Ρένα Παπαδημητρίου - ποίηση

 
Home - refene.com
Ρένα Παπαδημητρίου - Homepage
Συλλογή, 14 άτιτλα ποιήματα
 

 

Ήχοι…Γκρι…Ενός φίλου….Μιας μόνο προσμονής

Stuck in a moment

Κινείται σε μυστήριους δρόμους….Γκρι…Αυτό είναι το αγαπημένο χρώμα

Ενός φίλου

Χωρίς εσένα

Περιμένω πριν από σένα…υποφέρω πριν από σένα…προδίδεσαι

Μιας μόνο προσμονής

Με σένα

Μέσα σε μένα

Προδίδεσαι…γκρεμίζεσαι….Τι χρώμα είσαι; Blue without you

Όλα μπλε

«Ρήμα» πριν από σένα…κάτω από τα ποδιά σου…Χόρεψε

Λείπουν βασικές αισθήσεις…This is my weeping song

Ο δημιουργός αυτής της μελωδίας…αφελής

Νύχτωνε και ξημέρωνε συνεχώς

Όλα κόκκινα

Τα μαλλιά μου…το ξημέρωμα…τα νύχια μου…η φωνή

Κραυγή…ενός φίλου σε άλλο χρώμα…μυρωδιά

Αγία Νοσταλγία

Δέξου-εξού το «Ρήμα»

Βαλε στίξη…γίνε η στίξη…μίλα

Παίξε γλυκιά μου ονείρωξη

Μυρωδιά λευκή άχρωμη μυρωδιά μύρο

Βημάτισε…για αυτούς που μένουν και περιμένουν

Για μένα

Για σένα

Άγγιξε το ψίθυρο…θάμπωσε…ς…

Όλα πρωινά…Όταν χαράζει

Ονείρωξη

-------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Κρυστάλλινη η σιωπή

Μετά από ήχους πέτρινους

Ασημένια η πνοή

Μετά από φιλί διαμαντένιο

Σ’αποκαλώ δικιά μου

Είσαι όμως ακόμα μικρή…Είσαι όμως ακόμα μακριά

Κι εγώ που τόσο σε θέλησα

Κι αυτό που τόσο ξέχασα

Ω ποιον θεό να επικαλεστώ!

Εσένα ή τον Άρχοντα

Το αίμα μου ή την ακινησία μου

Χάρτινα μονοπάτια έστησες

Και τα κάψες και χάθηκες

Και έκλαψες στις στάχτες

Ήταν δικιά σου η σπουδή…Ήταν δικιά μου η στιγμή

Και με κάψε η γλώσσα

Ω πόσο πολύ με αιχμαλώτιζε

Σε μια αδέσποτη μεριά

Σ’ένα καθάριο πρωινό

Αυτή η ιερή στιγμή της απορίας,

Η στιγμή του ιερού θυμού.

Το ένα μου χέρι μυρίζει ωραία.

Το άλλο κάνει θόρυβο.

Θα τα χρησιμοποιήσω και τα δυο.

Πρώτα θα τα πληγώσω κι έπειτα θα τα εκμεταλλευτώ για να πραγματοποιήσω τα μεγαλεπήβολα σχέδια μου.

Έτσι πληγωμένα, έτσι για αποδείξεις προσωπικές.

 

Οκτώβρης 1999

 

 

Μένουν οι θύμησες. Μένουν και γδέρνουν τις σκέψεις.

Έτσι μόνο για να κάνουν αισθητή την προηγούμενη ύπαρξη τους ως στιγμές.

Μένει όμως πάντα και το βλέμμα.

Αυτή τη φορά δεν ήταν δυνατό, ούτε εξευμενιστικό.

Η οργή κρύβει πλέον τα κατακόκκινα μοχθηρά της μάτια,

Λειαίνει τα νύχια της.

Η ίδια κρύβεται πίσω από αμέτρητες ώρες άσκοπης περιπλάνησης

Στους δρόμους

Καλό κι αυτό!

Τα Φώτα των δρόμων όμως την κάνουν ακόμα πιο δελεαστική

Ελκυστική για μια ακόμη φορά προσωπικής κατάπτωσης και στιγμιαίας εξασθένισης

Κάθε πιθανού ίχνους αισθησιασμού

Ναι!
Αυτό όμως ήταν αρκετά δυνατό, τόσο αισθαντικό

Σ’ευχαριστώ Καλέ μου!

 

Νοέμβρης 1999

 

 

Δαγκώνω ύπουλα τα χείλη μου

Προσπαθώ να σιωπήσω, όμως το αίμα που κυλά μου προκαλεί κραυγές ηδονής

Ξεχύνεται από παντού

Μια σκέψη γεμάτη πληγές….

Κι άλλη μια επιθυμία αντικριστά στον παγωμένο αέρα

Αρχίζω να μιλώ μόνη μου

Για εκείνους τους γεμάτους ειρωνεία σάτυρους

Τους είχαν λησμονήσει

Ήταν χρέος μου να φωτίσω ξανά τις κομμένες ανάσες τους

Το γδαρμένο στήθος τους…

Την κατατρεγμένη κίνηση τους

Συνέπειες όλα των δικών μου επιθυμιών

Των βασανιστικά προσωπικών μου λατρευτών ενεργειών

Που διακρίνονταν πάντα από λίγο άρωμα νεκρικής φυγής…

 

 

 

 

 

Φαντάσου το τοπίο

Μπορείς να αιωρηθείς από πάνω του;

Πώς θα μπορούσες άλλωστε;

Φαντάσου τότε εμένα να προχωρώ επόμενη κάτω από το τοπίο αυτό

Μυστικό το πέρασμα

Το ξέρεις κι εσύ

Εγώ είμαι στην φαντασία σου

Εγώ είμαι σε κάθε εφιαλτική σου ονείρωξη

Μ’ακούς;

Τώρα με μυρίζεις;

 

 

Άδικη η στιγμή χωρίς αιτία

Πορφύρα τα βλέμματα

Είχαμε κλέψει το χρώμα του ήλιου

Μας είχαν χαρίσει τον ήχο των κορμιών μας

Με είχες αρωματίσει με το άγγιγμα σου

Σε είχα δει να πάλλεσαι κρυφά

Απαλό το συναίσθημα της πρώτης μου ανάμνησης

Γλυκεία η έλλειψη της αναπλήρωσης

Επισκέπτομαι κάθε μέρα κι ένα διαφορετικό φόβο

Επίπονη διαδικασία

Φυλακίζομαι

Σταμάτησα

Αρκούμαι σε περιστασιακά χαμογελά

Ήμουν κάποτε εκεί

Θα ξαναυπάρξω…

 

 

Ας ερχόταν μόνο για μια στιγμή η νύχτα…

Ας λειτουργούσε τελετουργικά, σχεδόν μαγικά

Ας με έπαιρνε μαζί της στο ατελείωτο αρωματιστό σκοτάδι της

Ας έδιωχνε κάθε μου σκέψη

Ας απομάκρυνε κάθε ακανθώδη επιθυμία…

Κι ας ξεχνούσα κάθε στιγμή ταπείνωσης

 

Έλα αγαπημένη μου, έλα

Έχω ανάγκη να με αναγνωρίσεις

Έχω ανάγκη να με αποτελειώσεις

Έλα φονική μου συντροφιά…

Τι περισσότερο μπορείς να μου στερήσεις;

Σε προσφωνώ αγαπημένη…σε προσκαλώ να με αποπλανήσεις

 

Ας θυμόμουν κάποτε την κίνηση που ανάβλυζε απ’τα σωθικά μου

Ας δημιουργούσα ανεπαίσθητες μορφές και αισθησιακές φιγούρες

Ας γινόμουν άϋλο και ανάερο ψιθύρισμα

Ας θύμιζα ερημωμένη παράλια…

 

Έρχομαι να αναπληρώσω κάθε στιγμή…

Κάθε στιγμή έρχομαι

Να αισθανθώ την μαγεία κάποιου αγιοκλήματος

Έρχομαι με γεμάτα υποκρισία ευτυχισμένα μάτια

Και αμαυρωμένη θύμηση

Με προσφωνούν βασίλισσα : η καλλονή έρχεται

Με προσκαλούν να τους γοητέψω…

 

Νεφερτίτη

 

 

Κάποτε….κι όχι φυσικά πιο παλιά από κάποτε…κι όχι πιο μετά από αυτό το καταραμένο κάποτε…και φυσικά ούτε και τώρα

Μόνο κάποτε

Τότε λοιπόν γνώριζα κάτι αιώνιους δράκους

Αιώνιοι και πανέμορφοι ταυτόχρονα…απατηλοί μαζί

Ευαίσθητοι όσο ένα μωρό που μόλις αποκοιμήθηκε

Κλαίγανε

Μάζευα τα δάκρυα τους, ήταν κι αυτά αιώνια

Όσο αιώνιοι ήταν κι αυτοί οι δράκοι…

Φυσικά όχι πιο αιώνια απ’τους ίδιους τους δράκους

Είχα λοιπόν φτιάξει μια λίμνη…με όνομα

Το όνομα της ήταν πρωτότυπο

Όσο πρωτότυπο ήταν το γεγονός ότι γνώριζα αυτούς τους αιώνιους δράκους…

Μα όχι πιο πρωτότυπο από αυτό το γεγονός ότι γνώριζα κάτι δράκους

Την είχα ονομάσει Δρακόντεια Λίμνη

Όσο παράξενο κι αν φαίνεται είχε ένα χρώμα

Ήταν διαφανής, ήταν όμως και τόσο διαφανής

Όσο διαφανή είναι τα δάκρυα των Δράκων

Έχεις δει ποτέ δάκρυα Δράκων;

Τα έχεις αγγίξει;

Έχουν την ίδια απαλή διαφάνεια που έχουν τα δάκρυα ενός μωρού

Που μόλις αποκοιμήθηκε μετά το κλάμα του

Σε κούρασα;

Ήθελα να σου δείξω μόνο πόσο κουραστικό είναι να μαζεύω τα δάκρυα των Δράκων

Κι όταν αυτοί είναι αιώνιοι, τα δάκρυα τους είναι πιο βαριά

Όμως οι αντοχές μου κάποτε εξασθένισαν

Άρχισα κι εγώ να κλαίω

Προσπαθούσα να μαζεύω τα δικά μου δάκρυα

Ήταν πιο ελαφριά

Ωστόσο ήταν καυτά…κι αν προσπάθησα να τα βάλω στη Δρακόντεια Λίμνη μου,

Αυτό σήμαινε ότι εξατμίζονταν όλα τα υπόλοιπα

Κι έκλαιγα πιο πολύ

Πόναγα γι’αυτό που έκανα, ήταν όμως αναπόφευκτο

Όσο αναπόφευκτη ήταν η μέρα που γνώρισα εκείνους τους αιώνιους δράκους

Με τα αιώνια δάκρυα

Δρακόντεια λοιπόν κι αυτά τα δάκρυα

Δικά μου!

 

 

 

Η μυρωδιά του καμένου ξύλου…η μυρωδιά της βροχής

Όλα σε θυμίζουν. Απλά κι αγαπημένα

Νυχτερινές αυτές οι σκέψεις…μέσα από ένα πρωτόγνωρο παρνασσικό συμπόσιο

Το φως καλύπτεται από ένα πέπλο ζάλης

Η ανάσα αρωματισμένη από τις μαγικές ιδιότητες του γλυκάνισου

Οι αισθήσεις αιωρούνται, οι κινήσεις το φανερώνουν και η επιθυμία

Ο πόθος κάνουν ύπουλη την ύπαρξη τους

Κάνουν εμένα να θέτω σε εγρήγορση κάθε μηχανισμό φαντασίας

Κάθε δυνατότητα να ονειρευτώ

Και δες!

Δες τι ονειρεύομαι….

Ονειρεύομαι ότι με πλησιάζεις, το νιώθω

Αισθάνομαι τη θερμοκρασία του κορμιού σου…αυτού του τόσο αγαπημένου κορμιού

Εγώ απλά στέκομαι

Προσπαθώ να χαράξω στη μνήμη μου κάθε στιγμή που σ’ερωτεύομαι

Κι εσύ…απλώς μου χαρίζεις ο,τι ζω κι ο,τι αγαπώ σ’ένα φιλί…

Σ’ένα χρωματιστό-σαν τα αφρισμένα κύματα βλέμμα

Γύρω μου χορεύουν αέρινα χρωματιστά ξωτικά

Εμείς προσπαθούμε να διαγράψουμε τη μορφή τους με τον καπνό μας

Μ’ ακολουθείς και γεύεσαι τόσα πρωτόγνωρα συναισθήματα

Και ξαφνικά, πατώντας στο κόκκινο χώμα, μας μεταφέρει στα πορφύρα μας σκεπάσματα

Κυρίαρχο το χρώμα των αισθήσεων

Κι αυτήν ακριβώς τη στιγμή το Όνειρο δακρύζει…

Γιατί δεν ξέρει αν καταφέρνει να σ’ αγαπά όσο σ’ αγαπά

Γιατί σημαδεύει ανεξίτηλα κάθε πτυχή, κάθε αλμυρή συνεύρεση της ύπαρξης μας…

Ταυτόχρονα με κανείς να πονώ, να βασανίζομαι…να αναζητώ

Συγχώρεσε με

Σ’ αγαπώ

Κι αυτό με κάνει να ονειρεύομαι

 

Στον Σ.(2000)

 

 

Απομονωμένες θολές οι κραυγές

Γιορτή μυρωδάτη

Ανήκει στα όμορφα κορμιά τους

Σ’αυτά που λικνίζονται, σ’αυτά που η αίσθηση από το άγγιγμα τους

Θυμίζει καταιγίδα

 

 

Έρχομαι δεύτερη στον ήλιο

! στην ζωή μου πόσο σε πρόσεξα

Θα φύγω σαν το μελάνι που κυλά

! στον κρόταφο μια παγωμένη αίσθηση

Άκουσα την βαθιά ανάσα να τελειώνει

! στο φιλί που δάκρυσε

! στο δάκρυ που δεν πρόλαβα να φιλήσω

 

 

Λείπει το ψιθύρισμα του φόβου…

Κι αν οι φλόγες μ’ άγγιξαν;

Θαμπώνει τις αναμνήσεις σου…

Κι αν οι εμμονές με έγδερναν;

Μένει κοντά στην ύπουλη φαντασίωση…

Κι αν οι ακτίνες με απλοποίησαν;

Κι αν όλη μου η ζωή…;

 

 

Την ξύπνησα…περπατώντας στις ρωγμές της

Ρουφώντας το πρωινό της

Εκφράζοντας την επιθυμία να με μεθύσει ο άνεμος της

Με άφησε να γευτώ τους ανθρώπους της

Να χαϊδέψω το φως της

Να κλειστώ στη μυρωδιά της. Κι εκείνος…

Εκείνος αιχμαλωτίζει τις αισθήσεις μου

Αγγίζει τα δάχτυλα μου

Χαμογελά στα μάτια μου και μου χαρίζει μια πνοή

Θα στρέψω το χέρι μου να την απομακρύνω

Θα σβήσω κάθε μοναδική της εκβολή

Θα κρύψω στη χούφτα μου τ’ αστέρι της

Και θα του δώσω έναν ουρανό ποτάμι

Ένα απογευματινό γέλιο

Ένα άγρυπνο δασός να το φυλά

Ξέχασε χρόνε…κοιμήσου πόνε

Είναι γυμνό το άνοιγμα του σκοταδιού σου

Είναι ζωντανό το κάψιμο του Ονείρου σου

 


last updated24/03/2002 04:22:23 μμ
c