11-05-06
Υποσχεθήκαμε ενεργή παρουσία του
refene από τούδε και
στο εξής και ιδού, ιδού, αγαπητοί μας
αναγνώστες, απίστευτο, καταφέραμε να αναρτήσουμε
το επόμενο κείμενο στα σουρεαλιστικά σε διάστημα
μικρότερο του ενός χρόνου. Ούτε μήνας δεν πέρασε
καλέ, πα πα, φοβάμαι πως θα σας κακομάθουμε.
Πάρα πολύ στριμώχτηκαν τα θέματα μέσα στο
κεφάλι μου και πώς να ήταν αλλιώς. Τόσον καιρό
μαζεύω, μαζεύω, ακούω, ακούω, κι ανίκανη ήμουν
να βρω το κλειδί για το σπίτι μου. Μάλιστα
έγραψα κι ένα ποίημα γι’ αυτό, σε κείνο το
διπλό blog που
δημιούργησα σαν Herinna,
λόγω ξεσπιτώματος. Δεν ξέρω βρε παιδί μου, καλή
η εξοχή δε λέω. Καλά να γνωρίζεις και
καινούργιους τόπους, ανθρώπους, ιδέες,
χαρακτήρες, καλά να αποτελείς μέρος ενός όλου,
αλλά πουθενά δεν είναι σαν το σπίτι σου. Είναι
απερίγραπτη η χαρά μου που μπορώ πάλι να γράφω
στο πράσινο κουτάκι μου παρόμοιες μπαρούφες με
κείνες που έγραφα στο blog.
Ένα πράγμα δεν μπόρεσα όλο το διάστημα να
καταλάβω. Υπογράφοντας σαν υπεύθυνη του
refene, σαν Ελένη
Μπάλιου μέσα στο refene,
είχα από πλευράς αναγνωστών το πράσινο φως, για
να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω με τον τρόπο
που ξέρω, είτε παρουσιάζοντας τη δουλειά κάποιου
άλλου δηλαδή σαν βιβλιοπαρουσιάστρια, είτε
αναρτώντας ποιήματα σαν ακαταξίωτη (σκάσε
word δικιά μου είναι η
λέξη), ποιήτρια, είτε διηγήματα είτε οποιοδήποτε
άρθρο και κείμενο στους ανάλογους χώρους. Το
refene, παρά τα χρόνια
που βαραίνουν στην πλάτη του, παραμένει γελαστό,
αισιόδοξο, υποδέχεται τον κόσμο του με χιούμορ
στην πρώτη σελίδα και την ίδια στιγμή σηκώνει τη
μελαγχολία, την απογοήτευση, τα όνειρα, τις
πικρές διαπιστώσεις, τον έρωτα και τα παντός
είδους συγγραφικά πειράματα των δημιουργών που
το πλαισιώνουν. Που το πάω τώρα;
Στο ότι μέσα στο όλο διάστημα που υπάρχω σαν
υπεύθυνη επί του περιεχομένου του, με έχουν
αποκαλέσει από αγριοψωνάρα, (σκάσε
word λέω), μέχρι
μάστορα της πένας, πράγμα το οποίο θεωρώ σαφώς
τραβηγμένο, ενώ το πρώτο μπορεί και όχι. Κανένας
όμως, κανένας απολύτως δεν μου είπε πως γράφω
κλαψομούνικα, μίζερα και κακιασμένα. Το “
άκουσα” κατά τη διάρκεια της παρουσίας μου στα
blogs.
Να
δούμε τώρα γιατί συνέβη αυτό. Επειδή πάρα πολύ
απλά οι άνθρωποι είχαν δίκιο.
Μέσα στα blogs, μου
βγήκε ένας εαυτός απίστευτα αρνητικός, μίζερος,
μαύρος, επικριτικός και πάρα πολύ επιθετικός.
Εντάξει, δεν υπήρξα ποτέ μου το τυπικό
παράδειγμα της παγερής ψυχραιμίας, για να μην πω
πως όπου την είδα μπροστά μου την έκραξα, εκτός
από μια μοναδική περίπτωση που κάθισα να την
εξετάσω για να καταλάβω πως γίνεται μια χούφτα
σφιχτόκωλα (σκάσε word),
και πως τη λένε μωρέ κείνη τη λέξη…και άτρωτα
συναισθηματικά ανθρωποειδή, να κυβερνούν τον
κόσμο; Πως γίνεται να την έχουν γλυτώσει από την
οργή του λαού και να συνεχίζουν απτόητοι,
άκαμπτοι, εγκληματικά αδιάφοροι και
σκανδαλιστικά ασυγκίνητοι να παίζουν με τις ζωές
των ανθρώπων; Είτε πρόκειται για έναν μόνο
άνθρωπο, είτε για μια ολόκληρη κοινωνία. Που
κατέληξα; Στο ότι την ευθύνη για την ύπαρξη
τέτοιων ζόμπι, τη φέρουμε όλοι μαζί και ο
καθένας μας χωριστά. Αλλά δεν θέλω να μείνω σε
αυτούς τώρα ήδη το πράσινο κουτί μου αρχίζει να
τρεκλίζει. Στα blogs,
είδα μια ικανοποιητική γκάμα από όλες τις
κατηγορίες ανθρώπων. Και για πρώτη φορά στη ζωή
μου, δεν εξοργίστηκα με το παγερό και κυνικό
ύφος ενός σφιχτόκωλου που με τον πιο ήρεμο τρόπο
σου πετάει μια βόμβα στο κεφάλι. Διαολίστηκα
όμως, βγήκα εκτός εαυτού, όταν έπεσα επάνω στην
απερίγραπτη υποκρισία, της επιλεκτικά οργισμένης
επαναστατικότητας ορισμένων, που είτε έχοντας
τακτοποιήσει μια χαρά τις ζωούλες τους μας το
παίζουν επαναστάτες επικρίνοντας μάλιστα την
μετριοπάθεια των υπολοίπων, είτε έχοντας ζήσει
μια ζωή παρασιτικά κοροϊδεύοντας συνανθρώπους
τους, βγαίνουν έξω με το πρόσωπο του ιεροκήρυκα
δημιουργώντας αυλές και οπαδούς, είτε
καλύπτοντας τη εμπάθεια τους ως προστάτες των
γραμμάτων και των τεχνών, αρπάζουν ένα φτυάρι
και όποιον έλληνα πάρει ο διάολος. Διαολίστηκα
απερίγραπτα διαβάζοντας τα σχόλια των αναγνωστών
τους. Φαντάσου τον Καραμανλή να κλάνει και να
τρέχουν όλοι ν’ αγοράσουν άρωμα κλανιάς; Κάπως
έτσι. Που πήγε η σκέψη σε αυτόν τον τόπο; Που
πήγε η κρίση; Που πήγε η αντίδραση στο δήθεν, τη
φανφάρα, την υποκρισία, το στείρο σαρκασμό, το
ρατσισμό, που πήγαν τα γιαούρτια, τα αυγά, οι
λεμονόκουπες, οι ντομάτες, και δεν στολίζουν τη
φάτσα αυτής της ελίτ της συμφοράς;
Ναι έγινα πολύ κακιά μέσα στα blogs.
Σε βαθμό να μην αντέξω ούτε η ίδια τον εαυτό
μου. Ευτυχώς με ένα κλικ, έσβησα τα ίχνη μου σαν
Herinna από κει μέσα
κι άρχισα να περιφέρομαι σαν τρίχα στο άπειρο.
Γνώρισα και κάποιους καλούς ανθρώπους βέβαια.
Πάντα και παντού υπάρχουν οι καλοί άνθρωποι.
Ανθρώπους που όταν με είδαν να κακιώνω, δεν
σχολίασαν τίποτα, αλλά η αξιοπρεπής σιωπή τους
μου έδειξε ότι λυπήθηκαν για τη διανοητική και
συναισθηματική μου κατρακύλα. Σ’ αυτούς τους
ανθρώπους έχω να πω, πως δεν είμαι υπερήφανη για
ότι έβγαλα. Αισθάνομαι όμως καλά, που μπορώ
ακόμα να κατρακυλάω. Τσιμπιέμαι και λέω δόξα το
θεό, πονάω. Μα την Παναγία ρε παιδιά σας λέω,
έχω κατατρομάξει. Που έχει πάει το ρημάδι το
ένστικτο της αυτοσυντήρησης μας; Που;
01-05-06
Αγαπητοί μας φίλοι αναγνώστες.
Η παλιά φρουρά του refene έχει από καιρό αποχωρήσει. Αυτή η
φρουρά που με τον ενθουσιασμό της το εμπνεύστηκε πριν από δέκα
χρόνια, το έστησε, και με τη δική σας συμμετοχή και αποδοχή,
το κατέστησε μια κλασική παρουσία στο χώρο του ίντερνετ. Μια
καινούργια γενιά γεμάτη ενθουσιασμό, όραμα, τεχνικά και άλλα
λάθη που μου θυμίζουν τα δικά μας, κυρίως όμως γεμάτη αγάπη
και μεράκι, γεμάτη νεωτεριστικές ιδέες, ήρθε να πάρει τη σκυτάλη.
Όλα αυτά χρειάζονται προσπάθεια, χρόνο, υπομονή και επιμονή.
Το σημαντικό είναι ότι η καινούργια αυτή γενιά, οι καινούργιοι
μας συνεργάτες διαθέτουν το πείσμα και τη θέληση, όχι μόνο να
ξυπνήσουν το refene, όχι μόνο να το εκσυγχρονίσουν, αλλά να
το αποκαταστήσουν πλήρως με βάση την αξία του, ως έναν από τους
πραγματικούς προπομπούς στο χώρο της ελληνικής διαδικτυακής
και όχι μόνο, λογοτεχνίας. Όταν το 1997 στήναμε αυτό το site
δεν είχαμε ιδέα πόση δουλειά απαιτείται, πόσα ξενύχτια και ολοήμερα
μεροκάματα για να αποκτήσει το πλούσιο υλικό που έχει σήμερα.
Δεν ξέραμε καν τι ανταπόκριση θα βρίσκαμε σε αυτή την προσπάθεια,
στο δρόμο διαπιστώσαμε πως ο κόσμος το αγκάλιασε θερμά, σαν
έναν από τους ελάχιστους χώρους που του δινόταν η ευκαιρία να
εκφραστεί με τον γραπτό λόγο και να ανακαλύψει επίσης κάποιους
νέους και πολύ αξιόλογους δημιουργούς. Αυτό μας φόρτωσε με την
ευθύνη της ποιότητας. Δεν θελήσαμε να κάνουμε το refene πεδίο
μάχης παραγνωρισμένων αυθεντιών. Δεν θέλαμε να κόψουμε τα φτερά
των δημιουργών μας από τα πρώτα βήματα αρκετών εδώ μέσα, με
ισοπεδωτικές, χαιρέκακες και κομπλεξικές κριτικές. Περιορίσαμε
έτσι το αναγνωστικό μας κοινό σε κείνους που περισσότερο δίνουν
βάση στο τι διαβάζουν, παρά στο πως μπορούν οι ίδιοι να προβληθούν,
με αφορμή τη δουλειά κάποιου άλλου. Είχε το κόστος του δε λέω,
ο χρόνος όμως δούλεψε υπέρ μας και υπέρ του site. Μέσα στα δέκα
χρόνια που αυτό υπάρχει, το βάρος της παρουσίας του δεν εξαρτάται
από τον αριθμό των σχολίων, αλλά από το ίδιο το περιεχόμενο
των έργων του και του πνεύματος με το οποίο στήθηκε κι εξακολουθεί
να υπάρχει.
Πάντα θαύμαζα τους ανθρώπους που το κατάφεραν αυτό. Που σκυμμένοι
πάνω στο δημιούργημα τους έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν για
να το κρατήσουν σε ένα επίπεδο καλό, να εστιάσουν στην τέχνη
και τη δημιουργία περισσότερο από το χαβαλέ και την πολυφωνία
του όχλου, προκειμένου να κρατάνε ψηλά το δείκτη της επισκεψιμότητας.
Πάντα θαύμαζα τη δουλειά που έχει κάνει η ομάδα (Κ) κάπα, με
βασικό πρόσωπο τον Δημήτρη Ροϊτχάμμερ, σε σχέση τόσο με την
εικόνα του site όσο και με τα κείμενα που υπάρχουν μέσα του,
Τη σοβαρή δουλειά των Κονιδάρη-Αθανασίου στον Ίστρο, παρά το
γεγονός ότι πολλοί έχουν εκμεταλλευτεί τη φιλοξενία του κατά
καιρούς για να πυροβολήσουν την προσπάθεια των δημιουργών ως
σύγχρονοι Κρέοντες και Γεωργουσόπουλοι. Πάντα θαύμαζα τους χαμηλούς
τόνους αυτού του τόσο αξιόλογου site του e missos, που καλά
θα κάνει με αφορμή την άνοιξη να ξυπνήσει κι αυτό και να συμπορευτούμε
όπως το κάναμε τόσα χρόνια και με τους προηγούμενους, που έριξαν
όντως το σπόρο και ο αέρας τον πήρε και τον φύτεψε παντού. Τώρα
το ίντερνετ είναι γεμάτο από τέτοιους χώρους. Όρεξη να χεις
να τους βρίσκεις. Οι φωνές, οι γραφές, οι ιδέες, αυξήθηκαν σημαντικά
και διαπιστώσαμε πως η αγάπη για τη λογοτεχνία σ’ αυτό τον τόπο
δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ, ακόμα κι αν η αγάπη για το βιβλίο
εξέλειπε. Πως γίνεται αυτό δεν ξέρω. Μέχρι που αρχίζω να υποψιάζομαι
πως παραμύθια μας πουλάνε οι εκδότες για την κρίση της αγοράς.
Δεν είναι που ο κόσμος δεν διαβάζει στην Ελλάδα περισσότερο
απ΄ το ότι αυτά που του πασάρουν για να διαβάσει, δεν μπορούν
πλέον να ξεγελάσουν παρά μόνο τους λάτρεις της σαπουνόπερας.
Ακόμα όμως κι αν όλη η Ελλάδα βλέπει σαπουνόπερα, χαζός δεν
είναι ο έλληνας αναγνώστης, ξέρει τι σημαίνει λογοτεχνία και
ξέρει που ακριβώς θα τη βρει, είτε γέμισε ο κόσμος από τυπωμένα
σκουπίδια είτε όχι.
Να είμαστε λίγο αισιόδοξοι και να στείλουμε ένα μήνυμα στους
εκδότες, πως αναγνωστικό κοινό είναι και ο κόσμος του διαδικτύου
που αυξάνεται καθημερινά, ο κόσμος αυτός που με ένα κλικ διώχνει
από την οθόνη του τις σαβούρες και κάθεται μπροστά της ν’ απολαύσει
ένα καλό ποίημα, ένα καλό κείμενο, ένα καλό γενικώς γραπτό αδιαφορώντας
για το πόσες πωλήσεις έχει κάνει και τι πιθανότητες έχει ο εκδότης
να πλουτίσει από αυτό. Τ’ ακούτε κύριοι εκδότες; Ανακαλύψτε
λοιπόν κι εσείς το ίντερνετ, όχι μόνο για να διαφημίσετε τα
σπίτια σας, διαθέστε λίγο χρόνο για να δείτε τα διαμάντια που
κυκλοφορούν μέσα του, ανακαλύψτε τους δημιουργούς, σταματήστε
να βγάζετε πατάτες στηριζόμενοι στην ψυχολογία της μάζας και
στον υπολογισμό της τσέπης σας, γιατί αν δεν το κάνετε αυτό
δεν έχετε καμία δουλειά να είστε εκεί που είστε, να φορτώνετε
την αγορά με μαγειρικές συνταγές και οδηγούς επιτυχίας μόνο,
να τσιμπάτε με τα σκάνδαλα, τις ίντριγκες και τις παρτούζες
μόνο, τείνοντας να αφανίσετε την έννοια της λογοτεχνίας στις
μέρες μας, με πιασάρικους τίτλους και καυτά θέματα. Η λογοτεχνία
δεν είναι ρεπορτάζ, δεν είναι δημοσιογραφία, δεν είναι κίτρινος
τύπος κυρίως δεν είναι σαπουνόπερα. Διότι προσφάτως πληροφορήθηκα
πως και τη θεματολογία σας επιλέγετε, με βάση τις τηλεοπτικές
δυνατότητες του έργου. Ο θαυμάσιος ποιητής γνωστός στο ίντερνετ
σαν Larry cool, μας έστειλε ένα e mail μέσα στο οποίο κατονομάζει
μια λίστα από εκδοτικούς οίκους μεγάλους και γνωστούς που απέρριψαν
το χειρόγραφο του ως μη εμπορικό, ανεξαρτήτως της ποιότητάς
του είπαν. Φτου στα μούτρα σας λοιπόν κύριοι εκδότες. Κοιτάτε
σοβαρευτείτε λίγο γιατί οι καινούργιες δυνάμεις που ξεπετάγονται
μέσα από εδώ, έχουν αρχίσει να δίνουν τη δυνατότητα σε κείνους
που εσείς φτύνετε, να δημοσιεύουν τα έργα τους έτσι κι αλλιώς,
να τους μαθαίνει ο κόσμος και να τους αγαπάει έτσι κι αλλιώς,
σε λίγο καιρό θα μας είναι αχρείαστος ο χώρος σας κι εσείς μαζί,
δεν θα επιλέγετε σεις ποιανού η φωνή θ’ ακουστεί και ποιους
θα φιμώσετε με γνώμονα την τσέπη σας ιερόσυλοι. Αχ, ξεθύμανα.
Τι λέγαμε; Ναι. Καλή επιτυχία στον καινούργιο μας webmaster
Γιάννη Σμίχελη, με τους φίλους και συνεργάτες του στην Κρήτη,
να τον χαιρόμαστε και να μας χαίρεται, καλή μας επιτυχία στο
καινούργιο μας ξάνοιγμα. Άντε να δούμε τι καλό θα μας φέρουμε.
Το refene είναι πάλι εδώ και περιμένει έργα δουλειά των παλιών
καταξιωμένων αλλά και νέων συνεργατών μας, κυρίως περιμένει
τις φρέσκες και δροσερές σκέψεις των νέων ανθρώπων. Νικάμε το
χρόνο, προχωράμε.
05-05-04
Ουφ σκάσαμε εδώ μέσα. Δεν έχει χώρο ούτε για καρφίτσα πια. Αλλά αυτό δεν θα μας πτοήσει για να εμπλουτίζουμε το refene όταν και όποτε μας δίνεται η ευκαιρία με περισσότερο υλικό. Πολλές ιδέες μας κάθονται στο κεφάλι, όπως τώρα που νομίζουμε ότι είναι καιρός να συμπεριλάβουμε στις σελίδες μας κάποιους αγαπημένους δημιουργούς που μας φώτισαν το δρόμο και δεν έπαψαν ποτέ να το κάνουν, στα δύσκολα χρόνια των υπαρξιακών μας αναζητήσεων και των μεγάλων ηθικών διλημμάτων. Αναρωτιέμαι αν σταματάνε ποτέ αυτά τα θέματα ν' απασχολούν τον άνθρωπο…
Το καθιερωμένο χρονογράφημα της στήλης θα μπει στην αμέσως επόμενη ανανέωση.
Προς το παρόν,
Εγκαινιάζουμε με τα «Γράμματα προς ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε, την είσοδο του refene στους κλασικούς της λογοτεχνίας. Από την πληθώρα των βαρυσήμαντων έργων τους, θα διαλέγουμε κάθε βδομάδα ένα απόσπασμα από πεζογραφία κι ένα ποίημα, έτσι που να συγκεντρώσουμε σαν σε ανθολογία κάποια χαρακτηριστικά δείγματα γραφής των δημιουργών που θαυμάσαμε αγαπήσαμε και ζηλέψαμε στο χώρο αυτό.
Δεν θα είναι υποχρεωτικά τα πλέον αντιπροσωπευτικά τους, ή τα καλύτερά τους, αλλά ό,τι έχει καταφέρει να μας μιλήσει κι ό,τι καταφέραμε να διασώσουμε από την λαίλαπα του δανεισμού στη βιβλιοθήκη μας.
Ξεκινάμε με το βιβλίο αυτό που περιέχει δέκα γράμματα του ποιητή Ρίλκε προς ένα νέο ποιητή, ο οποίος απευθύνθηκε σ' αυτόν ζητώντας συμβουλές για τους στίχους του.
Ο λόγος για την επιλογή αυτή είναι αυτονόητος, το refene έχει πολλούς νέους δημιουργούς, πολλοί απ' αυτούς είναι παιδιά στο ξεκίνημα της καλλιτεχνικής τους ανησυχίας και τα διαχρονικά λόγια του Ρίλκε, αφορούν πρώτα και κύρια αυτούς.
Ζητάμε τη συμβολή σας για την παρουσίαση των αποσπασμάτων, αν έχετε υλικό να μας στείλετε, ποίημα ή απόσπασμα πεζού από κάποιον αγαπημένο σας δημιουργό, για να τα δημοσιεύσουμε.
18-04-2004
Η Εκ πεποιθήσεως Κότα.
Δεν είναι αλήθεια πως οι κότες όταν πίνουν νερό σηκώνουν το κεφάλι ψηλά για να ευχαριστήσουν τον Κύριο. Εγώ είδα μια κότα να το κάνει από λόγους υπεροψίας. Στο τέλος πνίγηκε βέβαια και το χειρότερο, πνίγηκε παρουσία μαρτύρων.
Βάλε τώρα στο νου σου μια κότα να τα κακαρώνει μη μπορώντας και να κακαρίσει τινάζοντας φτερά και πούπουλα προς άτακτη κατεύθυνση, υπό την αδιάφορη πλην στενή παρακολούθηση των συνδαιτυμόνων. Και δεν υπολόγισε η αθεόφοβη ούτε Πάσχα, ούτε το δράμα του οβελία ούτε τη δόξα των αυγών, ούτε τη χαρά ανθρώπων τε πουλερικών.
Καθόταν λοιπόν εν μέσω του ευρύχωρου σαλονιού, σε έναν αναπαυτικό καναπέ βαρέλι ανάλογο του σχηματός της, κρατώντας τα φτερά της απλωμένα ένθεν και ένθεν της πλάτης του βαρελίου και παρατηρούσε με το ένα της μάτι ανοιχτό την κάθε κίνηση του κάθε ζωντανού όντος. Δεν επέτρεπε σε κανένα απ' αυτά τα όντα να καθίσει δίπλα της, καθόσον τα φτερά της ήταν εύθραυστα πολύ και τα κολλημένα της με ακριβό σάλιο πούπουλα, κινδύνευαν να τσαλακωθούν. Άλλωστε αυτή φορούσε και το σταυρουδάκι από το ιερό μυστήριο της βάπτισης που λίγο πριν είχε παραβρεθεί. Οι αμαρτωλοί τούτοι είχαν στο νου τους μόνο το φαγητό και το ψήσιμο.
Επειδή με τη στάση της σκανδάλιζε κάθε παρευρισκόμενο στο χώρο, άρχισαν όλοι να μιλούν χαμηλοφώνως, έτσι που για να ακούσει τι λένε, έπρεπε να φορέσει τα τούρμπο ακουστικά της τα οποία όμως είχε ξεχάσει στο σπίτι. Αυτός είναι και ο λόγος που αποφάσισε να κρατάει το κεφάλι της ψηλά, είτε μιλούσαν οι άλλοι είτε δε μιλούσαν, είτε έτρωγε η ίδια, είτε έπινε είτε κακάριζε, είτε γεννούσε το κλούβιο της αυγό.
Διότι η γιαγιά της, η Κοτέτσα Κροκία Κουτσούλιεβνα, που βάσταγε από το μεγάλο σόι των μυθικών Κακάρων της Αγίας Πετρούκολης, δεν παρέλειψε ποτέ να της τονίσει τη σπουδαιότητα της σωματικής στάσης στις επίσημες δεξιώσεις.
Μια κότα που κουβαλά στο ονομά της το βάρος της ιστορίας ενός τέτοιου σογιού, πρέπει να αποδεικνύεται πάντα αντάξια
κληρονόμος της γκαντεμιάς ταύτης. Πρώτο της καθήκον είναι, ξεκινώντας από τη σωματική, να διαχωρίσει τη στάση της από την στάση των άλλων. Άλλωστε το κεφάλι που ποτέ δεν χαμηλώνει με όλο το κόστος της οισοφαγικής λειτουργίας, υπήρξε το διαχρονικό κύριο χαρακτηριστικό του γένους των Κακάρων. Δεύτερο καθήκον μιας καθώς πρέπει Κουτσούλιεβνας, είναι ν' αποτυπώνει με τις κουτσουλιές της τα γράμματα του αδελφάτου στο οποίο κι αυτή ανήκει Κ.Κ.Σ.Π, που σημαίνει «Κοτός Κακαριζούσης, Σκασμός Παρισταμένων».
Δεν γνωρίζω βεβαίως πόσα άλλα καθήκοντα είχε κατά νου η δυστυχής πουλάδα να εκτελέσει στη συγκεκριμένη δεξίωση. Αψόγως κατάφερε να φέρει σε πέρας τα δύο προαναφερθέντα καθηκοντά της. Φουσκώνοντας το στήθος της με υπερηφάνεια έβγαλε το πιο επιβλητικό Κακάρισμα, προσπαθώντας να επαναφέρει την κατάνυξη στους ηδονισμένους τσιμπολογούντες τον οβελία. «Χριστός Ανέεεστη…» οι αναιδείς Παριστάμενοι, όχι μόνον σημασία καμιά δεν της έδωσαν, παρά βρέθηκε και κάποιος αχρείος νεόπλουτος, από κείνους που διέβρωσαν με τη βρωμερή παρουσία τους το καθαρό Ίματζ της αριστοκρατίας να της πει: «-Τι φωνάζεις έτσι κυρά μου; Σε κοτέτσι βρίσκεσαι;»
Αυτό ήταν. Οι Κάκαροι μαθές, μόνοι πεθαίνουν πάντα.
Δεν υπολόγισε τον κόπο των φιλότιμων εργατριών που τόσα κόκκινα αυγά κουβάλησαν στο τραπέζι. Δεν υπολόγισε τις λαμπάδες των παιδιών που χαρούμενα κοκοράκια και κοτόπουλα είχαν δεμένα πάνω τους. Δεν υπολόγισε το τσούγκρισμα του παππού που κέρδισε ένα χρόνο ζωής. Δεν υπολόγισε καν την υψηλή πίστη της ανθρωπότητας στην ευλάβεια της Κότας. Βούτησε το ράμφος της μέσα στο αίμα του Κυρίου, μετά το σήκωσε ψηλά, κατάπιε τη μεγάλη γουλιά, γύρισαν τα μάτια της ανάποδα, τα φτερά της έκαναν ένα σπασμωδικό τίναγμα και τα τίναξε. Οι παριστάμενοι από σεβασμό στην μεγαλειοτητά της την άφησαν να εκτελέσει το έργο της ανενόχλητη. Ύστερα ο οικοδεσπότης χτύπησε τις παλάμες του. Στον οργανοπαίχτη που εμφανίστηκε τρέχοντας, έδωσε τη διαταγή. «-Πιάσε κανένα νησιώτικο, οι ξυλόκοτες έφυγαν».
Αυτός ο καημένος δυσκολεύτηκε λίγο στην αρχή, είχε τρομάξει με τις κακΑριες, στο τέλος κατάφερε κι έπιασε το νησιώτικο.
Η Κοτέτσα Κροκία Κουτσούλιεβνα, περίμενε την εγγονή της στην είσοδο του παράδεισου.
-Μα τι έκανα λάθος γιαγιά; Ακολούθησα το τυπικό σε όλα, γιατί με αντιμετώπισαν τόσο απάρνιθα;
-Γιατί είναι άνθρωποι μωρό μου. Και ποτέ δεν θα γίνουν τίποτε καλύτερο απ' αυτό. Εσύ όμως το ξέρεις πως οι Κάκαροι μόνοι πεθαίνουν πάντα, και τίμησες το γένος σου με το θανατό σου. Εύγε. Τράβα τώρα μέσα να κακαρίσεις τις άριές σου μέχρι να σκάσει το πνεύμα σου.
Μπήκε μέσα η κοτούλα μας, ξεκίνησε το υπερήφανο κακαρισμά της αλλά οποία έκπληξη. Στον παράδεισο των ορνιθών η φωνή της χάθηκε στο πανδαιμόνιο των κακαρισμάτων. Δεν υπήρχε περίπτωση να ακουστεί από κανέναν. Και τότε ακριβώς τη χτύπησε η φιλοσοφική κοτρώνα κατακέφαλα. «Για την επίγνωση της κότας δεν υπάρχει φιλόξενη διάσταση. Μιας κότας το κακάρισμα, είναι το ίδιο με των άλλων και, κάθε Κάκαρος μαθές, κόπανος ήταν πάντα».
Κάτω στη Γη οι «Παριστάμενοι» τα σπάνε.
30-03-2004
Refene εγέρθητι.
Προς τους παλιούς και νέους συνεργάτες μας, μιας και φαίνεται πως οι περισσότεροι από τους πρώτους, αποφασίσατε πως το refene λειτουργεί σαν αποθήκη παλαιών κειμένων. Λειτουργεί κι έτσι βεβαίως, αλλά εξακολουθούμε να δημοσιεύουμε τα έργα των συνεργατών που μας έχουν για ζωντανούς. Αφορμή για το γράμμα αυτό, είναι η υβριστική επιστολή μιας θιγμένης από το περιεχόμενο του refene ,«Χριστίνας» χωρίς επίθετο.
Καταρχήν μας ευχήθηκε να πάμε να συνουσιαστούμε. Δεν ξέρω αν γνωρίζει τη λέξη περισσότερο από την πράξη το ευχήθηκε πάντως. Για να μη νομίζετε ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται για το καλό σας. Μετά μας συνέστησε να πάμε να μας δει ψυχίατρος διότι κατά την άποψή της είμαστε όλοι άρρωστοι. Χαμπάρι δεν πήρε ότι οι ψυχίατροι μας πέταξαν έξω από την πόρτα ως επιστήμονες θιγμένοι από την αντιψυχασθενική συμπεριφορά μας. Δεν ήμασταν καλοί για μοντέλα της ψυχιατρικής διαστροφής. Άλλες διαστροφές μας επήραν για τις οποίες φευ δεν υπάρχει ί-ατρος.
Αγαπητή Χριστίνα. Ένα δύο ένα δύο, σου μιλά η ελεύθερη πολιορκημένη φωνή των ελεύθερων πολιορκημένων γραφιάδων. Όλοι εμείς οι βαρεμένοι που θέλουμε ψυχίατρο, έχουμε όνομα και επίθετο και παίρνουμε την ευθύνη της τρέλας μας στο σβέρκο μας. Μιλάμε ανοιχτά απευθυνόμενοι σε όλους, σαρκάζουμε, εντοπίζουμε, παρατηρούμε, χαιρόμαστε, θρηνούμε, αγαπάμε, κατανοούμε πυρπολίζουμε η πυρπολιζόμαστε μέσα από την ποίηση, ονειρευόμαστε ακόμα μέσα της και μέσα από το διήγημα, σκύβουμε, μελετάμε, αφομοιώνουμε, αφιερώνουμε, τιμάμε ή απορρίπτουμε με την ίδια σειρά και λογική που το κάνουν σε μας μέσα από τα άρθρα και τις κριτικές μας, όχι γιατί θεωρούμε τους εαυτούς μας αδικημένους ή καλύτερους, αλλά γιατί αυτό είναι λογικό να συμβαίνει στους ανθρώπους που δεν κρατάνε λιβανιστήρια, δεν κάνουν ευχέλαια και δεν πασχίζουν πάση θυσία να συγκαταλέξουν τον κρίνο στα προς εξαφάνιση είδη της χλωρίδας, ως κύρια αιτία για τη μείωση της αναπαραγωγικής διαδικασίας στη χώρα μας.
Δεν θα έμπαινα στον κόπο να σου απαντήσω αν με την ύβρη της θιγμένης αναγνώστριας δεν αδικούσες και υποτιμούσες τους τόσους καταξιωμένους δημιουργούς στο refene , μόνο και μόνο επειδή πιθανά έπεσες επάνω σε κάποιον που ένιωσες να πολτοποιεί τα χρηστά σου ήθη. Δεν αναφέρεσαι όμως σ' αυτό, δεν αναφέρεις καμιά συγκεκριμένη περίπτωση, απλώς χαρακτηρίζεις άπαντες αρρώστους, τρελούς, κάθε όνομα που προβάλλεται μέσα στο refene ζωντανών και νεκρών τε, αποκρύπτοντας μάλιστα τα στοιχεία σου πέρα από ένα μικρό όνομα που κι αυτό κατά πάσα πιθανότητα είναι ψεύτικο.
Ένα δύο, ένα δύο, (ρε παιδιά κλείστε το μικρόφωνο από κάτω), Μπα, Μπου, Χρρ Χρρ, εδώ Ελένη Μπάλιου. Την επόμενη φορά που θα νιώσεις την ανάγκη να μας συστήσεις ψυχίατρο ή σεξουαλική δραστηριότητα, απευθύνσου σ' αυτούς που φέρουν την ευθύνη για τα δημοσιεύματα του refene και πάψε να εκτίθεσαι έστω και ανωνύμως βρίζοντας το Σικελιανό, τις συχωρεμένες μας λογοτέχνιδες Έφη Πανσέληνου και Δήμητρα Σιδέρη, και όλους τους αξιόλογους δημιουργούς που με την παρουσία τους μας τιμούν.
Δεν θα το κάνεις βέβαια γιατί διαισθάνεσαι την απάντηση και γιατί δεν έχεις το θάρρος να την σηκώσεις. Είμαι σίγουρη πως εσένα σε αντίθεση με μένα, ένας ψυχίατρος θα σε δεχόταν με χαρά. Θα αποκαθιστούσε τη θιγμένη σου υπόσταση, θα επανέφερε τον οργανισμό σου στις ομαλές του λειτουργίες με την χημική ενίσχυση των αποβλακωτικών, που τόσα χρόνια ρουφάς από τις πηγές του καθωσπρεπισμού και θ' αποκτούσες ξανά το μακάριο χαμόγελο της εξαγνισμένης γεροντοκόρης με τον λανθάνοντα οργασμό του πνευματικού αυνανισμού. Το refene δεν μπορεί να αναλάβει και τέτοια χρέη.
Απευθυνόμενη προς όλους τους συνεργάτες του refene παλαιούς και καινούριους, μη εξαιρουμένων των πεθαμένων, έχω να πω τα εξής:
Ένα δύο, ένα δύο, (φτου το παλιομικρόφωνο πάλι χάλασε) Α-πο -στεί -λα τε έ -ργα , ν' -αλλά -ξου -με τρο- χι-ά S . O . S (φφου φου) εχθρικοί δεινό σαυροι προσ- refen -ώθηκαν μας τέ λει ω σαν τα α ναι σθη τι κά…
(ξεσκισμένο μικρόφωνο!).
05-03-2004
Δεν θέλω λοιπόν να πιστέψω πως ο χρόνος τρέχει τόσο γρήγορα. Δεν τον προλαβαίνει η σκέψη μου αλλά ούτε και η τσέπη μου. Πως τα καταφέρνουν οι πελάτες μου και τον παίρνουν είδηση δεν ξέρω. Εγώ πάντως προσπαθώ να διώξω ακόμα τους χαλβάδες. Κι ενώ εφησυχασμένη λεω: «πουλάω προϊόν εποχής», σκάει ο πιτσιρικάς με τη σοκολατένια αυγουλάρα στο χέρι.
–Που το βρήκες αυτό ρε;- Βάζει τα κλάματα ο μικρός.
–Δικό μου είναι, δεν το πήρα από σένα!
Φευ! Δεν φτάνει που κυνηγάω τον πελάτη με την καραμπίνα, απειλήθηκα και με μήνυση από τη μαμά του, για τρομοκράτηση ανηλίκου. Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε.
Στη γειτονιά κυκλοφόρησε η μόδα της πατερίτσας. Ο απολογισμός του χειμώνα. Τρεις νεκροί, πέντε τραυματίες άγνωστος ο αριθμός των αγνοουμένων. Μόνο οι πελάτες μου έχουν ανέλθει στους δεκαπέντε. Με το πέρας του φαινομένου «πάγος», δεν ξαναπάτησαν. Ξέρω πως οι τρεις είναι στο νοσοκομείο. Οι άλλοι δώδεκα πηγαίνουν στη ΔΕΛΤΑ της καινούριας πολυκατοικίας. Τώρα λεει οι μηχανικοί και οι κατασκευαστές προνοούν χώρο για το προσωπικό γαλακτοπωλείο των ενοικιαστών. Ώστε να μη χρειάζεται να βγαίνουν από το κτίριο, καραδοκούν κίνδυνοι. Ο στόχος είναι λίγο μακροπρόθεσμος αλλά προχωράει έστω και με αργά βήματα. Σιγά σιγά τα μαγαζιά θ' αντικατασταθούν από τα duty free των πολυκατοικιών. Όλα απαλλαγμένα φόρου προστιθέμενης αξίας και τελωνείου. Τα προϊόντα εισαγωγής από την εξωχώρα του απέναντι ψιλικατζίδικου, θα συναντήσουν μεγάλο ανταγωνισμό και η αισχροκέρδεια θα παταχθεί.
Το άκουσα που το έλεγε στην προεκλογική του συγκέντρωση ο υποψήφιος βουλευτής της απέναντι πολυκατοικίας. Εγώ για να περάσω εκεί βέβαια να τον ακούσω, έπρεπε να δείξω τη βίζα μου. Τυχερή ήμουν. Είχα μαζί μου μια κάρτα απ' αυτές που σε προσκαλούν σε φαγοπότι μετά μουσικής αφού προηγούμενα δεν παραλείπουν να σ' ευχαριστήσουν για την μέχρι τώρα βοηθειά σου στο κόμμα. Τότε ανακαλύπτεις πως το μισό ευρώ που έδωσες στον κλαυθιρμό της επαιτείας, πήγε και υπερκάλυψε τις ανάγκες του κόμματος. Καλύπτοντας τις ανάγκες του κόμματος όμως, κάλυψες τις δικές σου, αφού να, ένα πρώτο κι ένα δεύτερο πιάτο μετά μουσικής δεν θα τα έβρισκες τζάμπα σε κανένα μαγαζί άνευ κομματικής κάλυψης. Οργανωθείτε φίλοι μου, οργανωθείτε. Ταχτείτε με τους υποψήφιους βουλευτές της πολυκατοικίας που μένετε, θα σας φέρουν τους κοσμοπολίτικους και πεντακάθαρους διαδρόμους με τα πολυφώτιστα καταστήματα και τον αέρα του ευρωπαϊκού πολιτισμού στα διαμερίσματα. Πέστε κι ένα «παρακαλώ» χωρίς ν' απορείτε σ' εκείνον που σας ευχαρίστησε για την υποστήριξη, κάτι θα ξέρει αυτός για να το λεει, και ρίχτε την ψήφο σας άφοβα στους εγγυητές του μελλοντός σας.
Στο διάλο γιατί μελαγχόλησα ξαφνικά; Αφού όλα είναι καθάρια, υπέροχα, πολιτισ-μένα- μάτι ανοιχτό στον κυκεώνα της παραδοξολογίας, και οι νεκροί πίσω δεν έρχονται, φόρος τιμής στην άνοιξη, και οι τραυματίες παράσημα ανοχής στα γόνατα και τους αστραγάλους, και οι υποψήφιοι στις θέσεις τους, και οι αυγουλάρες με το δώρο έκπληξη στα χέρια των παιδιών, αψηλώνει η πατρίδα φίλε μου και γω η μίζερη τα έχω βάλει με τους χαλβάδες. Υπομονή χρειάζεται. Και αν οι χαλβάδες μου δεν έβγαλαν πόδια σαν μερικούς άλλους και φέτα φέτα πολεμάω να τους ξαποστείλω με το κιλό, ακόμα τούτη η άνοιξη ραγιάδες, μετά θα συγχωνευτούμε στους ψηφοφόρους αλβανούς, θ' ανέβουμε μια βαθμίδα στην κοινωνική ιεραρχεία και θ' απολαύσουμε τα οφέλη της εργατιάς στα δίκαια χέρια τους.
Άνοιξη λεω. Φτερούγισε η ελπίδα ξανά στις ψυχές με τα χαμογελαστά πρόσωπα της εγγύησης στους δρόμους, με τις γενναιόδωρες προσκλήσεις γευμάτων στην πόρτα, με τα χελιδόνια να ψαλιδίζουν στον αέρα την ειρωνεία των καιρών, ψάχνοντας μια παλιά γνώριμη γωνίτσα ζεστασιάς για να γεννήσουν τ' αυγουλάκια τους.
Στο μεταξύ οι αυγουλάρες, δεν σκάσαν ακόμα τα δώρα τους.
13-02-2004
Λευκές παγωμένες μνήμες στη μέση του δρόμου. Τα πάντα είναι λευκά, ξεκάθαρα. Χιόνι. Αιτία -αποτέλεσμα. Η μικρή πικροδάφνη με τους δέκα πόντους ανάσα γύρω της, δεν ήταν γραφτό να μεγαλώσει.
Η αιτία είναι πάντα αθόρυβη σαν το χιόνι, το αποτέλεσμα κραυγαλέο, σαματατζίδικο, σημαιοστόλιστο, αδιάφορο αν παίζει σε ασπρόμαυρο φόντο.
Χιόνι είναι οι επιλογές που δεν σ' αφορούν και πικροδάφνες οι προσδοκίες που βομβαρδίζονται από ανακοινώσεις. Στις παύσεις επικρατούν τα κρύσταλλα.
Χιόνι η ανάγκη ανασύστασης των κυβερνώντων κομμάτων και πικροδάφνες ο κοσμάκης που καλείται να συμμετάσχει στο παιχνίδι όταν και όποτε αυτό βολεύει.
Νιφάδες αποστατών, προσχωρησάντων υποσχομένων πέφτουν ολούθε αναζητώντας τον τρόπο να γίνουν χιονοστιβάδα για να ξεκάνουν μια και καλή τ' απομεινάρια της πίστης σ' αυτό που ο κοσμάκης έμαθε ν' αποκαλεί «πολιτική συνείδηση»
Τώρα έρχονται να του πουν πως ισχύουν άλλα. «Λάθος δρόμο πήραμε σύντροφοι μπαρντόν, κι από πίτα μείναμε και χτικιό ο αζώρ, δεν θα ρισκάρουμε άλλο την καριέρα μας γιατί δεν εννοούν να ψοφήσουν οι ογδοντάρηδες, άι στα κομμάτια πια πεθαίνουν πεθαίνουν και τελειωμό δεν έχουν, έχουμε και σοβαρότερα πράματα να σκεφτούμε».
Ωραίο πράγμα το χιόνι. Ντύνει τον κόσμο με κάτασπρες ελπίδες σαν τις υποσχέσεις των φέιγ βολάν με τα πρόσωπα της εγγύησης.
Και καλά τα φέιγ βολάν και καλά ο κατάπτυστος χώρος της πολιτικής.
Έλα μου όμως που αυτή έχει εισβάλει ως ύπουλη χιονονιφάδα στις καθημερινές μας αγωνίες. Ακόμα χειρότερα στις μη καθημερινές.
Έχουμε και τη σημειολογία των κινήσεων ή την κινησιολογία της σημασίας; τέλος πάντων αυτό, που έρχεται και σου λέει!
Σταυρωμένα χέρια μπροστά, επιθετική διάθεση. Ανοιχτά χέρια μπροστά, «έλα Αφέντη να με πάρεις». Κλειστά χείλη, «Άντε μη πω κάνα μπινελίκι» Ανοιχτά χείλη, «ξέχασα τι ήθελα να πω», σταυρωμένα πόδια, «αγαπητέ πλησίον λίγο παρακεί» συνδυασμός με χέρια, «καμαρώστε έναν μαλάκα». Η πολιτική των κινήσεων, σπουδαία παράμετρος στην υπόθεση της θερμοκρασίας.
Χιόνι. Έξω τα πάντα είναι κάτασπρα πάνω και κάτω, ένας διάφανος ρύακας πάγου που θρυμματίζεται στο κάθε βήμα, όταν και εφόσον έχει αποφύγει κανείς την πολιτική κίνηση του σπαγκάτ. Αν όμως δεν είσαι ούτε πολιτικός, ούτε πολλά προσδοκών ψηφοφόρος ή έστω υποψήφιος συνεργάτης, πελάτης, γκόμενος ή δεν ξέρω τι άλλο,.... Τί να σημαίνει για έναν τέτοιο η παράξενη κίνηση της κρεμασμένης με το κεφάλι κάτω από το δέντρο γριάς; πως διάβολο βρέθηκε εκεί πάνω; Σκέφτηκα πως είναι ακριβώς η ίδια κίνηση, η επιστροφή του ανθρώπου στην ανυπαρξία μετά τον ομαλό κύκλο μιας ζωής, γίνεται όπως και ο ερχομός του. Και ενώ το νεογέννητο κλαίει γιατί δεν θέλει μάλλον να έρθει, η γριά ετούτη Κυρία κλαίει γιατί δεν θέλει να φύγει. «-Τι κάθεσαι και την καμαρώνεις; βόηθα κι εσύ να κατεβάσουμε τη γιαγιά. –Να βοηθήσω ρε παιδιά αλλά είστε σίγουροι ότι έτσι πρέπει να γίνει; -Τρελή είσαι κοπέλα μου; δεν βλέπεις εδώ; η γυναίκα κινδυνεύει. –Μα καλά πατινοσανίδα οδηγούσε; -Τι μας νοιάζει; θα βοηθήσεις η θα κάνουμε φιλοσοφία εδώ χάμω; -Να της ελευθερώσουμε καταρχήν, το μπλεγμένο πόδι. –οχι! Θα σκάσει με το κεφάλι. Κάποιος πρέπει να την κρατάει. –Και ποιος να' ναι αυτός….-Ρε έχεις όρεξη τέτοια ώρα; πιάσε τη γυναίκα από κάτω. –Εντάξει αλλά θα μας υποσχεθεί πριν ότι θα μας εξηγήσει πώς βρέθηκε εκεί πάνω.
-Αχ αχ παιδάκι μου τι λαχτάρα! Θα σας πω μόνο κατεβάστε με, μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι δεν μπορώ άλλο.
Κατεβαίνει η γιαγιά. Νερό να της δώσεις; δεν γίνεται είναι παγωμένο. Στο σκαλί να την κάτσεις; Δε λέει, είναι κι αυτό πάγος. Τρέμουν τα πόδια της κάτω τώρα.
-Μα τι έγινε;
-Σόδομα και Γόμορρα παιδί μου. Ο δήμος ήβαλε τραμπολίνο στη μέση του πεζοδρόμιου. Περπατάς, βουλιάζει απ' τη μια μεριά πετάγεται από την άλλη. Κει λοιπόν που περνούσα πάνωθέ του, έρχεται ένας πίσω μου κι το πατά απ' την άλλη. Ηβρέθηκα πως, επάνω στο δέντρο χτυπώντας πρώτα η κεφαλή μ, και μετά πέφτοντας, πιάστηκε το ποδάρι μ. Κείνος δα, ηξαφανίσθη. Ούτε γύρισε πίσω τ' να δει τί έγινε.
-Να κάνεις καταγγελία στο δήμο γιαγιά.
-Όχι, να κάνει καταγγελία σ' αυτόν που πάτησε την τραμπάλα καπάκι..
-Όχι ρε, στο δήμο να κάνει που πάει και φυτεύει δέντρα όπου νά' ναι».
Στο δήμο στον τύπο, στον δήμο στον τύπο, περνάει κείνη την ώρα ένας παραξενεμένος και σταματά.
-Τι κάνεις εσύ εδώ; τον ρωτά ο μπάτσος που στο μεταξύ είχε καταφθάσει με το περιπολικό.
-Τι να κάνω; βλέπω τι έγινε.
-Και που ξέρεις εσύ τι έγινε;
-Δεν ξέρω, αυτό προσπαθώ να μάθω
-Έτσι ε; Πως σε λένε; δώσε στοιχεία.
-Δήμο Κακιώρα.
-Αυτός είναι πιάστε τον! Φωνάζει η γιαγιά.
Και παρευθύς, αρπάζουν τον φονιά και τον τυλίγουν στην λαδόκολλα.
Ε μια του δήμου δυο του δήμου, τρεις και την κακιά του ώρα.
Το χιόνι του μέσα...
23/1/2004
Ουλαρία ουλα λα.
Χαίρεσθε. Καθένας για τους λόγους του, αλλά κάντε το. Κι εγώ το κάνω. Γιατί είναι μιζέρια να μην υπάρχει ένας λόγος για να το κάνει κανείς. Πρέπει να το καταφέρνουμε ακόμα κι αν βλέπουμε τους σκύλους να ξεσκίζουν τις... φυλλάδες της αγάπης. Μου το είπε κι ο ψυχίατρος που του είπα ότι είναι τρελός. Είχε δίκιο όμως. Γιατί όταν τα ξανασκέφτηκα όλ' αυτά ήταν πολύ αστεία. Μόνο που ο ψυχίατρος με είχε εγκαταλείψει και δεν βρήκα την ευκαιρία να του το πω. Κρίμα γιατί ήταν ένας αντιφροϋδικός ψυχίατρος και πολύ τον συμπάθησα. Αντί για τα βιβλία της ψυχολογίας είχε πάνω στο γραφείο του, τον Ζαρατούστρα… Στην αρχή τον πέρασα για τσαρλατάνο. Όταν όμως άρχισε να με ρωτάει γιατί δεν μπορώ να διακωμωδήσω το δράμα, τον πέρασα για σκηνοθέτη. Είπα στη φίλη που με συνόδευε. Δεν βγαίνεις έξω να κοιτάξεις την ταμπέλα στην πόρτα του; μπας μπήκαμε σε καμιά διπλανή; -Όχι, ήρθαμε στο σωστό μέρος επέμενε εκείνη. «Διότι αν δεν είσαι σε θέση να δεις και να εκτιμήσεις τις αστείες πλευρές της ζωής, και το δράμα ακόμα καταντά μια πολύ βαρετή υπόθεση» επέμενε αυτός.
Τι τό' θελα και του κόλλαγα; Δεν τον άφηνα κει πέρα να φιλοσοφεί μπας και κάποια στιγμή τον κατάφερνα να μου πει τι έχω πάθει και τις νύχτες στον ύπνο μου γαβγίζω; Αντί γι' αυτό άρχισα να του μπαίνω με τα σκηνοθετικά. «Αν όλο αυτό το πράγμα ήθελες να το παρουσιάσεις στο θέατρο σαν αντιπαράθεση τρόπων αντιμετώπισης πως θα το έβγαζες προς τα έξω;» Τον ρώτησα γεμάτη αυθάδεια. «Σύνελθε παιδάκι μου, μίλα του για το προβλημά σου!» μούγκρισε δίπλα μου ανήσυχη η μόνιμη πελατισσά του, φίλη μου. «Αν ήμουν σκηνοθέτης θα έντυνα για παράδειγμα, τον Οιδίποδα με ρούχα Τσάρλι Τσάπλιν» απάντησε χωρίς την παραμικρή αιδώ εκείνος. «Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν είστε σκηνοθέτης και είστε αστείατρος» είπα αστειευόμενη εγώ, στο κάτω κάτω αυτός είχε πει χειρότερα, αλλά ωιμέ! Ήταν η κουβέντα που έμελλε να φέρει στο τέλος τη συνεργασία μας, πριν καν αυτή ξεκινήσει. «Εσείς κυρία μου δεν ψάχνετε για ψυχίατρο, ψάχνετε για γελωτοποιό». Είπε θιγμένος ο -ίατρος.«–Λυπάμαι, με τέτοια αντιμετώπιση δεν μπορώ να συνεργαστώ μαζί σας» απόσωσε. «-Ενώ αν έμπαινα μέσα γαβγίζοντας θα ήμουν μια σωστή πελάτης;» Συνέχισα απτόητη εγώ. Η φίλη μου τράβηξε πρώτα τα μαλλιά της και μετά εμένα έξω. «–Πάμε δεν τρώγεσαι πια». Μου φώναξε όλο νεύρα. «Φταιω εγώ που ήθελε να το παίξει άνετος και ωραίος;» Τη ρώτησα έξω στο δρόμο, καθώς εκείνη περπατούσε μπροστά μου με βήμα ταχύ, ψάχνοντας τον τρόπο να με ξεφορτωθεί μάλλον.
Μετά απ' αυτή την οικτρά αποτυχία μου να μάθω μέσω ψυχιάτρου γιατί γαβγίζω τις νύχτες στον ύπνο μου, αποφάσισα να λύσω το αίνιγμα μόνη μου. Πήρα τ' αποφάγια μου, τον καφέ και τα τσιγάρα μου κι ανέβηκα στον Τρελό. Ποτέ δεν έμαθα παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μου, γιατί αποκαλούν έτσι τον Υμηττό. Κάποτε θα μάθω όμως που θα μου πάει, πήγα πάνω κει που λες και στρώθηκα με το δημοσιογραφικό κασετόφωνο μου να οργανώσω πρώτα τη σκέψη μου και μετά να πάρω μια σύντομη συνέντευξη από τα σκυλιά. Όταν όμως επιχείρησα να πλησιάσω την αγέλη των αδέσποτων που εδώ και ώρα παρατηρούσα σε απόσταση είκοσι μέτρων, είδα πως ξαφνικά είχαν αγριέψει πολύ. Στα πόδια τους είχαν ένα μαυριδερό πράγμα που το τσαλαπατούσαν και το ξέσκιζαν. –Μην πλησιάζεις θα σε κατασπαράξουν, μου είπε ένας περαστικός. Εγώ όμως ένιωθα κάποια συγγένεια μαζί τους λόγω των νυχτερινών μου αλυχτημάτων και πλησίασα με κάποιο δισταγμό δεν σας κρύβω. Το μαυριδερό πράγμα ήταν το πτώμα μια εφημερίδας που μέσα της αντιστέκονταν ακόμα οι τίτλοι της οξύμωρης αλήθειας. «Ο σύλλογος φιλόζωων της πόλης μας, διοργάνωσε εκδήλωση με θέμα τη φροντίδα και περίθαλψη των αδέσποτων(;)» όχι! Λάθος διαβάζω. «Καλλιστεία σκύλων στην πόλη μας». Αυτό διοργάνωσε. Και μια τυπική επίσκεψη στα αδέσποτα σκυλιά του Τρελού. Ημερομηνία έλεγε 22 Δεκέμβρη, παραμονές Χριστουγέννων γαρ και τώρα τα Χριστούγεννα έχουν περάσει, τα εδέσματα φαγώθηκαν, και τα σκυλιά πρέπει να περιμένουν την επόμενη εκδήλωση του συλλόγου φιλόζωων της πόλης μας του χρόνου, στο μεταξύ τρωνε εφημερίδες.
Άσπρες οι πατούσες τους από το χιόνι σηκώνονται στάζοντας νερά και δείχνουν με το πέλμα τη λευκή ψυχή των ανθρώπων, που μέσα στο κυλικείο ρουφάνε την καυτή φασολάδα βγάζοντας ήχους ευχαρίστησης, που δεν μου θυμίζουν καν τον παππού μου. Αθόρυβες οι νιφάδες σκέπασαν τα σκυλιά που χάσανε τις ρίγες και τις βούλες τους, τα περιέθαλψαν αυτές με την παγωμένη αγάπη τους, την οροφή του κυλικείου, , και την πλαγιά του βουνού που πάνω του ακόμα κονταροχτυπιέται η ιστορία με τον πολιτισμό, την ίδια στιγμή που…«τι ρομαντικά και ειρηνικά είναι εδώ πάνω!» αναφώνησε άρτι αφιχθείσα ποιητική ψυχή. Εμ, τουρτουρίζουν τα αδέσποτα ψάχνοντας μια γωνιά για να κρυφτούν, τη φυλλάδα θα έχουν ακόμα στο νου να ξεσκίσουν; Αουουουου! Ξεπετάχτηκε από μέσα μου η σκυλίσια κραυγή και κατάλαβα επιτέλους τι συμβαίνει σε μένα από τότε που το είδα στις 22 Δεκεμβρίου γραμμένο με κεφαλαία γράμματα στην εφημερίδα της πόλης μας.. Και καθώς κρατώντας την προχωρούσα, δυο βιαστικές γριές έτρεχαν να προλάβουν το δείπνο της αγάπης στην αίθουσα του δήμου, διότι μετά τις τρεις η αίθουσα κλείνει και μετά τις τρεις οι άνθρωποι θεωρητικά έχουνε φαει όλοι, τα αδέσποτα απολαμβάνουν το επιδόρπιο τους, ξαπλωμένα πάνω στη φιλόξενη φλοκάτη της γης. Αδέσποτοι άνθρωποι. Αδέσποτα σκυλιά, αδέσποτες φυλλάδες, αδέσποτα όνειρα, αδέσποτες δεσμεύσεις, αδέσποτα μυαλά, αδέσποτο μέλλον. Ας φανταστούμε τώρα, όχι τον Οιδίποδα με στολή Τσάρλι Τσάπλιν, -μην αδικήσουμε τον ένα ή τον άλλο-, αλλά κείνο τον –ιατρό- στη θέση της κουλουρούς που ένα παιδικό καρότσι γεμάτο κουλούρια σπρώχνει μέσα στο χιόνι, σταματώντας μπροστά σε κάθε μαγαζί. –Θα πάρεις; Κι οι μαγαζάτορες του πρωτοκοσμικού πολιτισμού, δεν καταδέχονται καν να της πουν ένα «όχι». Πως θα ήθελα, μ' εκείνο το πλατύ χαμόγελό του να τον δω, να σπρώχνει το ίδιο αυτό καρότσι, περιμένοντας την απάντηση για ένα ναι, ή ένα όχι. Υπάρχουν βέβαια και τα πεινασμένα σκυλιά που ποσώς τα ενδιαφέρει το θέατρο, είτε πρόκειται για τραγωδία, είτε για κωμωδία, είτε για μια κραυγαλέα ατάλαντη υποκρισία.
–Ιατροί- στη ζωή μας υπάρχουν πολλοί. Δεν είναι ανάγκη να τους ψάξει κανείς πίσω απ' τις πόρτες με τις αναρτημένες ταμπέλες της ειδικοτητάς τους. Αν συναντήσεις για παράδειγμα κάποιον που σχολιάζει ως έκπληκτος λόγιος τη γλώσσα και το χιούμορ σου, ή παρατηρεί ψύχραιμος την αλόγιστη εκροή της ενέργειας σου, να είσαι σίγουρος, έχεις πέσει πάνω σε έναν τέτοιο –ίατρο- καβαλημένο.
08/01/2004
Φεβρουάριος ήταν και Φεβρουάριος έρχεται. Ένας χρόνος και το
φάντασμα του refene δεν έλεγε να
το βάλει κάτω. Από καιρού εις καιρόν έμπαινα μέσα να δω αν
είναι εκεί να στέκεται σαν το σκιάχτρο που φοβερίζει τους
κόρακες. Όμως φευ! Γέμισε το ίντερνετ από δαύτους. Σάματις
έπαψαν να υπάρχουν στην έξω ζωή για να τη γλιτώσουμε κι από
δω; Το καημένο το refene έπαιρνε
γράμματα αναγνωστών, επίδοξων συνεργατών, αξιόλογων
ανθρώπων, αξιοθαύμαστων δημιουργών και δεν ήταν σε θέση ούτε
ν’ απαντήσει. Απ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που τόσο
έντονα την παρουσία τους του έδειξαν στη διάρκεια της μακράς
σιωπής του, ζητάμε συγνώμη. Οι διαχειριστές, οι υπεύθυνοι
του site, οι επιμελητές των
κειμένων οι εκτιμητές κλπ (Στρατός, αεροπορία, ναυτικό)
αδυνατούσαν να κάνουν οτιδήποτε. Το site
είχε κλειδώσει. Ευχαριστώ για το τόσο έντονο
ενδιαφέρον των επισκεπτών μας σε ό,τι αφορά την τύχη αυτής
της ιστοσελίδας. Η απάντηση δίνεται μια και καλή μέσα από
την επαναλειτουργία μας και την σταδιακή παρουσίαση των
έργων που μας στείλατε. Εύχομαι σε όλους μια δυνατή,
αισιόδοξη και δημιουργική χρονιά