Λάκης Φουρουκλάς - ποίηση

 
Home - refene.com
Λάκης Φουρουκλάς -  Homepage
     
 

 


 

Ήταν το γέλιο σου που μου ’λειψε τόσο

ή η φωνή σου

ή μήπως η φλόγα της ζωής που

διέκρινα να ανάβει και πάλι μέσα σου;

Η φωνή σου μου χάρισε χαρά

και με ταξίδεψε

στα παλιά μα όχι ξεχασμένα

στα λίγα που ζήσαμε

στο πολύ που αγαπήσαμε.

Μου θύμισε το παιχνίδι μας με τη φωτιά

που άναψε μόνο και μόνο

για να μας κάψει αλλά όχι για

να μας αφήσει στάχτη αλλά

για να μας δώσει μια νέα πνοή.

Είχαμε ζήσει έντονα το τώρα

κι η κάθε στιγμή ήταν μαγεία

και σαν η μαγεία τέλειωσε μάς

άφησε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη

κι ένα μπουκέτο γλυκιές αναμνήσεις

στην καρδιά

… ακριβή μου Σοφία!

 

 

Να, που πρέπει να γράψω λίγες γραμμές…

για να συμπληρώσω ένα κενό.

Κενό χώρου; κενό χρόνου; κενό αέρος;

Α, μπα το τελευταίο δε γεμίζει με τίποτα.

Ίσως οι λέξεις να μην είναι αρκετές.

Ίσως και να μην είναι οι σωστές.

Ίσως και να μην είναι καιρός για ίσως.

Όλα τρέχουν:

τα αυτοκίνητα, οι άνθρωποι και

τα άλλα ζώα,

το κενό που ζούμε μα τόσο αγαπούμε.

Μαζί μ’ αυτά τρέχει και η μοναξιά,

ψάχνει για ένα χαμόγελο,

προσπαθεί να βγει απ’ το κλουβί

όπου την έχουν εγκλωβίσει,

όλοι εκείνοι που είναι πολύ βιαστικοί

για να ’ναι μόνοι και ως εκ τούτου

είναι πιο μόνοι απ’ όλους.

Κάπου ανθίζει ένα μοναχικό λουλούδι,

αλλά, ποιος έχει χρόνο να σταθεί να το κοιτάξει;

Μόνο του θα ανθίσει και θα μαραθεί

όπως και τ’ αδέλφια του χρόνια τώρα, και

κάποτε θα πεθάνει,

αλλά θα πεθάνει μες στην ομορφιά,

όπως και έζησε,

όπως και δεν έζησαν οι ανθρώποι,

οι πολύ βιαστικοί για το τίποτα.

 

 

Νέος χρόνος λοιπόν

κι όλοι θέλουν να κάνουν μια νέα αρχή

καταλήγοντας όμως ως συνήθως

να κάνουν μια από τα ίδια.

Τον άνθρωπο τον τρομάζει η αλλαγή

μα πιότερο τον τρομάζει το άγνωστο.

Ζει την πλήξη με εγκαρτέρηση

και όλο κι εύχεται

για ένα καλύτερο αύριο

αντί να αγωνιστεί γι’ αυτό.

Ίσως μερικές φορές να είναι καλύτερα

να σιωπούμε παρά να μιλάμε

επειδή τα λόγια πληγώνουν

η σιωπή όχι. Επειδή η σιωπή συνήθως

λέει περισσότερα από τις λέξεις.

Ας ανακηρύξουμε λοιπόν το νέο χρόνο

έτος σιωπής κι ας κοιτάξουμε βαθιά

μέσα μας για να ανακαλύψουμε και

πάλι εμάς, αφήνοντας κατά μέρος τα

ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα

που’ χουμε πει.

 

 

Βγήκα στο δρόμο για μια βόλτα.

Περπάτησα πολύ και είδα

βιτρίνες, Χριστούγεννα, βιτρίνες…

τα Χριστούγεννα της βιτρίνας.

Όλοι τρέχαν να αγοράσουν κάτι

το ιδανικό δώρο…

λες και υπάρχει όντως το ιδανικό…

λες και τα δώρα δωρίζονται!

Τελικά, όλα είναι… δημόσιες σχέσεις!

Ψάχνουμε αφορμή να αγαπήσουμε

να αγαπηθούμε, να γιορτάσουμε.

Λες και δε θα μπορούσε να είναι

η κάθε μέρα μια γιορτή!

Λες και δε θα μπορούσαμε κάθε

μέρα να είμαστε ο “καλός μας εαυτός”!

Για το κάθε τι που κάνουμε πρέπει να

υπάρχει κάποιος καλός λόγος:

Χριστούγεννα, Γενέθλια, Γιορτή…

Μα, οι καλοί λόγοι είναι λίγοι

και η υποκρισία κτυπάει τα ρέστα της!

 

 

Σε είδα να δακρύζεις και μάντεψα,

μάντεψα εκείνο που δεν ήθελα

να πιστέψω.

Τα σημάδια ήταν φανερά

τα διέκρινα την τελευταία φορά

που σε κράτησα στην αγκαλιά μου.

Τότε σε ρώτησα αν κάτι σου

ταλάνιζε ψυχή και μυαλό

κι εσύ μου είπες “όχι”.

Αλλά το “όχι” ως συνήθως ήταν “ναι”

κι όταν ήρθε η ώρα να μου

το ομολογήσεις δεν το πήρα

και πολύ άσχημα.

Βλέπεις πάντοτε είχα τούτο το

κουσούρι να βλέπω τον κόσμο

όμορφο και φωτεινό.

Κι αν η μοίρα το θελήσει να

μην είμαστε πια μαζί

απ’ τα λίγα που ζήσαμε θα κρατήσω

ένα μικρό δάκρυ που κάποτε μοιραστήκαμε

τα φιλιά και τα χαμόγελά μας

και το λιμάνι της αγκαλιάς σου.

 

 

Ποτέ μη βάζεις όρια,

όχι αν δεν μπορείς να τα ξεπεράσεις.

Τα όρια είναι “τα τούβλα της ντροπής”

όπως έλεγε κι ο ποιητής.

Γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μαθαίνοντας

να αυτοπεριοριζόμαστε,

ποτέ δεν τολμήσαμε να ψάξουμε για

το κάτι άλλο για μια υπέρβαση.

Κι η ζωή μας πέρασε πληκτικά

μες στην ασφάλειά της,

το κλουβί ήταν περίτεχνα φτιαγμένο,

τόσο ωραίο που κάπου έμοιαζε

με την πραγματική ελευθερία

γι’ αυτό και μας ξεγέλασε.

Μέχρι που κάποια μέρα καταλάβαμε ότι

δε ζούσαμε αλλά απλά επιζούσαμε.

Τότε θελήσαμε να αλλάξουμε τα πράγματα

μα, αλίμονο, ήταν πολύ αργά…

ήμασταν πια αδύναμοι και τα

όριά μας αξεπέραστα!

 

 

Πήρε να πέφτει το σκοτάδι κι

οι σκιές των δέντρων άρχισαν

να τρεμοπαίζουν κάτω απ’ το ολόγιομο

φεγγάρι που πεισματικά χαρίζει φως

σε μια άψυχη πόλη.

Οι ήχοι απ’ τα τροχοφόρα δε

λένε να σωπάσουν ούτε στιγμή ενώ

μακρινές μουσικές φτάνουν ως εδώ

προτού τις παρασύρει παρά πέρα

το άηχο τούτο αεράκι.

Αφουγκράζομαι τους ήχους και τις

σιωπές της νύχτας εισπνέω

βαθιά ανάσες από καλοκαίρι

και υγιές καυσαέριο.

Κλείνω τα μάτια και θυμάμαι

κάποιες βραδιές όλο μαγεία στο βουνό

που ξαπλώναμε κάτω από ’να

αστρολουσμένο ουρανό ακούγοντας

μόνο τα νερά ενός μικρού καταρράκτη

να σπάνε τη σιωπή χαρίζοντάς μας

ψιχάλες ευδαιμονίας και…

δακρύζω!

 

 

Είδα στα μάτια σου τη λάμψη

εκείνη που όλοι αποκαλούσαν του

θανάτου και που μόνο εγώ ο

δόλιος τόλμησα να αποκαλέσω

του ονείρου.

Κι εκείνη τη νυχτιά μιλήσαμε

δίχως ν’ ανταλλάξουμε μια λέξη

αφού όλα είχαν μέσα από τα βλέμματά

μας ειπωθεί.

Σε κοίταζα με αληθινή προσήλωση

και σε είδα να φεύγεις για αλλού

για κάπου μακριά από κείνο που

μέχρι χθες θεωρούσες ευτυχία.

Κατάλαβες κάπως αργά πως η ζωή

δεν είναι για να σπαταλιέται για

τα πολλά κι ασήμαντα και

θέλησες να βρεις διέξοδο μέσα

απ’ τη φλόγα των ματιών σου.

Σε ένιωσα αλλά δε μίλησα μα

σαν προδόθηκες δεν άντεξα και

γέλασα με την καρδιά μου…

 

 

Πήραμε να γράφουμε

την ιστορία μας στην άμμο

μια και θέλαμε να είμαστε σίγουροι

ότι κάποια στιγμή θα σβηνόταν.

Εξάλλου, ήταν μια ιστορία προσωπική

μια ιστορία που θα λέγαμε όχι

για να ειπωθεί αλλά

για να μας προσφέρει τη μοναδική

παρηγοριά της λήθης.

Αλλά ακόμη κι αν κάποιος έφτανε

να τη διαβάσει προτού το κύμα

την κάνει ανάμνηση δε θα καταλάβαινε

δε θα ’βρισκε την άκρη του νήματος

θα έχανε την ουσία.

Βλέπεις ότι δε χωράει στη λογική

το λένε παράλογο δίχως καν

να σκεφτούν ότι το παράλογο είναι

η μαγιά της ζωής…

η μαγιά της ζωής που ζήσαμε

η μαγιά της ζωής που αφήσαμε.

 

 

 

Σε είδα στο όνειρό μου δακρυσμένη…

Δακρυσμένη, γιατί;…

για τα λάθη που έκανες

για εκείνα που δεν τόλμησες

για τη χαμένη σου ψυχή που

θυσίασες στο βωμό της ωραιοπάθειας;

Είναι πολλά που ήθελες να μου πεις

μα δεν το έκανες, ίσως τα

λόγια τελικά να σκοτώνουν πιο πολύ

κι απ’ το μαχαίρι

και η σιωπή παρέα με το βλέμμα

να λένε περισσότερα από

χιλιάδες ειπωμένες ή γραμμένες λέξεις.

Ίσως κι αυτή ακόμη η ζωή

να είναι μια συλλογή από

απο…κόμματα, και οι περισσότεροι

από μας απλά ανθρωπάκια που

δεν τολμούν να δουν με την ψυχή τους

και να διαλέξουν εκείνο που

στ’ αλήθεια επιθυμούν…

Ας αφήσουμε να μιλήσει η σιωπή!

 

 

Και μετά ήρθε η λύτρωση!

Και όλα όσα έμοιαζαν να έχουν

για πάντα χαθεί απόκτησαν

και πάλι ζωή.

Ίσως μερικές φορές να ’ναι

αναγκαίος ο πόνος

ίσως αν δεν πονέσεις δε θα μάθεις

την αξία των μικρού μεγέθους

μεγάλων πραγμάτων

ίσως δε θα καταλάβεις ότι

πρέπει να ζεις στο εμείς

και όχι στο εγώ

ίσως να μη νιώσεις εκείνη τη

μεγάλη αλήθεια που λέγεται συντροφικότητα.

Το μαχαίρι που σε σκοτώνει

και σε λυτρώνει που σου παίρνει

ζωή μα σου επιστρέφει ψυχή

τη δικιά σου χαμένη ψυχή.

Πεθαίνεις για να ζήσεις ξανά

σαν ένας άλλος καλύτερος άνθρωπος

σαν κάποιος που γνωρίζει

τις κρυφές χάρες της αγάπης!

 

 

Είναι όλα τελικά ένα ψέμα;

Ακόμη κι η αγάπη;

Κι αν όχι τότε γιατί

πληγώνουμε πάντα αυτό που

πιότερο στον κόσμο αγαπάμε;

Γιατί τα μεγαλύτερά μας ψέματα

τα λέμε στην αγαπημένη;

Γιατί ενώ είμαστε με τον

άνθρωπό μας κοιτάμε αλλού;

Γιατί δεν μπορούμε να δεχθούμε

τον άλλο απλά γι’ αυτό που είναι;

Τα γιατί πολλά πολλές κι οι απαντήσεις.

Εκείνο που τελικά έχει σημασία

είναι να ψάξουμε βαθιά μέσα μας

και να τα βρούμε με τον εαυτό μας

να βρούμε τον εαυτό μας.

“Εγώ είμαι κάποιος άλλος”,

έλεγε ο ποιητής κι εμείς δεν κάνουμε

τίποτ’ άλλο από το να τον δικαιώνουμε

έχοντας πάντοτε στα χείλη τα

ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα…

 

 

Εκείνη η μέρα αργούσε πολύ να ξημερώσει.

Τα μάτια κλειστά αλλά ο ύπνος

την είχε κάνει για αλλού.

Προσπαθούσα να κοιμηθώ όχι επειδή το

είχα ανάγκη αλλά για να σκοτώσω το χρόνο.

Όμως όσο κι αν δεν κοιμόμουνα δεν

έπαψα ούτε για μια στιγμή να ονειρεύομαι.

όνειρα όχι απ’ αυτά που μας χαρίζει ο Μορφέας,

αλλά όνειρα του ξύπνιου, για την άφιξη

στη ζωή μου ενός μεγάλου πάθους,

κάποιας που κάποτε ήταν το καλύτερό μου μισό.

Με το παρελθόν ποτέ δεν τάχα καλά αλλά

εκείνη η ανάμνηση ήταν μια απ’ τις λίγες που

στο πέρασμα του χρόνου ζωντανεύουν στη

μνήμη ξανά και ξανά αφήνοντας στο

πέρασμά τους χάδια από χαμόγελα.

Οι ώρες κύλησαν αργά, τυραννικά, κι εκεί

που άρχισα να αναρωτιέμαι πως θα αντιδρούσα σαν

την έβλεπα άκουσα το κουδούνι να κτυπάει.

Άνοιξα την πόρτα κι αντίκρυσα το ζεστό της

χαμόγελο, τ’ ανοιξιάτικα μάτια, και τα

λογικά μου σάλεψαν. Στην αγκαλιά της και πάλι

αφέθηκα σαν καράβι σε φιλόξενο λιμάνι…

 

 

Και ξαφνικά ζωγραφίστηκε στο

είναι της η θλίψη.

Και μαζί με το χαμένο της χαμόγελο

ένιωσα τον κόσμο να βουλίαζει.

“Δεν ταιριάζει”, έλεγα, “το δάκρυ, στο

πρόσωπο της αγαπημένης”.

Πάντα μου άρεσε να βλέπω τεράστια

χαμόγελα σα ζωγραφιά να κλείνουν

μέσα σε ζεστές χαδιάρικες ανάσες

τις ψυχούλες που αγαπώ.

Και σα συναπάντησα τον πόνο

- το δικό της πόνο -

δεν ήξερα πως να αντιδράσω…

Λένε πως η ζωή χωρίς τον πόνο

δεν υπάρχει. Εγώ λέω πως

δεν υπάρχει δίχως την αγάπη.

Ένα απαλό χάδι μια ζεστή αγκαλιά

δυο απλές λέξεις που ενώνονται σε μία

- σ’ αγαπώ - τόσο λίγα τόσο απλά

είναι τα αντίδοτα κι η γιατρειά

ένα χαμόγελο που θ’ ανθίσει και πάλι

μέσα απ’ τις στάχτες μιας σταλαγματιάς ζωής.

 

 

Και ο χρόνος πέρασε κι

ήρθε η ώρα για να φύγει…

Μα πως, πως είναι δυνατόν

να συμβαίνει αυτό;

Γιατί είμαστε καταδικασμένοι

ξανά και ξανά να μένουμε μόνοι;

Ίσως να μην πολεμήσαμε αρκετά

ίσως να μην ψάξαμε στ’ αλήθεια

να βρούμε την Ιθάκη μας γι’ αυτό

και το ταξίδι δεν έχει τελειωμό

γι’ αυτό και η αναζήτηση

κρατάει αιώνες.

Αλλά, ίσως η ζωή να μην είναι το ταξίδι

ίσως να ’ναι η θάλασσα στης οποίας

τα κύματα χρόνια παραδέρνουμε κι

ίσως η Ιθάκη να είναι το όνειρο μέσα

απ’ το οποίο είδαμε να ξεπροβάλλει

το αγαπημένο πρόσωπο που σαν

όνειρο μονάχα το πιστέψαμε γι’

αυτό και δεν το κατακτήσαμε

 

 

Καθότανε σε μια γωνιά του μπαρ.

Κοιτώντας την ένιωσα πως

κάπου την είχα συναντήσει ξανά.

Κάτι το απαλό κόκκινο φως που

χάιδευε το πρόσωπό της κάτι

το ποτήρι με το ουίσκι που κουνούσε

νωχελικά στο ρυθμό του τραγουδιού

κάτι τα χείλη της κόκκινα σαρκώδη

που σιγοψιθύριζαν τη μελωδία…

κάτι με τραβούσε κοντά της.

Δεν την πλησίασα όμως γιατί

φαίνονταν τόσο βαθιά κλεισμένη

στη μοναξιά της που κάθε επέμβαση

σ’ αυτή θά’μοιαζε με ιεροσυλία.

Καθώς όμως απ’ τα μεγάφωνα ακούστηκε

ένα παλιό καλό πονεμένο τραγούδι

την είδα να δακρύζει και πήγα κοντά της.

Γύρισε απότομα προς το μέρος μου

και μου είπε: “Φίλε μου είμαι από χρόνια

πια νεκρή”. Σηκώθηκε, στράγγιξε το

ποτήρι της απ’ το αλκοόλ και

χάθηκε μες στις σκιές

 

 

Ο ήλιος στάθηκε ακίνητος στη

μέση τ’ ουρανού και ρίχνει

καυτές εκδικητικές αχτίδες στη γη

καίγοντας αγρούς σπίτια δρόμους

πετούμενα κι ανθρώπους.

Η πόλη βυθισμένη στη σιγή

αφουγκράζεται τα μηνύματα της

φύσης που είναι κάπου αλλού.

Κάποιοι κλεισμένοι σε κλιματιζόμενα

κουτιά ρίχνουν δειλές ματιές

προς τον ουρανό και σκέφτονται

πως θα τους κάψει κι αυτό

το καλοκαίρι.

Κάποιοι άλλοι με ανοικτά τα

παράθυρα με το ζεστό αεράκι να τους

συντροφεύει θυμούνται αλλοτινές εποχές

τότε που ο ήλιος ήταν ζωντανός κι η χαρά

δροσιά κάτω από μια ελιά ένα πεύκο…

 

 

Ο ήλιος κατεβαίνει κάπου αλλού

καθώς οι πολυκατοικίες μάς

κρύβουν άλλο ένα ηλιοβασίλεμα.

Τι κι αν η μέρα φτάνει στο τέλος της;

η μέρα τώρα αρχίζει.

Σε λίγο ο ουρανός θα σκοτεινιάσει

θα φανούν τ’ αστέρια

κι η ζωή θα κρυφτεί πίσω από

ψεύτικα χαμόγελα σε κάποια καφετέρια.

Άλλοι λένε πως ζούμε νεκροί

άλλοι πως φυτοζωούμε

άλλοι πως η ζωή είναι άδικη και σκληρή αλλά

ποιος κάνει κάτι για να την αλλάξει;

Δεν είναι δύσκολο…

φτάνει να κρύψουμε το ψεύτικο χαμόγελο και

να φορέσουμε το αληθινό το από καρδιάς.

Φτάνει να νιώσουμε την ομορφιά που

είναι πάντα γύρω μας αλλά εμείς επιμένουμε

πεισματικά να αγνοούμε.

Φτάνει να θυμηθούμε το πως να ’μαστε άνθρωποι…

 

 

Την είδα να περπατά προς το μέρος μου

και πίσω της μια φωτιά να καιει.

Φαίνονταν το μέρος να ’ναι ερημικό

σαν την ψυχή της χρόνια τώρα.

Ντυμένη σε διάφανα λευκά

και το πρόσωπο να κοκκινίζει

απ’ τις φλόγες έμοιαζε να ’χει μόλις

επιστρέψει απ’ την αντίπερα

όχθη της ζωής.

Σκέφτηκα να την πλησιάσω μα

κοντοστάθηκα, κάτι αόρατο με

κράτησε μακριά της.

Προσπάθησα να τη δω στα μάτια

αλλά άδειο ήταν το βλέμμα της.

Ήταν εκεί αλλά και κάπου αλλού

σα μια οπτασία σε φλόγινο φόντο.

Παρέμεινα σα μαγεμένος να την κοιτάω

και κείνη σαν αεράκι από δίπλα μου

πέρασε και κίνησε για τον κόσμο των

ξωτικών, εκεί, που απ’ τα μικράτα της ανήκε!

 

 

Και τι πρέπει να κάνουμε

μέχρι να βρούμε φως;

Θα ’πρεπε μήπως να μένουμε απαθείς

καθώς ο κόσμος βουλιάζει;

Ή μήπως καλό θα ήταν να

ψάξουμε να βρούμε λίγη ομορφιά

ακούγοντας με μιαν αδελφή ψυχή

τα μπλουζ του Τζίμι.

Κάποιος φίλος μου είπε ότι

η ζωή είναι μια κατάρα κι

εγώ του απάντησα πως είναι

μια αιώνια αγαπημένη.

Τι κι αν είχαμε πάντα τάσεις φυγής;

Τι κι αν ζούσαμε πάντα τα λάθος πάθη;

Σε τελική ανάλυση εκείνο που

έχει σημασία είναι ότι ήμασταν εμείς

κι όχι αυτοί που “έπρεπε”.

Λίγο έλειψε να γίνουμε κάποιοι άλλοι

ευτυχώς όμως επιβιώσαμε και

εξακολουθούμε να τριγυρνάμε στις

γειτονιές του κόσμου μ’ ένα στίχο αγκαλιά

διαλαλώντας το δικαίωμα στ’ όνειρο.

 

 

Και τότε έφυγε και μαζί της

χάθηκε ο κόσμος όλος.

Εκεί που νόμιζα ότι είχα

αγγίξει το τέλειο ήρθε η ζωή

για να μου πάρει τα όνειρά μου.

Δε δακρύζουμε για κείνους που

φεύγουν αλλά για μας που μένουμε…

αυτό το έμαθα αργά αλλά και

πάλι τι σημασία έχει.

Σημασία έχει μονάχα η απουσία της

κι η αναμονή…

η αναμονή της ανανέωσης του ονείρου

η αναμονής της νέας φυγής προς τα μπρος.

Δεν είναι ο κόσμος φτιαγμένος από λέξεις

αλλά από αισθήματα.

Είμαστε ό,τι νιώθουμε…

αυτή μου το έμαθε.

Τα λόγια λέγονται μόνο για να ειπωθούν

προτού το σκάσουν για την ανυπαρξία,

τα αισθήματα μονάχα είναι αιώνια…

 

 

 

Στο δρόμο ξανά. αλλά, για που;

Για ένα ακόμη ταξίδι χωρίς προορισμό;

Για το κυνήγι τ’ ονείρου;

Για κάτι πιο… πεζό; διακοπές;

Κι αν έλεγα πως κίνησα

για νά’βρω την ψυχή μου;

Η ψυχή μου είναι αλλού,

αλλού και η καρδιά μου,

κι αν οι αποστάσεις προσωρινά μας χωρίζουν

τίποτα δεν μπορεί να μας κρατήσει χώρια.

Η ψυχή μου είναι μαζί της

μαζί της κι η καρδιά μου.

Τις χάρισα σ’ αυτήν κάποιο βράδυ

μαζί με το πρώτο φιλί μ’ ένα χάδι.

Έκανα δώρο τη ζωή μου αλλά

τώρα ζω… διπλά γιατί έχω αγαπήσει.

Όπως λεει και το τραγούδι:

Ζωή που δε μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη…

και τότε τι μας μένει;

 

 

Μια παλιά αποβάθρα

μέσα στου ήλιου την ανατολή,

ένα χιονισμένο βουνό που

σμίγει με το γαλανό τ’ ουρανού,

ένα μονοπάτι που

σε οδηγεί στη φύση των ονείρων σου,

ένα λιμανάκι που

ανοίγει την αγκαλιά του για

να αράξεις μέσα τους φόβους σου,

ένας γλάρος που

επαναστάτησε κατά της συνήθειας

και σου φωνάζει ΠΕΤΑ,

ένα δέντρο μοναχικό

σαν την ψυχή σου που

περήφανα αντιστέκεται στο χρόνο,

ένα καραβάκι που

αρμενίζει μες στις γαλάζιες θάλασσες

χωρίς προορισμό,

ένα χαμόγελο ένα δάκρυ μια ανάσα

ένα φιλί ένα χάδι μια ματιά…

Όλ’ αυτά είν’ η Ζωή κι όχι

αυτά που “ζούμε”.

 

 

“Ζηλεύω τους ανθρώπους που αγαπάνε”,

μου είπε κάποια μέρα.

Κι εγώ, μα δε μένει πια καιρός.

Ο χρόνος τρέχει…

κι εμείς μαζί του τα δόλια ανθρωπάκια!

Εκεί που ψάχναμε την αγάπη σ’ ένα βλέμμα

σ’ ένα φιλί σ’ ένα χάδι

τώρα την αναζητούμε στην οθόνη του υπολογιστή.

Εκεί που βρίσκαμε τη χαρά

τώρα δεν βρίσκουμε παρά την

ψευδαίσθησή της.

Έχουμε γίνει πια πολύ δειλοί

φοβόμαστε να ζήσουμε να γελάσουμε

να αγαπήσουμε φοβόμαστε πως κάθε

χαρά θα ακολουθήσει ένα νέο δάκρυ.

Κι εκείνοι οι λίγοι οι αληθινοί που ξέρουν ακόμη

να ζουν να αγαπούν κλείνονται στα γκέτο

της καρδιάς τους και χαίρονται στη μοναξιά

τις αλήθειες τις μεγάλες που εμείς

οι σκλάβοι του χρόνου και του χρήματος

έχουμε πια ξεχάσει.

 

 

Ένας γκρίζος ουρανός

προσπαθεί να μου κρύψει τα χρώματα…

το γαλάζιο του ουρανού

το λευκό της ψυχής

το κόκκινο της καρδιάς.

Αλλά, μέσα μου τώρα πια δεν

υπάρχει συννεφιά παρά μόνο ο

άρχοντας ήλιος και μια ξάστερη νυχτιά

που μου κερνάνε τη λησμόνια.

Πέθανε το χθες και μαζί του

στο νοητό του τάφο πήρε και τις

αλυσίδες μου, και τώρα

ανάλαφρος όλο καρδιά κοιτώ το

σήμερα με χαμόγελο περιμένω το

αύριο με προσδοκία.

Κάθε που ξημερώνει γεννιέμαι

κάθε που νυχτώνει ετοιμάζομαι

για τη νέα ζωή.

Σκέφτομαι ότι η ζωή είναι ωραία

κι έτσι γίνεται ωραία.

Νοιώθω ότι η ζωή είναι αγάπη

και γίνεται αγάπη…

και τραγούδι… και φτερούγισμα…

και ζωή!

 

 

Έρχονται στη ζωή κάποιες στιγμές

που κανείς δεν ξέρει τι να κάνει…

να γελάσει; να κλάψει; να φύγει;

Είναι στιγμές που ο καθείς

φαίνεται να απορεί για όλα…

στιγμές που η ζωή είναι θρήνος

και ο θάνατος γιορτή.

Όλα τα χωρίζει μια λεπτή

κόκκινη αιμάτινη γραμμή.

Πως μπορείς να δακρύσεις για

το θάνατο κάποιας που

έζησε τη ζωή σα μια γιορτή;

Πως μπορείς να μισήσεις αυτή τη ζωή

που κάθε στιγμή πεθαίνει

και γεννιέται ξανά;

Πως μπορείς να νιώθεις θλίψη

για κάποια που έφυγε για