ΕΝΑΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
Γεννήθηκες ένα σούρουπο Καλοκαιρινό,
την ώρα που έκλαιγε τη μαστίχη του ο θάμνος
στο ασπρόχωμα με τα υπόλοιπα κρύσταλλα των σχίνων.
Η πρώτη σου ανάσα, κάθονταν οκλαδόν, με ρακή και τσιγάρο,
πάνω στο κρεβάτι που όριζε το τέλος του Αιγαίου,
με την αρχή του Λυβικού.
Τα δύο Θαλασσένια άκρα,
δεμένα κόμπο στη μέση, ποδιά,
προστατέβαν τα άσπρα λινά ρούχα,
από τις χειμωνιάτικες μαύρες αστραπές της πίκρας.
Με τόσους επικίνδυνους ελιγμούς, σε δυό πελάη,
και με ανασφάλιστα σκαριά ,
ποιος θα πίστευε ότι τα χειρότερα ναυάγια, γίνονται στις στεριές;
Η μοίρα των κυνηγημένων διδάσκει. . . .
Και από τότε οι αιώνες, περνούν κάθε μέρα..
