Ελένη Μπάλιου - ποίηση

 

Κάκτος και Αύρα

 

Δρυός αφέγγαρος και γαλαξιωμένος.

 

Απόψε τα νυχτοπούλια ξύπνησαν νωρίς.

Νωρίς κοιμήθηκαν τα λευκά της νήσου.

Η Αύρα στεγνώνει την ιδρωμένη αγωνία

                                                           του Κάκτου

και μέσα στο βραχύ μεταίχμιο της σκέψης,

με  τα κλαδιά της λυγαριάς ξεδιπλώνει έναν ήσκιο

                                                    για να χορέψει ολογυρά του.

 

Δρυός δριμάτων, Δρυός αυλακιών,

 των δεντρολίβανων, και των κυπαρισσιών

μ’ έναν Κάκτο που χτύπησαν οι αγέρες

και  σκέφτεται αιωνίως,

                                να πέσει; Να μην πέσει;

Μα φεύγει ο Αύγουστος όσο ν’ αποφασίσει

και ο Σεπτέμβρης κουβαλάει βροχή

                                                     και ζήση.

Παράταση

κι άλλη πνοή

ανάσα κουράγιου

αντοχή

τα δρίματα φεύγουν!

Η άμμος ισιώνει τ’ ανώμαλα χνάρια,

αγκάθια σπασμένα

ξαναζωντανεύουν,

ενώ  όσα αγνοούνται,

θα τα βρουν τα  σ κ α θ ά ρ ι α.

 

Μα κι αν ποτέ δεν αλλάζει η ιστορία,

η Αύρα που ήρθε, καινούργια φαντάζει

Δρυός των αιώνων

Δρυος των στιγμών

απάγειο του χρόνου

σκορποχώρι λυγμών

παλιά  γεωγραφία

 

Ακούπισε χώμα, του τριζονιού η μπαγκέτα

κι άκουσε η Γη τ’ ουρανού τα σεκλέτια

Υπέρηχοι!

Ψιθυροφασαρία!

 

Χορευτική φιγούρα μαρμαρωμένη

                                                 στην πτώση,

κι έφερε κείνος το δάχτυλο στο στόμα

-Όχι άλλος χορός, σσς!

το χελιδόνι θα παραδώσει γυμνή τη φωλιά,

και το άσπρο στον τοίχο που δεν φάνηκε ακόμα,

και τα νέφη που δεν βγάλαν μπαμπάκια κλαδιά,

τόσες ευχές ζευγάρωσαν το καλοκαίρι

και ούτε μια γέννα!

Όχι τώρα χορός,

ας φωτίσει μια παύση

του Δρυού μας το αστέρι-.

 

Είπε σκυφτός,

επαναϊδρωμένος και χλωμός.

 

Η Αύρα σήκωσε του τριζονιού την μπαγκέτα

κι αλλάζοντας όψη, σημάδεψε ψηλά

χτύπησε και πετάχτηκαν χιλιάδες,

πουλιά του μεταίχμιου,

                               μερονυχτιάτικα,

πουλιά της αυριώτικης μέρας

και του κάκτινου σκότους,

                              κακτο-αυριάτικα

 

-τα χελιδόνια γεννήσανε  και φύγανε πια.

Τα νυχτοπούλια, είναι του Δρυού τα παιδιά-.

 

Είπε,

Και πάνω στο γάλα του καλπάζοντος άστρου,

συνέχισε να σείεται η σκιά λυγαριά

και πάνω στον τοίχο ενός ξέθωρου μαύρου,

ξεκίνησε πράσινη, να κλαίει μια χαρά.

 

To my dearest jeff


last updated19/05/2006 08:16:29 πμ
c