Θύελλα
Κρυώνω και θέλω φωτιά
την δέκατη μέρα, ύπνου και ονείρων.
Το κρεβάτι με καθήλωσε, στο δέος σου,
φωτεινό μου όραμα.
Η πεταλούδα δεν με υπακούει πια,
κρύφτηκε από τον σκοτεινό χειμώνα.
Ένας σαθρός επαίτης, ακολουθεί την
νύχτα στο σοκάκι.
Θύελλα στο σώμα μου, θύελλα στα μυαλά μου.
Με τα γυαλιά που βλέπεις τον κόσμο, ποτέ δεν θα τον νιώσεις.
Είναι τόσο διαβολικά φτιαγμένος, με γονίδια φονιάδες.
Πότε θα γίνει η δράση δημιουργία;
Πότε θα πάψεις να ζητάς για να χαίρεσαι;
Τα πόδια μου πατούν στ’ αστέρια, τα μάτια μου, κοιτάν στο χώμα.
Έτσι όπως μας στήσατε θα βλέπουμε τον κόσμο.