’ηχη σάλπιγγα
Στο
είχα τάξει ’καιρε Κύριε των χλευασμένων πόθων.
Να
'μαι λοιπόν τώρα στο άδειο κανάλι των εκπλήξεων και των απαντοχών.
Στο
τελευταίο δωμάτιο του εκθεσιακού χώρου
η περιήγηση
τελειώνει.
Και ο δρόμος της
εξόδου περνάει
από τα ίδια σημεία
γιατί δεν υπήρξε
καμιά πρόνοια
συνέχειας.
Κι επέβαλαν οι τοίχοι
στην φαντασία το τέλος,
λες και χρειάζεται
από δαύτη πολύ για να το νοιώσεις,
πως μόνο η κατεδάφιση
πυροδοτεί το φευγιό μας.
Κουράστηκες είπες και
την άφησες
την άκρη του σχοινιού
που ακροβατούσαν,
ερχόμενες με ιδρώτα
οι πληρώσεις σου.
Έρχομαι σήμερα να
καταθέσω στις αισθήσεις σου,
όχι μιας ψεύτικης
ματιάς τις κουδουνίστρες,
αλλά τον πόνο του
χαμένου που δεν έπαιξε
σαν τζογαδόρος με τη
δίψα των ανθρώπων,
και το συμπέρασμα που
βγαίνει ως μόνο κέρδος του,
πως προχωράει κανείς
λόγω καχυποψίας.
Έχει γυρίσει το κουτί
μου ανάποδα
ην ίδια ώρα που μου
έσκαγαν στην πόρτα,
τα βαρελότα μιας
Ανάστασης αθέμιτης,
στη νύχτα
που να τσακίστηκαν οι
αντένες των ωραίων;
Συνταξιδιώτες στο
όνειρο, συμπαντικοί αλήτες;
’στο αυτό, μα πες
μου αν θυμάσαι,
πώς ακούγονται τα
σήμαντρα στο ανάκλιντρο της λήθης;
Υπάρχουνε καμπάνες
που σημαίνουνε την κάθαρση;
Καμπάνες που
γιορτάζουνε τον άνθρωπο, υπάρχουν;