Απελπισία.
Τι κατάντια! Να γκρεμίζεις
και το νέο με συντρίμια να χτίζεις!
Η νέα σου ορμή να παρασύρει,
κάθε σαθρό, να εξωραϊζει,
ως το τελικό κενό.
Η ματιά πίσω θολώνει στη θέα του τέλους
που απλώνει...
και βουλιάζει την ψυχή στ' αγεφύτωτο κενό!
Σαθρά στηρίγματα στήριξε η νεανική ορμή,
η σκόνη της κατάρρευσης έπνιξε
το ύστατο όνειρο!
Φωτεινή στιγμή λίγο πριν τη Δύση,
φωτεινή αντίθεση στο σκότος που θ' ακολουθήσει
να γεμίσει το κενό!
Τι απελπισμένη ελπίδα, το τέλος να είναι η λύση!
Τι άγριο το ξύπνημά σου!
Το ξημέρωμα να φωτίζει θύμα,
ό,τι αγαπημένο να σταθεί
πάλεψες στα όνειρά σου!
Και να θεάσαι την καταστροφή
με βάθρο το ίδιο σου κουφάρι!
Να μην υπάρχει χερι
το μέτωπό σου να δροσίσει*
λύτρωση κι αποκούμπι σου ο θάνατατος.
Όλο κι όλο μια λύκηθος τέφρα
και τα συντρίμια της ψυχής,
η στάχτη των ονείρων,
πόσους αμφορείς θα γεμίσουν;