Τα βότσαλα
Πετρώματα γυαλιστερά από σπηλιές
και βότσαλα χιλιόχρωμα και θαλασσοδαρμένα
που βρήκα απ' τα ταξίδια σου φερμένα
τώρα κρατώ στα χέρια μου
τα βρέχω με νεράκι και με δάκρυα,
σαν να ζωνάνεψαν, ριγούν
και μου μιλούν για σένα.
Ξαφνιάστηκαν σαν έμαθαν
πως τα κρινόχερα που τάπιασαν
χαθήκανε για πάντα μες το χώμα,
σε πρόσμεναν ακόμα.
Και τα ρωτώ για να μου πουν για σένα:
"Λεβέντης, παληκάρι πέρασε, μου είπανε,
ξάπλωσε κει στα βότσαλα στοχαστικός,
μας έπιανε, μας χάιδευε,
μας κοίταζε με τα γλυκά του μάτια
μας θαύμαζε και μας μιλούσε.
Τα κύματα του γλείφανε τα πόδια του.
Τραγούδια που του φέρναν μακρινά
Του λέγανε, για τόπους του γνωστούς
κι αυτός γλυκά χαμογελούσε.
Νοσταλγικά τα άκουγε να τραγουδούν,
Ποιος ξέρει τι σκεπτότανε...
Στο σάκκο του μας έβαλε σαν έφευγε
Στιγμές γαλήνης να θυμάται,
μας φύλαγε σαν φυλαχτό
μα τώρα πια μας ξέχασε".
-Πετράδια, βοτσαλάκια μου
μην κλαίτε σαν κι εμένα
εγώ είμαι η μάνα του
δε βλεπει πια κανένα δε θυμάται.
Μα θα σας πάω, συντροφιά
για να του κάνετε εκεί
που στην αιώνια τη γαλήνη βρίσκεται
που τον αιώνιο ύπνο του κοιμάται.