Εκατόμβη αθώων
Μάχαιρα έδωσες,
μάχαιρα θα λάβεις*
Οφθαλμόν αντί αφθαλμού
και οδόντα αντί οδόντος!
Πολλά τα γυάλινα μάτια
και οι οδοντοστοιχίες*
και οι μασέλες μεγάλες,
και γερές.
Μάτια ατενίζουν χωρίς να βλέπουν*
μασέλες αλέθουν αδιάκριτα.
Αναχαράζουν και αναμασούν!
Πού η λαβή πού η κόψη της μάχαιρας!
Αλλάζει χέρια, κόβει κεφάλια,
ένοχοι, αθώοι δυσδιάκριτοι.
Ο καπνός απ' τα ερείπια
και την καμένη σάρκα
θολώνει το βλέμμα.
Ο ορίζοντας καθαρίζει
κάπου στο μάκρος...
Το χέρι τεντωμένο σε αγκύλωση
δείχνει εκεί στο βάθος, μακριά,
τον ένοχο!
Καψαλιασμένα φτερά γεράκου
απλώνουν την τσίκνα των πτωμάτων
πέρα ως πέρα*
Πλαταγίζουν στον εφιάλτη
του κάθε κοιμισμένου.
Σε εγρήγορση ο ένοχος,
ξύπνιος και ο αθώος.
Βλέπει τον ίδιο καπνό να τον ζώνει.
Καπνοί ερειπίων και σάρκας παντού.
Φίλοι και εχθροί,
ένοχοι κι αθώοι,
Στο μεγάλο καζάνι του αλχημιστή.
Εμείς θα ελπίζουμε!
Μη δα μας έμεινε και τίποτ' άλλο!
Έχε καλά που η ελπίδα
δε βγαίνει στην αγορά*
ούτε πουλιέται, ούτ' αγοράζεται,
γεννιέται*
γεννιέται στις γόνιμες ψυχές!
Κι ενώ ψάχνω να βρω τα βήματα
σ' αυτό το τρελό της ζωής μπαλέτο,
ένα μου έρχεται αμέσως στο νου*
ο μη παραβάτης,
Πρώτος τον λίθο βαλέτω.
*=άνω τελεία.