ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΛΥΡΗ - Άρθρα, κριτικές articles, critique

 
refene.com - Homepage
ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΛΥΡΗ - Homepage
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 07-07-02
ΒΑΓΓΙΩ ΒΟΥΡΝΑ 07-07-02
ΚΑΤΙΝΑ ΛΑΤΙΦΗ 07-07-02
ΕΛΕΝΗ ΜΠΑΛΙΟΥ 07-07-02
ΜΑΓΔΑ ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ 07-07-02
Β.Ι.ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ 07-07-02
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 07-07-02
ΜΠΕΡΤ ΜΠΕΡΤΛ 07-07-02
 

 

 

Τάσος Λειβαδίτης

Πεθαίνοντας κάθε μέρα... μιαν ολόκληρη ζωή

 Της Αθηνάς Κακολύρη

ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΑΥΤΟ ΕΧΕΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΙ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΥΓΗ»

 

ΛΕΖΑΝΤΑ:
Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος
Να μοιάζει με τους άλλους.
Κι είναι στιγμές που το κατορθώνει.
Όμως τις νύχτες δεν μπορεί να κοιμηθεί.
Οι μεγάλες φτερούγες του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο.


Της Αθηνάς ΚΑΚΟΛΥΡΗ

|"Και τότε συνάντησα τον Ηλία Πεσκώφ
γνήσιο τέκνο της Μεγάλης Οκτωβριανής
Επανάστασης που δεν έγινε ακόμα..."|
Γεννήθηκε ποιητής κι \έφυγε\ από κοντά μας -νωρίς, στα εξήντα εφτά του- χωρίς παράπονο, περήφανα. Σαν ποιητής! Είχε ήδη από καιρό προετοιμάσει την αποχώρησή του, θα 'λεγες. Βεβαιώνεσαι διαβάζοντας τα τρία τελευταία του ελεγεία: \"Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα", "Βιολέτες για μιαν εποχή"\ και \"Χειρόγραφα φθινοπώρου"\...
Έτσι που έζησε όλη του τη ζωή με τον δικό του τρόπο -καθημερνά, θαρρείς, στις ολονυχτίες της \δημιουργίας\ του- στο σκοτεινό δωμάτιο, δίπλα στο φως της λάμπας ονειρεύτηκε τη ζωή και το θάνατο αμέτρητες φορές. Έτσι που συνδιαλεγόταν καθημερινά με τους χαμένους του συντρόφους -σκιές, ζωντανές πάντα, στη μελαγχολία του φθινοπώρου- για τον πόνο και την αγωνία του για τ' \όνειρό τους\ που δεν εκπληρώθηκε...
Οι φίλοι, οι σύντροφοι, τα όνειρά τους για λιγότερο πόνο και δικαιοσύνη στο γένος του Ανθρώπου -ήταν το βάρος που σήκωνε μερόνυχτα πάνω στην καρδιά του, ψάχνοντάς του τη λύτρωση. Ώσπου τον γονάτισε κι έφυγε κουρασμένος, αφουγκραζόμενος, όμως, μ' εμμονή τι ήθελε να του πει \"το πουλί με τις αλήθειες"\ στα πρωινά του σφυρίγματα απ' τ' αντικρινό κλαράκι της γυμνής κληματόβεργας του Γενικού Κρατικού.
|"Ω, αν καταλάβαινα τι ήθελε να μου πει, ίσως είχα βρει το νόημα του κόσμου"|...

*

\Δεκατρείς\ χρόνους τώρα, στου μούστου τη μοσκοβολιά -εκεί στο τέλος κάθε Οχτώβρη, ο \Τάσος Λειβαδίτης\ συνέρχεται και μας αποζητάει... Κι εμείς \"από ένα χαμένο όνειρο"\ πρέπει \"να φτιάξουμε ένα δρόμο για να συναντηθούμε"\... Στις ταβέρνες του Μεταξουργείου που αγάπησε στάζουμε κρασί - σπονδή από το πρώτο γιοματάρι, για να διώξουμε τη θλίψη του και στην εφημερίδα που στήριξε με τα όνειρά του γυροφέρνουμε τις αγωνίες μας.
|"Οι παλιοί σύντροφοι δεν πέθαναν, αλλά κατοικούν τώρα στο βάθος των δρόμων - όποιον κι αν πάρεις θα τους συναντήσεις"| ("Αθανασία" από τα |Χειρόγραφα του φθινοπώρου|).
\Έζησε\ όλη του τη ζωή σ' ένα όνειρο.
|"Ολόκληρη η ζωή μου δεν ήταν παρά η ανάμνηση ενός ονείρου μέσα σ' ένα άλλο όνειρο...
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ -
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα"|.

Με δυο μεγάλα δακρυσμένα μάτια έψαχνε τη ζωή. Ωραίος, σεμνός, ηθικός, σπαραχτικός μα ολιγόλογος κι απομονωμένος στην αξιοπρέπεια τού... "ηττημένου", να ψάχνει τα λάθη του, αβόλευτος στον εφησυχασμό της \"συλλογικής ευθύνης"\.
|"Μια δειλή πράξη σου σε κάνει να πεθαίνεις..."|
Εκπροσωπεί επάξια τη γενιά του στο όνειρο, στις μάχες, στους κατατρεγμούς. Ο λυρικότερος κι ο πιο στοχαστής των ποιητών της \μεταπολεμικής\ περιόδου, ένας από τους ελάχιστους που τόλμησαν να ψάξουν δηκτικά την ήττα και τις αιτίες της (βλ. |Επιθεώρηση Τέχνης| 1966 και |Αυγή| 8.11.98) μαζί με τον Τίτο Πατρίκιο, τον Μανόλη Αναγνωστάκη, τον Μιχάλη Κατσαρό και ελάχιστους άλλους από τους οποίους ζητώ συγνώμη για την αδυναμία του νου μου αυτή τη στιγμή.
Εξόριστος από το 1947 ώς το 1951. Εικοσιέξι χρονώ στην πρώτη του εξορία: \Μούδρο, Μακρόνησο, Άγιο Ευστράτη\. Από το Νοέμβρη του 1946, που εμφανίστηκε από το περιοδικό |Ελεύθερα Γράμματα|, |δεν πέρασε ούτε μια μέρα χωρίς να γράψει έστω ένα στίχο"|!
Και την υπόλοιπη ζωή του εξόριστος της χαράς και του εφησυχασμού. Μιαν ολόκληρη ζωή πασχίζει για να βρει και να μας \πει την αλήθεια\, ξέροντας πως οι αλήθειες είναι πολλές -πασχίζει να μάθει τη γλώσσα των πουλιών. Άνθρωπε ποιητή, ιστορικέ του αιώνα μας, σε προσκυνώ.
Πες μου τι είδες, στη |Μάχη στην άκρη της νύχτας| (1952) από |Κείνο το αστέρι που είναι για όλους μας| (1952), τις ώρες που |Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου| (1953)... |Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο| (1956) τι |Συμφωνίες| (1957) μελοποίησε! Κι αυτές |οι γυναίκες με τ' αλογήσια μάτια| (1958) τι ήταν για σένα στη ζωή, τι για τον κόσμο μας. Η |Καντάτα| σου (1960) κι η |25η Ραψωδία της Οδύσσειας| (1963) πώς βγήκαν από την καρδιά σου.
Τι γέμισε κείνη την τρίχρονη σιωπή σου, ώς το 1966! Έμπαινες (στα 45) στην ωριμότητα του αντρός ή του ποιητή, κι ήσουν τόσο προσεχτικά ξαναριγμένος στη δράση της ζωής!
Η χρυσή αναλαμπή της ελληνικής αριστεράς σ' έχει στους πρωτοπόρους της. Η \ποίησή σου\ έγινε τραγούδι στις γειτονιές των παιδιών και μας οδήγησε στο όνειρό Σου. Οργώνοντας τις \φτωχογειτονιές\ και τα \μικρά ανήλιαγα στενά\ αυτού του ματοβαμμένου τόπου, στα \χαμηλά σπίτια\ με τους ασπρισμένους τενεκέδες, τα βασιλικά και τα γιασεμιά τους, σταμάτησες και χάιδεψες τα κεφαλάκια των παιδιών. Τους μίλησες για τις ημέρες που ήθελες να 'ρθουν. Ανδρωμένος στου Μεταξουργείου τις γειτονιές αναζήτησε την ελευθερία μέσα από τη \δράση\ και τη \συμπαράταξη\ με τους ταπεινούς της Γης. Στιγμή δεν έμεινε δίχως να ξύνει με την πένα του τις πληγές των σπλάχνων του, για να πάρει άλικο μελάνι. \Ειρήνη\ κι \ανθρωπιά\ ζητούσε για την ανθρωπότητα. Και τα δυο έβγαιναν γι' άλλη μια φορά βασικά... συστατικά της \ουτοπίας\! |"Έτσι, δεν εμπιστεύτηκα σε κανέναν, ένα από τα ωραία μου όνειρα: να πεθάνω για την ανθρωπότητα"| (1987, "Περιπλανήσεις").

*

Πώς να βολευτεί σ' αυτή τη ζωή! Σε μια βιβλιοπαρουσίασή του στην μεταπολιτευτική "Αυγή" κατέληγε -μαγιακοφσκικός ώς την όμορφή του ωριμότητα: |"Άλλωστε, στην έσχατη απόγνωση, που ζει σήμερα ο κόσμος, στον κατακερματισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας, στην εισβολή των βαρβάρων της πολιτικής, της οικονομίας και της τεχνοκρατίας δεν υπάρχουν πια περιθώρια για ωραιολογίες ή εύκολους πειραματισμούς"|.
Και το τελευταίο του παράπονο, αυτού του \"άθεου χριστιανού"\ ("Συμφωνία αρ. 1") που 'ζησε απλά και ταπεινά, με συντροφιά |"ένα παλιό αισθηματικό κερί που έκαιγε πάνω στο τραπέζι"| (να φωτίζει το δρόμο στους χαμένους του συντρόφους) και χιλιάδες αγέννητες λέξεις:
|"Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντάς τους μόνο ένα κόσμο
κι όταν πεθάνω θα 'θελα να με θάψουν σ' ένα σωρό από φύλλα ημερολογίου
για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ό,τι μένει από μας να 'ναι στην άκρη του δρόμου μας
ένα μικρό \μη με λησμόνει\"...|
("Χειρόγραφα φθινοπώρου", 1991)


last updated07/07/2002 11:45:31 πμ
c