ΞΕΧΑΣΑ ΤΙ ΕΓΙΝΕ
Μέσα μου, ο δρόμος μύριζε βροχή,
Όταν άνοιξε ένα παράθυρο στη μέση του γλεντιού
κι ένα τραγούδι μ' άγγιξε
και μπήκα
"στα περβόλια, μεσ' τους ανθισμένους κήπους"
Γαλαζοπράσινο ποτάμι,
ένιωσα στο κορμί μου να κυλάνε τα μάτια σου.
Επάνω τινάχτηκε το τσέρκι μου
και δυο σύννεφα πιο κάτω,
κατρακύλησε γελώντας το φεγγάρι,
μ' άσπρο πουκάμισο λαχανιασμένο.
Ανεβήκαμε
πάνω σ' ένα άσπρο, γρήγορο συννεφάκι
και μέσα σ' ένα λεπτό, σαν αστραπή,
κάναμε το γύρο της ζωής.
Ύστερα μπήκαμε μέσα σ' ένα γκρίζο, πυκνό σύννεφο
και χαθήκαμε.
Και τώρα εδώ,
λάσπη και κρύο.
Σκουριασμένο ξυραφάκι
χαράζω τη σιωπή.
Κούρσα θανάτου με φρένα σπασμένα.
Ο δρόμος πήζει.
Πιο βαθιά στα δέντρα το φως.
Στριγγλίζουνε τα στόματα στο αίμα.
Τα φιμώνει η απόφαση.
Ο δρόμος πήζει.
Πιο βαθιά ο ήλιος λιώνει την πολιτεία
και χύνεται και ξαναπήζει ο δρόμος.
Μια κολώνα ουρλιάζει πίσω μου,
ο δρόμος κλείνει,
γυαλιά σπασμένα.
Και βούλιαξα μέσα σε δυο μεγάλα μάτια,
γεμάτα δάκρυα ενος παιδιού, που όλοι το μαλώνουν.
Το κορμί του παγωμένο σπαρταράει στην καρδιά μου.
Μπορεί να πέρασαν αιώνες μέσα σ' αυτή την
υγρασία.
Ξέχασα τι έγινε;
Ήμουνα ένα παιδί που έπεσε σε μια λακκούβα;
Ή μήπως μία λακκούβα που μέσα της έπεσε μία γυναίκα;
Εκτός αν ήμουνα μία γυναίκα,
που μέσα της κλαίει ένα παιδί.
Επειδή μέσα σε μια λακκούβα,
νομίζει πως έπεσε το φεγγάρι και το ψάχνει.