηση δεν έχεις
πιο ραβδοσκόπο ειδύλλιο απ τη σιωπή δεν βρήκες
ποια αναβάπτιση στα ονόματα
παλιλλογίες σώματος
προσχήματα επί πίνακι θα βρέξει;
σε ποιον ιστό της έμπνευσης
ξοδεύουνε οι λέξεις τη γοητεία τους
με τόση συναρμολογούμενη άνοιξη,
με τόσες μαρμαρωμένες υποσχέσεις;
παλινωδεί σκύβαλο παραλήρημα
συμπληγάδα γενίκευση,
κοιμωμένη κραυγή,
ναυαγισμένα πλοία
μαντάλωσαν στο ποίημα
το καταπέτασμα της εξουσίας των στίχων
«θα σαπίσουμε εδώ μέσα
λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο»
τύψη σκληρή το χθες
το αύριο άγριος τοξότης
ξυλάρμενα οι σπιλιάδες του συμφωνόληκτου χειμώνα,
ίριδα σ όλη την κλίμακα του γκρίζου
κάθε αρχή πιο δίδυμη απ το μυστήριο της
φαύλος κύκλος παρομοίωσης συν-απαντήσεων
Οφηλία: σημαίνον ή σημαινόμενο ;
το σχήμα του σκορπιού στο μέτωπο του σύγνεφου
ακίνητο σ αυτή την πρωτόπλαστη ερώτηση:
«τι ζητάω σ αυτόν τον ουρανό
παράλληλος στο άπειρο κήπων αστραπής
καθώς όνειρα περνούν και χάνονται
στο ποδοβολητό της μοναξιάς τους
επ αυτοφώρω σ ένα στιγμιαίο τίποτα;»
πιστή και ανειλημμένη εμμονή διακαινησίμου Κυριακής,
οικεία από το πλάνο βλέμμα εωθινής βροχής,
υποδαυλίζει ρήματα κύριας πρότασης
που, εννοείται, εύκολα συννεφιάζουν
εύκολα εγκαταλείπονται στον δευτερεύοντα εγωισμό τους:
πρώτο λύκειο,
τελευταία τάξη,
κήποι αμπελιών
γεμάτοι πείσματα
ποιητές άδοξοι που είναι στην ιερόδουλη αυθαιρεσία τους
και μια αφοσιωμένη προκατάληψη υποβόσκει αναφορικά,
εικόνα ανεκπλήρωτης παραίσθησης που πλάνταξε
στα νώτα εξιλαστήριου πρωινού φλύαρης Δευτέρας
όπου καθρεπτίζεται
νάρκισσος αυτοπυρπόληση
αλεξίσφαιρου λόγου
-σιωπή γεμάτη το κενό της μοναξιάς της
εγώ, εντωμεταξύ, παλίμβουλος
πελιδνός και υποβολιμαίος
ισόβια δρώμενος στα ρουμάνια της αγριοσιωπής,
επαΐων με τη στάμπα του μηδέν-μηδέν στο κούτελο,
ομοίωμα τελικής ισοπαλίας δίχως τέρματα,
εμφύλια νοσταλγία θρανίων υστερόγραφων
φωτογραφίζω ή κροταλίζω ουρλιαχτά
από ένα ξεχασμένο εντός μου ποίημα
«τις επιδιώξεις των χαρταετών γκρεμίζει το σύννεφο,
στίχοι μιγάδες την μπόρα του αυτοσχεδιασμού προμηνύουν ξαφνική
σειρήνες άλλων στίχων σκαρώνουν νυχτοπεταλούδες
και σιγοατμίζονται μέσα τους μολονότι ρακένδυτοι -
έτσι που το σμίλεψες και το έγλειψες τώρα
άνευ όρων με τόση θλίψη,
τη θεωρία σου πλούτισες
με συστατικές περγαμηνές
επέκεινα»
προσδοκώμενο το μη πραγματικό:
γυμνές λέξεις περιθώριο ελπίδας
κι έχεις ν αναχαιτίσεις καχεκτικά γιατί
η άτσαλη είσαι
τσιγγάνα ρίχνεις τα χαρτιά
πέρα βρέχει
scrabble νοημάτων μονόλογων
χιονίζει
«χρυσηίδες στίχων...»
το ποίημα
εξοστρακίζει τη λίμπιντό του
στην άκρη του μεταξένιου του ονείρου...
όπου συνουσιάζεται ελεύθερα με άλλα ποιήματα
με παρόμοια αισθήματα
πλατωνικά
και πριν από το βράδυ
κουλουριάζεται γύρω από τον εαυτό του
με όλα τα υπάρχοντά του μέσα του και πουθενά αλλού
εκείνο το λουλούδι
που σαλεύει μίσχους και καρπό
σου μετέδωσε την ανάσα του χορού
όσο να βλεφαρίσει εντός της φως η αγριομέλισσα-
ανέμισε στα μαντήλια σου
σιωπηλούς αντίλογους έρωτα,
στην ανεξερεύνητη γραμμή της απαλάμης,
στους πόθους που δεν εσίγησαν,
που έχουν κουρνιάσει στα πτυχωμένα χείλη
στον κόλπο του ποιήματος
δεν έχουν οι ιδέες σκιά να ξαποστάσω
δεν έχει κρόσσια η βροχή να ξεχαστώ
δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσω
στους κύκλους του ουρανού που θα διαβώ
η φωτογραφία αυτών των στίχων
σαν μακρύ κορδόνι
στον αιώνα τον άπαντα θα τυλιχθεί.
εκείνο το λουλούδι
που σαλεύει μίσχους και καρπό
σου μετέδωσε την ανάσα του χορού
όσο να βλεφαρίσει εντός της φως η αγριομέλισσα-
ανέμισε στα μαντήλια σου
σιωπηλούς αντίλογους έρωτα,
στην ανεξερεύνητη γραμμή της απαλάμης,
στους πόθους που δεν εσίγησαν,
που έχουν κουρνιάσει στα πτυχωμένα χείλη
στον κόλπο του ποιήματος
δεν έχουν οι ιδέες σκιά να ξαποστάσω
δεν έχει κρόσσια η βροχή να ξεχαστώ
δεν έχει δάχτυλα η σιωπή να την μετρήσω
στους κύκλους του ουρανού που θα διαβώ
η φωτογραφία αυτών των στίχων
σαν μακρύ κορδόνι
στον αιώνα τον άπαντα θα τυλιχθεί.
όνειρα δεμένα
στην άτονη λήγουσα
από τη σκέψη του σώματος παντός επιστητού-
ας απαντήσει μια φωνή
κι ας είναι υδροχόος
που σφουγγίζει ερμηνείες ομφάλιου λώρου της ζωής
στ ασφυκτικό δωμάτιο
μετά τη βροχή
πάνω στα χαρτιά και τα βιβλία
εκείνη η γκριμάτσα σου η μπλε-μοβ
άπλετη λουλουδίζει!
ε και λοιπόν ;
σκορπιός όνομα μιας νύχτας
τοξότης κεντρική αρτηρία για φυγή
λιοντάρι κορμί βουλιάζει σε ιδεοληψίες
δίδυμος εφιάλτης ο καιρός
έστησε χορό στο κάρμα του Αιγόκερω
στ απόνερα θηλυκών ψυχικών στοιχείων
θρησκόληπτο ουρλιαχτό,
παρθένο και ζυγό
στον έβδομο ουρανό
καρκίνος μέδουσα
μια φωτιά με καεί
και κρυώνω κατά μέσα
ένα ποίημα ονειρεύομαι
και φοβάμαι να πεθάνω-
καλύτερα ευνούχος
στο παλάτι της σιωπής
κατακλυσμιαία συντρέχοντας μεγάλες αιτίες,
στην ακινησία και σταθερότητα σύμπαντος «πάντα ρει»
στα δίχτυα μιας κοινότοπης σεξουαλικής κατάκτησης
περγαμηνή στο μπρούτζινο ιωβηλαίο
παραμένει ζωντανό και μετά το θάνατό του
ποίημα- ονειροβγάλτης- κύμα και πέρασε
από τα Ηλύσια πεδία σου
ατέλειωτος εφιάλτης θεόρατων στίχων
καρφώνει όλες τις πόρτες με όνειρα-
γρυλίσματα οιμωγές κατά πάνω σου
κινούμενη άμμος
το ποίημα σου εκ γενετής νεκρό
αφουγκράζεται συναγερμούς σιωπής
σειρήνες μοναξιάς
και μελωδεί το γαμημένο το παρόν
στο λευκό χαρτί το ζωγραφίζω
καράβι που ξεπερνάει τα όνειρά μου με τον άνεμο
ώσπου να το μουντζουρώσει φαντασίωση γυμνή
- σιωπητήριο κινδύνου γοργόνας
ρεμβάζει προσδοκίες
στην Εδέμ του Μονομιάς
εμπνέω ολόκληρος αγάπη και φωτιά
και μένω ξάγρυπνος μέσα στο ποίημα
για το μεγάλο δείπνο το μυστικό του σώματος...
στιγμή της άκρας αγωνίας:
λόγος, έργο, νόημα
μια τρύπα στο νερό- μηδέν εις το πηλίκον
γοητευτική νωχέλεια στίχων-
λερναία εμμονή
στην αδειανή μας πράξη
κι ακόμα αύριο ή δυο χιλιάδες χρόνια μετά
θα εκκρεμεί ανώνυμη έφηβος
σημειολογία της νιοστής μας Κυριακής,
εξίσωση με τρεις αγνώστους άβροχους :
μια αναχώρηση κορμού σε αεροδρόμια ιστορίας
δυο προσδοκίες χι και ψι ανερμάτιστες,
που σκαρφαλώνουν στον εκτροχιασμό τους,
τρίτη και αναρριχώμενη η ώρα του απογεύματος
εκτίει τη θεομηνία της με αυτουργούς ανέμους
αγρανάπαυσης
εκτόνωσε,
αντίδρασε,
σκίσε ποιητή -
αναλώσου στον έωλο μύθο,
απόδρασε από τη φωτογραφία σου
κανένας δεν μπορεί να τα βάλει με το σώμα
κανένας τρόπος ν αγκαλιάσεις το ποίημα
εξ αποστάσεως
κι αν τα ποιήματα φέρνουν στα κλαδιά τους
δάσκαλους λωτοφάγους;
κι αν αποδημήσουνε σ άλλη εποχή,
κοκορόμυαλοι τρυποκάρυδοι,
που σεργιανούν στα χρονοβόρα τετέλεσται
πανσέληνης αναμονής;
κι αν τα όνειρά μας,
ελέω θεού μονάρχης,
υποδύονται πριγκίπισσες Λη-Τσέρι
στα βρόχια άνευ χαρτοφυλακίου ποιητή;
ν αποτάσσεις ενδοιασμούς και φόβο ρούχων,
ν αναχαιτίσεις μήνιδα και φρένες,
να ιδιοποιείσαι οργασμούς
κι όμως να μην ενδίδεις κατά μέσα,
με παρωπίδες άνοιξης να κοσκινίζεις τους αγρούς
ένα τοπίο με καλές προθέσεις καμουφλάζ:
γυμνή στο φως φωτογραφία ανατέλλει
σε χίλια δένδρα καθηλωμένη ηδονή
βουκολική σκιά παρά θέατρο δάσους
με πιτσιλιές ερωτικές
ροδόσταμο επιούσιας ομοιοκαταληξίας
αφηρημένες έννοιες και είδωλα πλατωνικά
«για έναν στίχο αδειανό,
για μιαν Ελένη»
για έναν βραχνά
-εκκύκλημα βρυχηθμών που γαβγίζει την κραυγή του
πολύτιμη πρώτη ύλη επιθυμιών
ένας Ελύτης δάκρυα Σεφέρης στοχασμών
από μηχανής μικροί θεοί
ενεχυροδανειστήριο λέξεων
πανταχού παρόντες και τα πάντα
ασημένια ποιήματα
προάγωνας δίδυμος που 'μεινε χρόνια
ασύλητο το ξόδι του
ψαλμουδίζω ακρωτηριασμένα φωνήεντα από μη
και τ αποδεκατίζω σαν ευφωνικές πευκοβελόνες
ποιητής με μύτη Σιρανό
και πρόσωπο χασάπικο σαράντα
στην αγκαλιά μάγισσας νύχτας -
κι η κόρη του στη μεσιανή σκουλαρικιά,
κλεψύδρα ιάμβους μετρά
τα αυγά και τα πασχάλια...
γδυτός ειρμός στίχων
σμήνος μνήμες πουλιών -
γκριζοβελονιά η μουσική της πικραλίδας-
που γεμίζει το ποίημα άναρχα «γιατί»
σταλακτίτη το σταλαγμίτη
γυμνώνεται άσπιλος ουρανός
ξάστερες λέξεις στο φως της αστραπής
ή σ ένα άλλο επίπεδο εκποδών
έλπιση φωτιάς
σημειολογία χωρισμών υποδόρια:
διονυσιασμός εφηβικού λευκώματος,
συν- πεμπτουσία, πλην- εντελέχεια
εξάγγελος μη λεκτικής επικοινωνίας,
υποβολέας γινόμενου της πιο μεγάλης νύχτας
φάντης μπαστούνι με μάτι σοφού εμπειρογνώμονα
τι υπάρχει
για να φροντίζει το καταπέτασμα
στο κατρουλιάρικο ροδακινάκι
αδέσποτης τρυφερότητας ;
ποιητής
ανίσως μουρμουρίζοντας νυμφαίους στίχους
μ' έλυτρα χρυσά χαράζοντας λέξεις,
διασπαθίζοντας μαίανδρο όνειρο μες τις αλιφασκιές
- πολυσύλλαβο πυρ σε στάση οκλαδόν
άκοντες σφυγμοί παρείσακτοι στην άγρια μέντα
η σάρα και η μάρα
πλήρωμα του χρόνου με καθυστέρηση κισσού
- μισό ποίημα
στο μέτωπο παρθένας μοναξιάς
θέλοντας και μη
όλη η τρεχάλα του ουρανού
φυσάει κι αποσβολώνει
βουστροφηδόν
νεφεληγερέτης
κ ART ά SOS e-mail: taskart@otenet.gr