Η ώρα της μαμάς
Το γυφτοπροσφυγάκι με τα γελαστά μάτια
τρόμαζε τη γειτονιά
γιατί είχε άσπρα τα μαλλιά του
και ξυνόταν ολούθε
Τα παιδιά του τετράγωνου
έφτιαχναν τη γωνία
του σμήνους που σηκώνεται
έντρομο στον αέρα.
’δειαζε το τετράγωνο και κείνο στη μέση
Ατένιζε ως γέροντας τα σύννεφα
Και μετρούσε
"Μέχρι το δέκα θα βγεί ο ήλιος
μέχρι το πέντε θα ξανακρυφτεί
μέχρι το είκοσι θα μείνει κρυμένος
μέχρι το δέκα πάλι θα σταθεί,
και όταν φτάσει στο εκατό
και βασιλέψει,
είναι η ώρα που γυρίζει η μαμά".