Τζιοβάνι Παπίνι ( GIOVANI PAPINI 1881-1956)
Μετάφραση ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΓΛΥΚΟΦΡΥΔΗ
Ποίημα όγδοο ( OTTAVA POESIA )
Τετράδιο λευκό, αρχή της μέρας,
αριθμός παρθένος, σελίδα πρώτη,
δε μιλάμε για επιστροφή,
αλλά για κορυφή, υψηλή κορυφή.
.-.-.
Πρασινάδα καθάρια από φύλλα τρυφερά,
απαλή μυρωδιά μελωδίας στους δρόμους,
ανταμοιβή στη μεγαλειοτητά μου,
στεφανωμένη με ζήλειες.
.-.-.
Ποτέ όπως σ' αυτό το καινούργιο πρωινό
με καρδιά νέα δεν σφυροκόπησα με το βήμα
το δρόμο, όπου το σώμα ανανεώνεται
ανάμεσα στα διπλά πέτρινα τείχη.
.-.-.
Παρελαύνω με το ένστικτο της ώθησης:
περιστρέφομαι γύρω μου, αφέντης της ερήμου,
στη βαθιά τη σιωπή ακούγομαι να μιλώ
πεπεισμένος κι ανοιχτός.
.-.-.
Στο τέλος και για πάντα μοναχικός,
χαρούμενος, ανάλαφρος, τσιγάρο στο στόμα,
έξω απ' το αληθινό και το επιταχτικό,
βαδίζω προς τα κει όπου τίποτα δεν μ' αγγίζει.
.-.-.
Κάθε τι που κοιτάζω με φτιάχνει:
είμαι η σκιά στον τοίχο, η λάμψη του φωτός,
τον ήλιο αναπνέω και αγκαλιάζω
χωρίς το φόβο πως με φθείρει.
.-.-.
Είμαι εγώ ο ίδιος ο εραστής,
φιλιέμαι χείλη με χείλη, μου σφίγγω
το χέρι με το άλλο που καίει,
με κατέχω ολόκληρο, και το λέω: δεν υποκρίνομαι.
.-.-.
Δεν είμαστε πια δύο, ένας είμαι,
γεννημένος από τον ερωτά μου,
είμαι αυτός που κανέναν δεν ψάχνει,
δοκιμάστηκα μόλις από την ίδια τη βία μου.
.-.-.
Χωμένος στην ανακούφιση της φαντασίας,
για το βλέμμα ορίζοντας δεν υπάρχει
πάνω στη γη που την έχω δική μου:
είναι όλη κλεισμένη μέσα στο νου.
.-.-.
Χάδια από ουράνιο αεράκι στο πρόσωπο
που καίει από αντάρτισσα θέληση,
δίνουν στον εξόριστο χλευασμό
το τελευταίο άγγιγμα της μεγαλειότητας.
.-.-.
Όταν όμως στο τέλος της μέρας
ξαναβρίσκω, μέσα στο λιλά φως της επιστροφής
το λάκκο του δρόμου, δεν είμαι παρά
ο θλιμμένος φτωχός που κανείς δεν του δίνει σημασία.
