Το ξημέρωμα της Αντιγόνης (Πέντε)
Όρθρος
και Αχαιά η στάχτη της ημίγυμνης κοιλάδας.
Καιρός τώρα, που οι καστανιές
χάθηκαν στα ορυχεία του χαλκού.
Όρθρος του ξύλου αυτός
καθώς ανοίγουν οι οφθαλμοί των δέντρων.
Όρθρος Πυρφόρος με ρυθμικό σφυρί
τείνων στο αίμα ξανά
δρεπάνια λησμονώντας στο δρόμο
ποδοβολώντας κι ερχόμενος
με το κλάμα σφιγμένο στην παλάμη
καταλήγοντας σε μια ζωή δίχως ίσκιους
κρατώντας μια διάτρητη ασπίδα
ξεσηκώνοντας άμμο, που ποτέ δε συναντήθηκε
με ανθρώπινο ιδρώτα.
Φτάνει στο τέλος:
Ναός του βάμβακα εδώ.
Με μιαν αθώα Γεθσημανή
και τα μαλλιά της λυτά ίσαμε τον ελαιώνα
Κοιμήσου πια* ξεκουράσου
Όρθρος τοκετός: Όπου να’ναι θα γεννηθείς.
Ξημερώνει.
(σ.refene) *=άνω τελεία.