Ελένη Μπάλιου - ποίηση

 

   

Για να παραγγείλετε αυτό το βιβλίο στο βιβλιοπωλείο

της γειτονιάς σας, δώστε τον αριθμό:

ISBN:960-7860-16-0 

 

Είδα το λεωφορείο που ερχόταν κι έσκυψα να φιλήσω τη μάνα μου. Οι δυο σακούλες κάτω απ’ τα μάτια της γέμισαν αίμα. Από τις άκρες των χειλιών της δυο βαθιές ρυτίδες ξέφυγαν και μαστίγωσαν τις αυλακιές των ενοχών μου. Οι λεπτοί της ώμοι μαζεύτηκαν προς τα μέσα κι έγινε ξαφνικά ελαφριά σαν πούπουλο, εύθραυστη και φωτεινή Σα φυσαλίδα ονείρου στο γαλάζιο.

Μ’ έσπρωξε λίγο πίσω και με κοίταξε χαμογελώντας με κόπο.

- Οι Τσίφτηδες και οι Φλάμπουρες, είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, μου είπε. Μην πιστεύεις κανέναν, μόνο φύγε απ’ αυτόν τον διαολότοπο να βρεις τη ζωή σου.

Δεν είχα πολύ καιρό για να τη ρωτήσω, ούτε να της εξηγήσω πως είμαι διχασμένη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που βρίσκονται μέσα μου. Ανάμεσα σε δυο συμπεράσματα εκ διαμέτρου αντίθετα μεταξύ τους.

- Τελικά πάω καλά, ή τά’ χω σκατώσει προ πολλού; Γιατί ρε μάνα, οι Τσίφτηδες απο δω και οι Φλάμπουρες απο κει, φαίνονται να ξέρουν εν τούτοις ποιοί είναι και τι επιδιώκουν. Εγώ που βρίσκομαι; αναρωτήθηκα στα φωναχτά.

- Φύγε Μαρίνα. Βρες την απάντηση μακριά από δω, μου ξανάπε η μάνα μου και μ’ έσπρωξε μέσα στο λεωφορείο.

Η πόρτα έκλεισε αλλά εκείνη παρέμεινε στη θέση της. Καθώς απομακρυνόμουν, μια δυνατή ριπή του αέρα τη χτύπησε και της πήρε το μαντήλι από το κεφάλι. Το κοίταξε αιφνιδιασμένη, αλλά δεν κουνήθηκε για να το πιάσει.

Καρφωμένη στην ίδια θέση, μ’αποχαιρετούσε για ώρα, μέχρι που την έβλεπα σα μια τόση δα κουκίδα ελπίδας ανάμεσα στους ανθρώπους, που σιγά σιγά χανόταν. Και όταν δεν την έβλεπα πια καθόλου, ήξερα πως είναι ακόμα αποξεχασμένη στο ίδιο σημείο και με σταυρώνει.

 


last updated19/05/2006 08:27:18 πμ
c