Ελένη Μπάλιου - Βιβλιοπαρουσιάσεις

 
Home - refene.com  
  Ελένη Μπάλιου Home Page  
  Γιάννης Σμίχελης- Βιβλιοπαρουσιάσεις  

   

Ελένη Μπάλιου

 

Σιγά το ξημέρωμα...

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Προπομπός

Σχόλιο: Γιάννης Σμίχελης.

 

Επιλογή αποσπασμάτων:

…Φυλακισμένος στο βασίλειο του έρωτα, ο Μάνος εξακολουθεί να μην απαντά. Η αναπνοή του γίνεται γρήγορη, νευρική, αγχώδης. Να ‘ναι τα μαλλιά της, που του μπαίνουν στο στόμα, τα νύχια των ποδιών της που τον γρατζουνούν, τα χαλασμένα δόντια, που μετατρέπουν τον καπνό του τσιγάρου της σε αποπνικτικό δηλητηριώδες αέριο; Η μόνη γυναίκα που έφερε την ελπίδα στις μπλοκαρισμένες αισθήσεις του εξακολουθεί να παλεύει με τις αναστολές του. Ώσπου εκείνος ιδρώνει, λαχανιάζει, εξαντλείται και ξαφνικά την βλέπει να φωτίζεται και να του φεύγει. Αυτό το ασχημόπαπο. Το απαλλαγμένο από τ’ άχαρα ρούχα του κορμί, τα γεμάτα μουντζούρα παντελόνια. Η ηλίθια περηφάνια της τα ‘χει κολλήσει πάνω της σαν παράσημα παλικαριάς και τιμιότητας. Να ‘ σαι ολόκληρη μια μουντζούρα και αν νομίζεις ότι έτσι δίνεις το μάθημα της επιβίωσης! Και το πρόσωπο σου να μην καθαρίζει ποτέ από αυτή την αρσενικότητα.
Αυτός όμως κατάφερε να ρίξει την αλαζονεία της στο πάτωμα με τα ρούχα. Την έσυρε κάτω από την βρύση και της έπλυνε το πρόσωπο, που ‘χε μέχρι τη δεύτερα επιδερμίδα ποτίσει περηφάνια. Η τζίβα στο κεφάλι της ξεδιπλώθηκε σε μαλλιά. Τη στην αγκαλιά του, ένα μακρινάρι πενήντα κιλά. Δίπλωσε τους πόλους της γύρω του και του κόπηκε η αναπνοή. Πάνω στο γαλαξία του γυμνού της κορμιού ξεσκίστηκε το πέπλο της ασημαντότητας της. Μέσα από την υπαρξιακή της άγνοια, τον ρώτησε γιατί ο ρατσισμός ασχολήθηκε με το πρόσωπό της. Η απάντηση της ήρθε μ’ ένα χαμόγελο γεμάτο καλοσύνη και επιείκεια. Έσκυψε πάνω της να την λατρέψει και οι άνθρωποι υποχώρησαν ένα βήμα, για να την δεχθούν ανάμεσα τους. Στολισμένη από τα χέρια του με τα πιο εξώκοσμα λουλούδια, περνάει τις πόρτες των κρυφών ενδοιασμών του, ενώ ο ήλιος, καθισμένος στο κεφάλι της, τσουρουφλίζει τις αμφιβολίες της σκέψης του. Τότε είναι που εκείνη άρπαξε την ακτίνα και του ξέφυγε. Το φωτισμένο μονοπάτι που σχημάτισε το κορμί της δεν κατάφερε να στεγνώσει τον ιδρώτα στα μάτια του. Τον καλεί κοντά της, αλλά όταν επιτέλους την βλέπει, το μονοπάτι έχει χαθεί. Την έπλασε πεταλούδα και αυτή πέταξε. Και τώρα καρφωμένος στη γη, τη θαυμάζει, τη ζηλεύει, τη μισεί. Όταν ο νόμος της βαρύτητας θα λειτουργήσει ξανά πάνω της, όταν θα ντυθεί πάλι την μουτζούρα της και θα τον κοιτάξει στα μάτια σαν πιστό σκυλί, τότε θα πάρει την εκδίκησή του. Για να μάθει να κάθεται πάνω στο σύννεφο της έκστασης με τη δική του θέση δίπλα της κενή….

……Γιατί κάθε φορά που σιγουρεύεται πως το «σήμερα» της ξεφεύγει απ’ τα χέρια το περνάει στο παρελθόν. Και ας εξακολουθεί να ζει με ένταση και πάθος όλα τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα σ’ αυτό. Κι αν νομίζεις ότι στο παρελθόν δεν διαδραματίζονται πια γεγονότα και πως οι σκηνές στη μνήμη μας είναι μαρμαρωμένες κι αμετάβλητες, κάνεις λάθος. Αν ήταν έτσι δεν θα αντέχαμε το βάρος των λαθών μας, ούτε και την επίγνωση πως η όποια εξέλιξη προέκυψε ήταν αποτέλεσμα καθαρά δικών μας χειρισμών. Καλά και τον παρελθόν δεν είναι αυστηρό στους παραβάτες του χρόνου, καλά και λειτουργούν, έστω αναδρομικά, τα συστήματα της αυτοσυντήρησής μας , γιατί, κυρίως αναδρομικά, η απόρριψη φέρνει την λύτρωση….

……Αισθάνεται δίπλα της την ανάσα του ζεστή, παραπλανητική. Μαζεύει βιαστικά τις βάρκες, το αστέρι, τα χάρτινα όνειρα της. Καθάρισε το τραπέζι απ’ τις χίμαιρες που στοιβάχτηκαν με τ’ άλλα σκουπίδια, και όλα μαζί σκεπάστηκαν απ’ το φίλτρο του καφέ, που έκρυψε στο κατακάθι του τα δάκρυά της…

….- Ποιες λύσεις μου τσαμπουνάς εκεί χάμου; Βλέπεις να είναι κανείς σε θέση να δώσει μια πραγματική λύση για τα όσα συμβαίνουν πάνω του και γύρω του; Επειδή μαζευτήκαμε ένα τσούρμο μαλάκες ν’ αυνανιστούμε πνευματικά μέσα σ’ αυτή την απομονωμένη τρύπα της πόλης των βαρεμένων, είμαστε και σε θέση να δώσουμε λύσεις; Μήπως σου διαφεύγει το ότι η φωνή μας δεν βγαίνει έτσι και αλλιώς έξω από αυτά τα ντουβάρια; Μήπως έχεις ιδέα του πως μας βλέπουνε, τι είμαστε, τι αντιπροσωπεύομε για την κοινωνία εκεί έξω; Δεν βλέπεις ότι ο κόσμος είναι περιφραγμένος με σύρματα, χωρισμένος σε οικόπεδα φτωχών και πλουσίων, χαζών και έξυπνων, μορφωμένων και αμόρφωτων, κοντών και ψηλών, κόλαση Β κατηγορίας και παραδείσου πολιτών Α; γιατί ντε και καλά προσπαθείς να μας πείσεις ότι παίζουμε και εμείς κάποιο ενεργητικό ρόλο στα πράγματα; Αφού ο δικός μας ρόλος έχει προγραμματιστεί να είναι παθητικός. Είμαστε εδώ για να κρατάμε σταθερά τα μέτρα των αντιθέσεων, και όποιος τολμήσει αν το ξεχάσει αυτό, την πληρώνει ακριβά. Γιατί μας δουλεύετε λοιπόν όλοι; Δεν έχει το θάρρος κάποιος από σας να μας πει πως ακριβώς έχουν τα πράγματα, ποιες είναι οι πιθανότητές μας να βγάλουμε το κεφάλι έξω από τα σκατά, μέχρι ποιου σημείου τα όνειρά μας δεν προκαλούν συμπαθητικά χαμόγελα; Πες μου λοιπόν, ως πότε εμείς θα είμαστε οφειλέτες, που είναι αυτά που η ζωή χρωστάει σε μας; Που είναι η φωνή μας, που μας την πήραν, η περηφάνια μας, που μας την τσαλαπάτησαν, τα νιάτα μας, που τα ακρωτηρίασαν, η αξία μας, που την έριξαν στα σκουπίδια; Χέσε μας, ρε Θεοφίλου, με τις λύσεις σου. Δώσε εσύ τις λύσεις. Εμάς δεν προλαβαίνουν να μας βρούνε. Και δώσ’ τες μας προφορικά, άμα τις έχεις, κι όχι γραπτώς, γιατί μερικοί από μας δεν έχουν ούτε φως να τις διαβάσουν!...

….. Ήταν μια λεπτή ρίγα ευδαιμονίας που καθρεπτιζόταν στο χείλος του ποτηριού, και μέσα σ’ αυτό, βεγγαλικά εναλλασσόμενων διαθέσεων. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά μπύρας και ο πάτος καθάρισε. Αλλά στα τοιχώματα οι φυσαλίδες μάζεψαν τα χρώματα της προσδοκίας και άρχισαν να αποκολλώνται, χαρτογραφώντας ένα καινούργιο πεδίο δράσης. Δέσμιοι όντας των ανομολόγητων αναστολών μας, παραμείναμε αδρανείς….

….. «Αφού η άρνηση κατάφερε να με κρατήσει μακριά από το οδοστρωτήρα της κοινής λογικής, γιατί να μην την χρησιμοποιήσω κι ενάντια στην παγιωμένη αντίληψη περί θανάτου;» σκέφτηκε κι έφτιαξε μια χειροποίητη σφραγίδα με την λέξη ΑΘΑΝΑΣΙΑ. Βούτηξε τα δάχτυλά του στο μελάνι και σιγά σιγά βούλιαξε σ’ αυτό ολόκληρος, τραβώντας μαζί του και την Δωροθέα. Μέσα σε αυτή την τεχνητή λίμνη ανακάλυψε τη σπηλιά με την πηγή του γέλιου και έμεινε εκεί…


Δεν είναι μόνο το λιτό και περιεκτικό γράψιμο της Μπάλιου. Ούτε μόνο η αμεσότητα του λόγου της και η σαφήνεια του. Είναι επίσης και κυρίως η ανάδειξη μιας πραγματικότητας που «η κοινωνία της αφθονίας», αυτή η τεράστια ψευδαίσθηση του μεταπολεμικού κόσμου, μας έκανε να εθελοτυφλούμε και να μην την βλέπουμε. Έως και πριν λίγο αντιμετωπίζαμε τα φαινόμενα της φτώχιας και του κοινωνικού αποκλεισμού ως εντελώς ασήμαντα και τους ανθρώπους που τα βιώνουν ως γραφικούς και αντικοινωνικούς από συνείδηση και ελεύθερη επιλογή. Ε, λοιπόν, σήμερα που οι φτωχοί και οι αποκλεισμένοι πληθαίνουν στις ανεπτυγμένες κοινωνίες με ταχύτατους ρυθμούς, διαπιστώνουμε πως οι κραυγές και οι ψίθυροι της Μπάλιου όχι μόνο έχουν βάση άλλα και είναι μια προειδοποίηση για τις δραματικές εξελίξεις στο άμεσο μέλλον. Την εποχή της ευφορίας και των μεγάλων προσδοκιών, την μεταπολίτευση στην Ελλάδα, η συγγραφέα την αντιμετωπίζει ως την εποχή των μεγάλων στοιχημάτων που χάθηκαν και αναδεικνύει με τραγικό τρόπο τις ψευδαισθήσεις που κυρίευσαν εκείνους που ήλπιζαν για κάτι καλύτερο. Είναι μια γροθιά στο στομάχι που καλό είναι να την δεχτούμε πριν είναι αργά.
Επίσης ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο αυτού του μυθιστορήματος είναι ότι ο χρόνος όσο αυθύπαρκτος και αν είναι άλλο τόσο είναι μια κατασκευή των υποκειμένων. Έτσι οι διαστάσεις παρελθόν, παρόν και μέλλον σχετικοποιούνται σε βαθμό που να υπονομεύουν η μία την άλλη, να αντικαθιστούν η μια την άλλη και εν τέλει να αναδεικνύεται η ανθρώπινη συνείδηση ως η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης δράσης και ιστορίας κατά συνέπεια. Ο χρόνος έχει σημασία μόνο μέσα από το φίλτρο της συνείδησης αλλιώς πορεύεται δίχως εμάς.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΜΙΧΕΛΗΣ.

 

 


last updated23/01/2004 08:09:56 μμ
c