Απόμακρος - ποίηση

 
Home - refene.com
Απόμακρος - Homepage
Απόμακρος 4 ποιήματα 13-10-02
 

 

Ιησούς

 

Άρξις

για ότι υπάρξεις καλό πάντα είναι

γυμνής να υμνείς το πανάγιο κορμί

που έχει ψυχή σα ποτάμι ακίνητο –λίμνη-

την αφή που στη ραφή των χειλιών της προσπαθεί

δίχως δάκρυ στην άκρη να μείνει.

Αγκαλιά με μια φωνή δίχως φως η σκηνή

λείπει πάλι με λύπη η σελήνη

μ’αποτρόπαιο τρόπο ζητά συνεχώς

η ψυχή μόνο ψύχος ν’αφήνει.

Απειλή το φιλί φυλακή φιλική

ένα χάδι στου άδη την δίνη

δραπέτης ανάσα και το δέρμα ραγή

-μνημείο- πληγή που δεν κλείνει.

Αγέρι τα λάθη στεφάνι μ’αγκάθι

τ’αστέρι κερί δίχως ταίρι

κινούσαν οι μάγοι με ραβδιά δίχως πάθη

και δώρα κρατούσαν στο χέρι.

Απουσίας αυγή, μοναξιά και κραυγή

υποσχέθηκαν η θλίψη να λείψει

αστέρι κι ευχή, ο Μεσσίας στη Γη

μέχρι κάποιος τα χέρια να νίψει.

 


Συνείδηση

 

Σαν κλαδί π’ αγκάλιασ’ η φωτιά

σα σπίθα –φωτισμένη μοναξιά-

που προηγήθηκε της τέφρας

ψιθύρισες στον πόνο

υπομονή...

αυτό και μόνο…

 

Χάραζε, είπες, κάθε μας βραδιά

η φλόγα στη καμινάδα μια μορφή

μαυροφορεμένη…

που δήλωνε σεμνά

πως έτσι δραπετεύει η ζεστασιά

υποκρινόμενη πως μένει

 

κι ήρθαν καινούρια ξύλα κι άτυχα

τα κοίταζ’ ο πόνος μ’ άδεια μάτια

μιας κι είχες φύγει με βήματ’ άηχα

σαν αθωότητα, σαν άγνοια…


Το παιχνίδι...

 

Στα άθραυστα πλανήθηκα και ράγισα.

Τ' ακλόνητα αντίκρυσα, γονάτισα.

Γελάσαν αυλικοί, νομίσανε προσκύνησα

μα εγώ το κεφάλι μου να κρύψω ξεκίνησα..

 

Την λύπη στα κόκκινα την έβαψα... με δάκρυα...

με χρώμα ίδιο της ενδόψυχής μου κόλασης

γύρισα σπίτι κι οι γονείς δοξάζαν, βλέποντάς με,

ένα κενό σαν το κενό της τηλεόρασης...

κι έπειτα σιγή... με ολάκερο το σπίτι κενό...

κι όμως να μην φαντάζει άδειο...

 

Κλεισμένος σε σκέψεις, στο δωμάτιο,

τιμωρία θαρρείς από ανελέητο Θεό

σχεδίαζα την απόδραση ακόμη,

με τελειωμένο το στυλό...

και την μελάνη στη ψυχή... τη μαύρη.

 

Η ελπίδα τότε συνέχιζε να υπάρχει

κι ας με σκότωνε η ίδια αμέτρητες φορές...

αυτή πεθαίνει τελευταία λένε,

μα πόσες φορές πρέπει να βρεθείς νεκρός...

τα αναπάντητα με καίνε...

Τώρα δεν έχω ελπίδα μέσα μου το ξέρω,

όπως το σώμα αισθάνεται το ξένο σώμα...

Ομολογώ πολλές φορές έτσι την πολέμησα.

Σαν ανεπιθύμητη...

 

Μα αυτή η κατάρα δεν ήτανε η μόνη.

Πέσανε πολλές, σαν φύλλα στο φθινόπωρο...

τις πατούσα καιρό χωρίς ν' ακούω τους κρότους τους

και τώρα θάφτηκα κάτω απ’ αυτές....

με πατάνε καιρό δίχως ν'ακούνε τους κρότους μου

 

Το τερπνόν με τα του ωφελίμου

έτσι πλέον φαντάζει ο θάνατος μου

σαν  παιχνίδι που θα παίξω μια φορά

μα θα το κερδίσω για πάντα

Τους ηττημένους θ’ αφήσω πίσω μου να κλαίνε.

το παιχνίδι της ζωής πόσες φορές να το ‘χασα

τα αναπάντητα με καίνε…

 

Παίζω χαρτιά τώρα, με θεό και σατανά...

κανείς μας δεν ξέρει ποιός μοιράζει...

κι έχουμε απομείνει ο καθένας τον άλλο να κοιτάζει...

αμήχανα… σαν ερωτευμένοι...


Μαγική Σιγή

 

Ψευδαναίσθητη νεκροβολίστρια
ψυχή μου...
λεπιδολάγνα κι ονειρολάτρισσα συνάμα

βυθισμένη στο σκοτάδι...

 

Κάποιες φορές διακρίνω
κείνο το μικρό...
βαθύφωτο σημείο μέσα σου...
κι είναι εκείνο που λείπει
απ’την ψευδόφωτη αλήθεια,
την ελπιδοφόνισσα πραγματικότητα,
που σε παρέσυρε στου Άδη της λίμνης τα νερά
να λάμνεις με τα χέρια...

Σου μίλησε η νεκρική σιγή
σου απαίτησε να ουρλιάξεις
να τρομάξεις τον Κέρβερο
τον αδερφικό φιλεφιαλτικό σου φίλο
τον ψυχοφθόρο δήθεν ατρόμητο σκύλο

υποχθόνιο κι αήττητο

που μόνο με μια λέξη σου
σε φυγή τον έτρεψες
την αέναη φήμη του κατέστρεψες
κι ας σήμαινε η λέξη σου σαν διάρκεια

μονάχα μια στιγμή...

"δάκρυσα» είπες...

και πέρασε πάνω απ’την γλώσσα σου το φως σαν ξίφος...
σφύριξε ανάμεσα στα δόντια σου
χίμηξε σ’ολάκερο τον κάτω κόσμο
και σκόρπισε στον θάνατο ζωή...
κι ύστερα αφέθηκες νεκρή
μοναδική στη μοναξιά σου...
στην μαγική σιγή...


Το πρώτο όνομα

 

Η μουσική ήταν άδεια
κι όμως με κάτι με γέμιζε...
με νότες που δραπέτευαν
τις σκέψεις μου διέσχιζε
φεύγοντας απ'το πιάνο...
έπειτα απ'την αίθουσα
παρέμενε στο νου
και στην ψυχή μου επάνω...

Κι η ζώη μου ήταν άδεια
κι όμως με κάτι με γέμιζε...
με φυλακές για τα πάντα
την ψυχή μου την ξέσκιζε
ξεφεύγοντας απ'το φιλί
έπεφτα πάνω στον έρωτα
με συνείδηση νεκρή και ψυχή...
σαν κάποιου γέροντα.

Σ'εκείνο το πρώτο όνομα
που γράφτηκε με κερί
σ'όλες μου τις σκέψεις
με την κατάρα να προσπαθώ
τα πάντα, για να λιώσει...
Σ'εκείνο το κερί...
που ποτέ δεν θα σβήσει
γιατί ποτέ δεν άναψε
κι ας είχα προσπαθήσει
για να με λυτρώσει...

όταν το φως θα βαριέμαι
θα επιστρέφω δειλά
και θα κοιτάζω σιωπηλά
με την ανάσα κομμένη
τον ερωτικό χορό δίχως ήχο
αυτής της ανύπαρκτης φλόγας
με τη σκιά μου...ακίνητη στο τοίχο...

-Αφιερωμένο σ'έναν έρωτα που ποτέ δεν υπήρξε...-

 

Υποσημείωση:

 

Το αποδέχομαι... όσο ζούσα...
σκότωσα εκατομμύρια λέξεις...
πνίγοντάς τις μέσα μου...
Έπειτα τις έθαψα στην άκρη ενός άχρωμου τόξου
κι έβαλα εκεί φρουρό να τις φυλάει...
τον τελευταίο μου ανύπαρκτο δράκο...


last updated13/10/2002 08:34:37 πμ
c