Κατερίνας Γλυκοφρύδη
Οι θυγατέρες της Νύχτας
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Περίπλους.
Σχόλιο: Ελένη Μπάλιου.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό της Κατερίνας Γλυκοφρύδη, δεν είχα την αίσθηση ότι διαβάζω μια φανταστική ιστορία που χρησιμοποιεί την υπερβολή για να αποδώσει το δράμα ή το σασπένς της υπόθεσης, όπως συνήθως συμβαίνει με τις υποθέσεις πολλών μυθιστορημάτων. Από την αρχή της ανάγνωσης εξοικειώθηκα με τους χαρακτήρες κατά τρόπο επικίνδυνο για την μετέπειτα κρίση μου. Θα είχα δεν θα είχα διαβάσει τις πρώτες είκοσι σελίδες, όταν το πήρα απόφαση να αφήσω επιτέλους τη συγγραφέα, να με οδηγήσει σ' αυτό το ταξίδι, αφήνοντας το κριτικό μου μάτι απέξω, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κατάφερε να διχάσει τη γνώμη μου για οποιοδήποτε ανάγνωσμα. Με λίγα λόγια, δεν θα μπορούσα να σταθώ κριτικά απέναντι στο έργο αυτό αλλά ούτε και απέναντι σε οποιοδήποτε άλλο. Πολύ περισσότερο όταν είναι γραμμένο από μια τέτοια μαστόρισσα της πέννας, όπως είναι η Κατερίνα.
Θέλω όμως να επισημάνω μερικά από τα σημεία που με αφύπνισαν και επιβεβαίωσαν την γνώμη μου για τη συγγραφέα, μέσα στο έργο αυτό.
Είναι λοιπόν μια οικογένεια,… τρεις για την ακρίβεια, κι ένα κορίτσι η Φαιδώρα που μέσα τους κινείται πριν, αλλά και μετά το τραγικό γεγονός που σημάδεψε αυτήν και τη ζωή της. Η οικογένεια η δική της με τους γονείς, οι παππούδες από την πλευρά του πατέρα, και οι αντίστοιχοι από την πλευρά της μητέρας.
Τόπος όπου έζησαν οι δυο οικογένειες, -η τριάδα- όπως την αποκαλεί η συγγραφέας, Άργος-Κίος-Ναύπλιο. Μέσα της ταξιδεύει ο στοχασμός και απογειώνεται η φαντασία, αλλά είναι και ένα απάγειο στο οποίο καταφεύγει η ηρωίδα μας, συνδυασμός τόπου και προσώπων, που ωθούν την επαναστατημένη της σκέψη άλλοτε να βγει από τα όρια της, αν μπορούν να οριστούν όρια για τη σκέψη ενός ανθρώπου, άλλοτε να ηρεμήσει καθώς αφήνεται στους αργούς επαρχιώτικους ρυθμούς της περιοχής, που την φέρνουν μπροστά στις γλυκές και οδυνηρές μνήμες.
Παραθέτω:
«Στ' αυτιά της Φαιδώρας όμως πάντα ηχούν τα λόγια του αγαπημένου Αιμίλιου, αυτά που ξεστόμισε ένα πρωινό καθώς στέκονταν οι δυο τους στο ανατολικό μπαλκόνι κοιτάζοντας το νερό να κυλά αργό αργό, εκεί στα πόδια τους μπροστά με τους κύκνους και τα νούφαρα στην επιφανειά του:
«Κοίτα, βλέπεις σαν σε όνειρο μέσα στην άχνα η απόπνοια των νυχτερινών μυστικών έχει πια φύγει…Κι εμείς τι είμαστε αγάπη μου, ανθρωπάκια που τσουλάμε στη σκονισμένη λεωφόρο του κόσμου. Το μόνο που μας σώζει ή μας καταστρέφει είναι το δικό μας μυστικό ποτάμι που κυλά μέσα μας. Κανείς δεν το γνωρίζει, καμιά φορά κι εμείς οι ίδιοι αγνοούμε την ύπαρξή του…Οι άλλοι βλέπουν νούφαρα και φύλλα ν' αρμενίζουν. Σαν ολόφρεσκα, σαν μαραμένα».
Μυστικά κι αθόρυβα κυλάει η ποίηση στο αίμα της Κατερίνας Γλυκοφρύδη, που την κάνει παρατήρηση, σύντομη παρένθεση στον ήδη ποιητικό της λόγο και απότομη εκτόξευση στιλέτου άλλοτε, που κόβει απότομα τα νήματα της όποιας αυταπάτης και υποκρισίας, με τον ίδιο τρόπο που το χέρι της Φαιδώρας το έκανε, σε μιαν ανύποπτη στιγμή για όλους και για την ίδια.
Προσκολλημένη απόλυτα στο θέμα της με κύρια μέριμνα την αξιοθαύμαστη συνοχή των ενοτήτων και κεφαλαίων, αφήνει τη μουσικότητα του λόγου της να παρασύρει τον αναγνώστη σε παράλληλους δρόμους στοχαστικής έκφρασης και τον επαναφέρει με ένα γερό ταρακούνημα ρεαλιστικής περιγραφής, τέτοιας που ακόμα και στην όχθη της οργής καταφέρνει να τον μεταφέρει.
Παραθέτω ξανά:
«Η διαμονή της Αμαλίας (κόρη της Θεοδώρας και του Kλήμη, μητέρα της Φαιδώρας και του Μενελή) στην αριστοκρατική εκείνη κλινική, στοίχισε στην οικογένεια, στα δυο αδελφάκια βασικά, ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και το πανέμορφο σπίτι στην Κηφισιά, όπου αυτά είχαν μεγαλώσει και θα κληρονομούσαν. Πάνω σε αυτή την απώλεια, μόνο ο παππούς Μενέλαος έκανε σχόλια και μάλιστα την ημέρα της κηδείας της Αμαλίας.
«Κρίμα, κρίμα, η αξία αυτών των κτισμάτων μεγαλώνει από ώρα σε ώρα αλλά έτσι είναι, όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες. (Εννοώντας το γάμο του γιου του Ισαάκ με την Αμαλία)».
Να λοιπόν μέσα στον πυρήνα της οικογένειας, τα αιώνια ψέματα, η έχθρα οι συγκαλύψεις και τα κουκουλώματα και η ευυπόληπτη μάσκα των κοινωνών της.
Ευλογημένος βλαστός τυχερής συγκυρίας καταρχήν τα παιδιά, καταλήγουν οι χάρτες που πάνω τους καταγράφεται το παρελθόν, μέσα από την ποταπότητα των πράξεων που σημάδεψαν το DNA τους διαχρονικά και αμετάκλητα.
Αυτή τη μαύρη κι άραχλη των ανεπιτυχώς συμβιώντων ανθρώπων ιστορία, η έφηβη αρχικά και γυναίκα μετά ηρωίδα του μυθιστορήματος Φαιδώρα, με μια μόνο κίνηση, ενστικτώδη, αυθόρμητη, ορμητική, την ξύνει από το δικό της DNA ως ψάρι τα ίδια του λέπια, και μέσα από τις οδύνες , τις επαναξιολογήσεις και τις πράξεις της, δημιουργεί το ανεξάρτητο δικό της «εγώ» συγκρουόμενη σαν ηλεκτρόνιο στα τοιχώματα του πυρήνα του.
Σ' ένα πηχτό σκοτάδι δίνει τη μάχη της, το οποίο όχι μόνο δεν προσπαθεί να διαλύσει, αλλά το κάνει συμπαγές, γιατί μόνο σαν τέτοιο ψηλαφίζεται, μαζί με όλες τις μορφές και τα σχήματα που χαράχτηκαν μέσα του δημιουργώντας το δικό της πεπρωμένο.
Η Φαιδώρα ξηλώνει λοιπόν τα σημάδια του «χάρτη» της, δημιουργεί το δικό της προσωπικό δράμα, έχοντας για συντροφιά τις «θυγατέρες της Νύχτας» που άλλες δεν είναι από τις Ερινύες, για όσα χρόνια διαρκεί η πορεία προς την προσωπική της υπέρβαση, όσα δηλαδή χρόνια ένας άνθρωπος μπορεί να βασανίζεται πριν αναγνωρίσει στον εαυτό του το δικαίωμα της ανεμελιάς και της απόλαυσης.
Η γλαφυρότητα στο ύφος, η περιγραφική δύναμη, τα έντονα συναισθηματικά περάσματα, η…σπίθα της ανατροπής που εξαρχής φεγγοβολά στο έργο, η τολμηρή γλώσσα της παραδοχής και το ξεγύμνωμα της υποκρισίας, δίνουν στην συγγραφέα Γλυκοφρύδη το ανάστημα της κλασικής πεζογράφου, που με μεγάλες καταθέσεις ψυχής και πνεύματος συντηρεί το καθαρό πρόσωπο της λογοτεχνίας, μέσα στο συρφετό των σαπουνοπερικών αναγνωσμάτων και του σεξουαλικού αποπροσανατολισμού.
Δεν επιχειρώ εδώ μια πλήρη παρουσίαση με τα πιο καίρια και δυνατά σημεία αυτού το βιβλίου, καθόσον μόλις πριν από λίγες ημέρες το πήρα στα χέρια μου, αλλά έχω μπροστά μου απεριόριστο χρόνο για να ανακαλύψω τις λεπτομέρειές του, φτάνει να είμαστε καλά, ικανοί και τυχεροί πάντα να ταξιδεύουμε μ' ένα μυθιστόρημα σαν το «οι θυγατέρες της Νύχτας». Απ' αυτό το πρώτο πλησίασμα αποτόλμησα τα ελάχιστα.
Όταν βλέπω τέτοια βιβλία να κυκλοφορούν στα ράφια, αποκαθιστώ εν μέρει τους εκδότες στη συνειδησή μου, έστω κι αν η μεταξύ μας απόσταση αμοιβαία και σταδιακά αυξάνεται.
Να' σαι καλά Κατερίνα για πολλά πολλά χρόνια ακόμα κι άλλα τόσα βιβλία.
