ΥΜΝΟΣ ΣΤΟ ΜΕΝΕΞΕΔΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΜΠΑΣΤΙΑΝ ΜΠΑΧ
ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΑΛΠΙΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΛΕΡ
Το χρώμα το μενεξεδί το πούλησαν τσιγγάνοι
το κέρδος μοιράστηκανε μπας η ψυχή τους γιάνει.
Τον ταπεινό ανάστροφα τον νέμεται η μέρα
η ανάστασή του λεν ανθεί μες του παπά το ψέμα.
Μα σένα η Φύση άνοιξε νερά μες τον αιθέρα
κάνεις τη νύχτα κίνδυνο που καταλεί το βλέμμα.
Το χρώμα το μενεξεδί το ρούφηξε η τέφρα
ή σαν νεκρό της μοναξιάς μες της ζωής τη λέπρα .
___________________________________________________
Ο ήλιος μες τον ουρανό στον άγγελο θα φέξει
και σαν παιδί της φυλακής την τύχη του θα παίξει.
Αντίλευκε Σεβαστιανέ φτιάξε του μιαν ορχήστρα
να κόβει ο ήχος το κενό ,στο σώμα κουβαρίστρα.
Μια θαλπωρή στους ταπεινούς όταν τρυγούν ελπίδες
σα βγαίνουν παγάνα σε έρωτες, θνητές μου καταιγίδες.
Το χρώμα το μενεξεδί χαρίζει καρπούς και χώμα.
σαν παραμύθι του Βορά, ο Μάλερ σαλπίζει ακόμα.
________________________________________________
Το χρώμα το μενεξεδί το υφάνανε οι μαινάδες
και των αμίλητων δασών το κλάψανε οι μανάδες.
Του Λόγου ο δρόμος δύσκολος να πας στην Ανδρομέδα
μα του Θεού αντιλαλεί σαν κάλπικη μονέδα.
Μη γέρνεις τόσο Ραψωδέ το δίχτυ κρατεί το Χρόνο
δεσμώτης άλλων εποχών Κασσάνδρα βλαστάνει μόνο.
Στο χρώμα το μενεξεδί λιόδεντρο οι Λαβδακίδες
τη δόξα κάνει εφήμερη θυμίζοντας-τι πόνο-οι Ατρείδες.