Φρειδερίκος Βαβούρας -Ποιήματα

 
Home - refene.com
 
     
   

Μυστικός δείπνος.

Στην παρανομία βγαίνουν μόνον οι ανδρείοι.
Η παρανομία είναι η μαγιά
κάθε μεγάλης αλλαγής.
Μα κάτι τέτοιες σκέψεις, φίλοι μου,
τις κάμουν μόνον οι άνθρωποι
που ως πομποί υπερευαίσθητοι
δέχονται τα σήματα του μέλλοντος
κι έχουν εναργή αντίληψη
των νόμων που κινούν την Ιστορία.
Γιατί αυτοί
και μόνον αυτοί
είναι διατεθειμένοι να απαρνηθούν
την ήσυχη ψευτοζωή,
να θέσουν εαυτούς σε κίνδυνο μεγάλο,
κίνδυνο ζωής,
αρκούμενοι στις δάφνες που θα έρθουν,
κάποτε στο μέλλον –
ένα μέλλον
που οι κοινοί θνητοί δεν δύνανται ν’ αφουγκραστούν
γιατί είναι τόσο κοινοί
και τόσο θνητοί.
Γι αυτό κι ο δείπνος μας είναι μυστικός.
Γι αυτό γυρνάμε σαν σκιές στους υπονόμους.
Ανάμεσα στα περιττώματα
ανθρώπων
ποντικών
ανάμεσα σε κάθε λογής υγρές ακαθαρσίες
υπερμεγέθεις σκώληκες
και κανθαρίδες
ψοφίμια
ξερατά
ΣΚΑΤΑ
ΣΚΑΤΑ
ΣΚΑΤΑ.
Δεν είμαστε ποταποί
δεν είμαστε τρελοί
δεν είμαστε χυδαίοι
ούτε και τίποτε τυχαίοι.
Είμαστε οι λίγοι κι εκλεκτοί.
Οι λίγοι εκλεκτικοί.
Το μέλλον του ανθρώπου βρίσκεται στα σκατά του.
Όλη η ουσία του ανθρώπου.
Ο θεός.
Τα πάντα.
Στα σκατά.
Είναι η πρώτη ύλη.
Ελάτε αδελφοί μου.
Ακουμπήστε στο τραπέζι την συγκομιδή της μέρας.
Ω, υπάρχει θεός!
Ω, δεν υπάρχει αμφιβολία!
Υπάρχει θεός
και είναι ένας από εμάς
ένας σαν κι εμάς!
Αλλιώς δεν εξηγείται.
Τέτοιο πλούσιο τραπέζι.
Με κάθε λογής σκατά.
Καφέ
λαδί
ξερά
μαλακά
ευκοίλια
και τα ούρα να ρέουν άφθονα από τους κρατήρες.
Ας ευλογήσουμε τα αγαθά
ελάτε αδελφοί μου.
Εις το όνομα του ενός
του παμμεγίστου
προστάτη και πατέρα μας:
Κοπρομυθέα.
Ας προσευχηθούμε.
Αμήν.


Μέδουσα 1

Αυτός ο ανθρωπάκος
Κάποιο λησμονημένο πρωινό
-- μόλις είχε ανοίξει τα μικρά
σταχτιά του μάτια –
Άρχισε να παρακολουθεί
Μια προς μια
Τις ασήμαντες στιγμές που απαρτίζαν τη ζωή του
Να πετρώνουν και να χάνονται
Ελάχιστοι κόκκοι άμμου
Στον τρύπιο πάτο της κλεψύδρας
Που χρόνια τώρα
Κοσμούσε μόνη το λιτό καθιστικό του.
Συγχυσμένος –
Και με λίγο χτυποκάρδι ειν’η αλήθεια –
Με όραση που θόλωνε ολοένα
Έφτασε ψηλαφώντας τους τοίχους
Ως τον καθρέφτη του μπάνιου
Να κοιταχτεί?
Έκτοτε
(ποιος ξέρει πόσα χρόνια έχουν περάσει)
Στέκει εκεί
Ασάλευτος
Αμίλητος
Κι από τις άδειες κόγχες των ματιών του
Μπορείς να δεις
Καμιά φορά
Να ξεπηδάει μια μέδουσα
Και να κυλάει αργά
Στο πετρωμένο μάγουλο.

ΑΤΙΤΛΟ

Είμαι ατάλαντος, το ξέρω

κι ως εκ τουτου υποφέρω.

Την θλιβερή μου ύπαρξη αφενός δεν την μοστράρω εδω κι εκεί

μην κάνω εντύπωση κακή.

Ουτε την γνώμη μου ποτέ φωνάζω.

(Σε λέσχες κουφών συχνάζω).

Φιλοδοξίες δεν έχω φυσικά - που να τις βρώ;

Αλλ' ένα όνειρο με βασανίζει από μικρό:

να παίξω θέατρο να πάιξω σινεμά

με τα λεφτά της τέχνης μου να παίρνω τον κιμά

και τις πατάτες. Ωιμέ τί δυστυχία,

τί σαράκι δίχως θεραπεία!

Ας μου επιφύλασσε η ζωή έναν ρόλο

ένα συντομότατο σόλο όλο κι όλο...

Μα έτσι ατάλαντος που βγήκα τί να κάνω;

Κομπάρσος γεννήθηκα, κομπάρσος θα πεθάνω.

(Το παράπονο του κομπάρσου) ή στιμές αυτογνωσίας...

 

Ευτυχής σύμπτωση

Σαν ξεκινήσαμε ετούτο το ταξίδι, άλλα είχαμε στο νου μας.

Πιστεύαμε πως έφτανε να βγεις στο δρόμο,

αδιάφορο για πού,

κι ο δρόμος θα γινότανε δικός σου –

με τ' αγκάθια του με τα χαλίκια,

μα δικός σου, όλος δικός σου.

Στο τέλειωμά του, έπειτα από χρόνια οδοιπορίας,

τρεις παρθένες ντυμένες στα λευκά

με ανθάκια κίτρινα πιασμένα στα μαλλιά τους,

διάφανο σαν ανάμνηση θα σε οδηγούσαν στο Pausilypum ,

όπου όλες οι μνήμες της ζωής σου συναγμένες

θα σου κρατούσαν συντροφιά μέχρι να ξεχαστείς.

Τέτοια πιστεύαμε τότε.

Σύντομα όμως εννοήσαμε πως

ταξίδι δίχως κάποιον προορισμό δεν γίνεται.

Θέσαμε ένα σημάδι στον ορίζοντα και πορευτήκαμε.

Μα τώρα βλέπαμε μόνον αυτό

και μύρια εμπόδια βαλμένα επίτηδες στο δρόμο να μας κρατάνε μακριά.

Πέρασε λίγος καιρός.

Ο ουρανός βάρυνε

σύννεφα κρύψαν τον ορίζοντα

μαζί με τα σημάδια που μας κρατούσαν στη ζωή.

Αξιοθρήνητοι κοιτάξαμε το γκρίζο σάβανο

που έσκυβε στη γη να μας τυλίξει.

Μείναμε στάσιμοι προσμένοντας τη μοίρα μας.

Βραχήκαμε ως το κόκαλο, παγώσαμε,

φοβηθήκαμε τις αστραπές και τα μπουμπουνητά.

Κάποτε ο καιρός γαλήνεψε.

Άδειασε ο ουρανός από τα σύννεφα.

Είδαμε επιτέλους τον ορίζοντα να λάμπει πιο καθαρός από ποτέ…

Πλέον δεν μας έμελε. Όχι, δεν μας έμελε καθόλου.

Ούτε που μπορούσαμε βέβαια.

Τα πόδια μας, βλέπεις, είχαν εν τω μεταξύ ριζώσει βαθιά μέσα στο χώμα.

 

Τι βολικά που σου τα φέρνει η ζωή καμιά φορά:

Να μην μπορείς, μα ούτε και να θέλεις !

 

Αυτογνωσία

Στα νιάτα μου υπήρξα ένας πανάθλιος ηθοποιός.

Έπαιζα όλους τους ρόλους με τον ίδιο τρόπο.

Κανένας δεν με ήθελε στον θίασό του – και με το δίκιο τους –

μα ήμουν στ' αλήθεια ωραίος και κάτι σκατόγριες κάτι γερομπινέδες,

που είχαν το ψώνιο με την τέχνη, πολύ εύκολα τους τύλιγα

και με τα ωραία τους λεφτά

ρόλους σπουδαίους μου εξαγόραζαν και κριτικές διαπρύσιες,

φτάνει που τους γαμούσα τακτικά

κι όλα τους τα βρωμερά χατίρια ικανοποιούσα.

Με τί επίγνωση της αθλιότητός μου εμφανιζόμουν στη σκηνή!

Όλα μου τα ωραία χρόνια κυλήσαν κάπως έτσι.

Κι όταν κατάλαβα πως είχα πια γεράσει

κανείς δεν ασχολιότανε μαζί μου από καιρό.

Ένιωσα συντετριμμένος. Ένα σκουπίδι.

Μετάνιωσα για την ζωή που χάλασα τόσον καιρό.

Σιχάθηκα την ύπαρξή μου

και μίσησα θανάσιμα τους άθλιους που με διαδέχτηκαν στην αθλιότητά μου.

Πέρασαν απ' το νου μου ιδέες…

μα ήμουνα δειλός,

οπότε μου έμενε να φύγω μακριά απ' τον τόπο μου,

να πάω κάπου αλλού που δεν με ξέρουν

και ήρεμα να προσμετρήσω τα χρόνια που μου μείναν.

Ένας ασήμαντος μες στους ασήμαντους.

Ξεπούλησα το σπίτι μου, πήρα το λιγοστό μου χρήμα και ξεκίνησα.

Έτσι κάπως βρέθηκα εδώ πέρα

ελπίζοντας πως ανάμεσα στους περιπάτους εις τας εξοχάς,

τις επισκέψεις σε μουσεία και εκθέσεις,

με υγιεινή ζωή και αναγνώσματα ποικίλης ύλης

θα διασκέδαζα την αθλιότητα πενήντα χρόνων.

Τι κοροϊδία! Δεν πέρασε ένας μήνας και έχω βαρεθεί.

Θυμήθηκα με νοσταλγία την πρόστυχη ζωή μου.

Κατάλαβα πως τέτοια μου ήτανε γραμμένα

κι εγώ πολύ ικανά τα έφερα εις πέρας.

Κι όντας περήφανος γι' αυτό,

όπως και κάθε άνθρωπος που αποδέχεται το πεπρωμένο του ως έχει,

θέλησα πάλι να γυρίσω εκεί που όλοι με γνωρίζουν και όλους τους γνωρίζω.

Κάπου στο περιθώριο θα βρω να ψευτοζήσω.

Κι οι συμβουλές μου για μερικούς ανθρώπους θα αξίζουνε πολλά…

Τέτοια πείρα μην πάει χαμένη!

-

Οι μνήμες που φτερουγίζουν απόψε στο νου μου

είναι σαν κάτι πεταλούδες της νύχτας

που γυροφέρνουν την φλόγα του κεριού

μέχρι να κάψουν τα φτερά τους.

Ανήμπορες πια να πετάξουν

σωριάζονται στο δάπεδο

για να τις λιώσει με το πέλμα της

η πρώτη αχτίδα της νέας ημέρας.

 

RICASCARE

Υπήρξαν φορές που μίσησα τον εαυτό μου

με την ίδια ένταση που κάποιος μισεί ένα τέρας,

φορές που ήθελα να ήμουν κάποιος άλλος,

άσχετος με ό, τι γίνηκε, με ό, τι ειπώθηκε.

« Ας είναι » λέω πάντα. «Τώρα πια έχω μάθει.

Στο ίδιο λάθος δεν θα ξαναπέσω ».

Έκτοτε με κατατρέχει η προσδοκία

να συναντήσω τα ίδια πρόσωπα

στις ίδιες ιδανικές συνθήκες

ζητώντας λυσσασμένα μιαν ευκαιρία να επανορθώσω,

να ξορκίσω τα σφάλματα

που σέρνω σαν σταυρούς του μαρτυρίου

κι ύστερα να πω:

« Να, κατ εξαίρεσιν…»

Μα, διάβολε, σαν έρθει ετούτη η στιγμή

ολότελα τους όρκους μου ξεχνώ,

η βούλησή μου καταργείται,

γίνομαι έρμαιο των περιστάσεων,

ένα άβουλο κορμί

και πάλι – υπακούοντας σε κάποιο ένστικτο αυτοκαταστροφής –

στα ίδια λάθη πέφτω

τους ίδιους όρκους δίνω

που σύντομα θα παραβώ ξανά.

 

1204.

Λίγοι με θεωρούν άνθρωπον άξιο στο Φανάρι.

Ολημερίς γυρνώ στα καπηλεία με το λαγούτο

Και σπαταλώ λεν' του τιμίου πατρός μου τον πλούτο

Στους κύβους και στ' ακριβό κρασί. Μουλάρι

 

Με απεκάλεσε η Κυρία των Τιμών σαρκαστικά,

Αμαρτωλόν η γυναίκα του επιτρόπου.

Ξόανα, μάγισσες ! Θα μένατε και δυο επί τόπου

Αν ξέρατε πως τούτο το μουλάρι τακτικά

 

Τις κόρες σας γαμεί απ' το μουνί

Κι από τον κώλο. Μηχανορράφοι κόλακες,

Άβουλοι στρατηγοί ! Μα πάνω απ' όλα βλάκες

Και δειλοί αυθέντες Κομνηνοί,

 

Η Ιστορία τις πιο επαίσχυντες σελίδες αναδεύει

Για να' βρει δυναστεία εξίσου κωμική με σας !

Κι εσύ Αλέξιε Γ' ,αν βαστάς,

Ρίξε μια ματιά απ' το πλοιάριο που μακριά σε φυγαδεύει

 

Στων μαχών τ' ανέσπερα πεδία :

Εκεί ο Δάνδολος των Ενετών, γέρων τυφλός κ' ημιθανής,

Δίνει το πρόσταγμα της μάχης, ενώ εσύ αφανής

Μου προξενείς αφόρητη αηδία ...

 

Κοίτα κι αυτούς που αύριο δε θα υπάρχουν

Κι όσο είν' καιρός μια πέτρα δέσε στο λαιμό σου

Και ζήτα στο βυθό τον λυτρωμό σου !

Θάνατοι άτιμοι σε άνδρες άτιμους θε να ‘ρθουν !

 

Ας είναι. Τέτοιου λαού του πρέπει τέτοιο στέμμα.

Να, οι σάλπιγγες καλούν ξανά. Ο εχθρός πλησιάζει.

Σώθηκε και το μελάνι. Δεν πειράζει,

Η συνέχεια θα γραφτεί με αίμα...

 

ΜΗΔΕΝΙΚΑ

Σιωπηλοί καθίσαμε στο καφενείο του σταθμού.

Τα βλέμματά μας ανταμώσανε πολλές φορές,

πότε στα τζάμια του εκδοτηρίου,

όπου οι μορφές μας καθρεφτίζονταν ξεθωριασμένες,

σα λεκέδες παλιοί σε υφάσματα χιλιοπλυμένα,

πότε στο βουερό μελίσσι , τους ταξιδιώτες,

καθώς στοιβάζονταν στα λεωφορεία για να φύγουν

να πάνε στα χωριά τους ή όπου αλλού .

Εμείς πάλι καθόλου δε βιαζόμασταν.

Λόγο δεν είχαμε. Τίποτε δε μας περίμενε , τίποτε δεν περιμέναμε.

Η παρουσία μας σ' αυτό το μέρος νιώθαμε πως

μάλλον οφείλεται στο νόμο της αδράνειας

ή σ' ένα ένστικτο της ζωής

που είχαν αναπτύξει τα πέλματά μας όλα αυτά τα χρόνια,

όταν αμέριμνοι βαδίζαμε πάνω σε χνάρια φρέσκα,

άλλοτε πιο παλιά, αρκεί που ταίριαζαν στα πόδια τα δικά μας –

αυτό πάλι μας έδινε μιαν αίσθηση του σκοπού:

Ξέραμε που να πάμε, αδελφέ.

Ο καθένας από εμάς, τέλος πάντων, είχε τις βεβαιότητές του.

Έτσι χαρούμενοι κι ωραίοι πορευτήκαμε ως εδώ.

Κι όμως.

Δίχως να ‘χουμε φτάσει μακριά,

δίχως να ‘χουν περάσει καν τα χρόνια,

κοιτάζουμε από εδώ κοιτάζουμε απ' εκεί

και τίποτε δε βρίσκουμε που να θυμίζει

πως κάποτε κι εμείς κινήσαμε για κάποιαν άλλη γη ξενυχτισμένοι,

πως κάποτε κι εμείς ριχτήκαμε στη μάχη

ζητώντας να επαληθεύσουμε για μια στιγμή

την πρόθεση του Λόγου ( της ύπαρξής μας φυσικά ).

Μα δε σταθήκαμε ικανοί

και σήμερα πιο κοίλοι από ποτέ

καμαρώνουμε την τρύπα που κατέλαβε τα στήθη μας,

ομιλούντες αριθμοί.

Μηδέν εις το πηλίκον.

Η ώρα της αναχώρησης

μας βρήκε πιο στάσιμους κι ανέκφραστους από ποτέ.

Δεν ξέρω αν τελικώς κινήσαμε για κάπου.

Η μνήμη δεν με βοηθά μα δεν πιστεύω.

Κι αν υπήρχαμε δεν ξέρω καν

έστω.

 

 

 


last updated13/02/2004 11:05:31 πμ
c