ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΛΥΡΗ - Άρθρα, κριτικές articles, critique

 
refene.com - Homepage
ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΛΥΡΗ - Homepage
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 07-07-02
ΒΑΓΓΙΩ ΒΟΥΡΝΑ 07-07-02
ΚΑΤΙΝΑ ΛΑΤΙΦΗ 07-07-02
ΕΛΕΝΗ ΜΠΑΛΙΟΥ 07-07-02
ΜΑΓΔΑ ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ 07-07-02
Β.Ι.ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ 07-07-02
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 07-07-02
ΜΠΕΡΤ ΜΠΕΡΤΛ 07-07-02
 

 

 

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι: "Στη μάχη ώς την ύστατη ώρα"

ΛΕΖΑΝΤΕΣ:
Ο Μαγιακόφσκι το 1929 με τους Ντ. Σοστακόβιτς, Β. Μέγιερχολντ και Α. Ροντσένκο

Το τελευταίο σχέδιο του Μαγιακόφσκι. 1930


Της Αθηνάς ΚΑΚΟΛΥΡΗ

|"Ξημερώνει~
Κι εγώ ονειρεύομαι: 'Ω, να γινόταν
μια συνεδρίαση ακόμα,
για να καταργηθούνε
όλες οι συνεδριάσεις!"|
(Οι "Παρα-συνεδριαζόμενοι", 1922)

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι!
Ό,τι απόμεινε από την Οκτωβριανή Επανάσταση! Φυλάξτε το σαν κόρη οφθαλμού, τώρα που οι εποχές μας διψάνε. Μην ξεσκονίζετε στα ράφια - να \ξαναστήσετε\, με τα "καλά τους", παλιούς ηγέτες. Οι ηγέτες είναι μιας χρήσης, οι ποιητές -\οι αληθινοί\- αιώνιας και αιώνιοι!..
Η ποίησή του ήταν η ίδια η επανάσταση! Είναι το \χρονικό\ της. Είναι οι ανάσες της, οι ρυθμοί και οι παλμοί της, οι πληγές της, η έπαρσή της κι η μεγαλωσύνη της. Δείχνει τα λάθη και τις αδυναμίες της, τις κακοδαιμονίες και το ρόγχο της... Γιατί, τότε άρχισε ουσιαστικά το τέλος: Με τις πρώτες "αυτοκτονίες"... Ας μη μας μπερδεύετε πια, μπαγαπόντηδες. Με τοy Μαγιακόφσκι την αυτοκτονία κορυφώθηκε το δράμα μας: η \"επανάσταση έτρωγε τα παιδιά της"\, είπατε. Πάλι θολούρα \Επανάσταση - Κρόνος\ πότε πέτυχε; Κι αυτή η Επανάσταση έπρεπε να πετύχει -ήταν η τελευταία ελπίδα των απελπισμένων όπου γης κι ήταν η ίδια που κοιλοπόνεσε για να γεννήσει ποιητές. Τον \Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι\, εκεί στα 1893 -στο τέλος του ταραγμένου 19ου αιώνα εγέννησε. Καβαλάρης ελεύθερος έτρεχε μες στα δάση της Γεωργίας που ο πατέρας του με πίστη φύλαγε. Βγήκε ελεύθερος και τρυφερός, ονειροπόλος και διψασμένος για στοχασμό, όπως όλοι οι ταγμένοι στ' άστρα ποιητές, σ' όλους τους χρόνους.
Έγινε οραματιστής κι ατσάλινος μες στο καμίνι της Επανάστασης από την πρώτη κιόλας δεκαετία της ζωής του. Με στέρνα πλατιά και δρασκελιές Τιτάνα, προχώρησε ώς τα \τριάντα εφτά\ του. Σαλπιγκτής της και αρχιπρολετάριος - εργάτης της! Η φλόγα κι η ανάσα της έγινε. Το αλεξικέραυνό της στους αιώνες. Φάρος της -πανύψηλος καθώς ήταν κι άβολος- στ' αρχιπέλαγα της γης θα στήνονταν, να δίνει φως στους λαούς της οικουμένης. Γιατί να τον \φάει\ η μάνα του! Ποιος \έφαγε τη μάνα του\ - \την Επανάσταση, ήταν το θέμα\. Κι αυτός πρώτος το ψυχανεμίστηκε και το έθεσε από την πρώτη στιγμή! Δεν περίμενε "να 'ρθουν τα \κάτω, πάνω\". Πυρ! λοιπόν, στους βιαστικούς, τους άβολους, τους άγρυπνους, στους την αλήθεια διαλαλώντας - κηρύσσοντας την αγία. Βλέπουν μακριά, οραματίζονται:
|"Τα ρόδα και τα 'όνειρα'
που βρώμισαν πια οι ποιητές
σε νέο φως θα λουστούνε...
Άνθιζε γη, σε σπορά και σε θέρο.
Για σένα ήταν των επαναστάσεων
η ματόβρεχτη Ιλιάδα.
Των λιμασμένων χρόνων
η Οδύσσεια για σε!"|
("150.000.000". 1920-21. Εμφύλιος)
Αυτή τη ζωή ήθελαν οι ποιητές της επανάστασης για τους λαούς και γι' αυτό τάχτηκαν δίπλα στους ηγέτες της που την υποσχέθηκαν. Κι ο \Μαγιακόφσκι\ -από τις πρώτες στιγμές του στη Μόσχα (13 χρονώ ορφανεμένος από πατέρα)- \είναι\ μέσα σ' αυτόν τον λαό. Ζυμώνεται μαζί του στην εφηβεία του. Γι' αυτόν πάντα θα γράφει: |"Μήτε γνωστούς καν δεν είχαμε εκεί. Τρώμε άσχημα. Σύνταξη 10 ρούβλια... Εγώ κι οι δύο αδελφές μου σπουδάζουμε... Τα δωμάτια χάλια. Ζούσαν φοιτητές, φτωχοί. Σοσιαλιστές. Θυμάμαι - ο πρώτος 'μπολσεβίκος' που μου έλαχε - ο Βάσια Καντελάκι. Διαβάσματα: Δεν παραδέχομαι ολότελα τη λογοτεχνία. Φιλοσοφία. Χέγκελ. Φυσιογνωσία. Αλλά κυρίως μαρξισμός..."| (Αυτοβιογραφία του, 1922-28).
Τον Δεκέμβρη του 1918 πρωτοδημοσιεύει στην "Τέχνη της κομούνας" της Πετρούπολης το |"Διαταγή στη στρατιά της τέχνης"|:
|"Οι γερόντοι, τα ίδια πράματα
διηγούνται -
ιστορίες βαρετές.
Σύντροφοι εμείς!
Στα οδοφράγματα
Να κερδίσουμε τις ψυχές (...)
Αρκετά αργοπορήσαμε \φουτουριστές\ -
με άλματα στο μέλλον που μας καλεί.
... Δεν αρκεί να συντάσσεται ζευγαρωτά
κατεβάζοντας στα παντελόνια τις τιράντες.
Των καιρών το βιβλίο
το χιλιόφυλλο,
δεν τραγούδησε την επανάσταση ακόμα.
Φουτουριστές μου εσείς, παλιόφιλοι,
τυμπανοκρούστες και ποιητές, στους δρόμους!"|

*

\Ποιους\ να ενοχλούσε, τότε, το \ταμπούρλο\, απ' εκείνους που παράμερα συντάσσονταν αναμένοντας την έκβαση των γεγονότων, για να πιάσουν τις πένες "κατόπιν εορτής".
Τον \Οχτώβρη του 1917\ ήταν από τους πρώτους που δεν είχε κανέναν ενδοιασμό: "Να την αποδεχτώ ή να μην την αποδεχτώ; Τέτοιο ερώτημα για μένα (και για τους άλλους φουτουριστές της Μόσχας) δεν υπήρχε. \Είναι δική μου επανάσταση.\ Πήγα στο Σμόλνι. Δούλεψα. Ό,τι λάχαινε. Αρχίζουν τις \συνεδριάσεις\.
Κείνη \"τη μέρα της μεγάλης Επανάστασης"\ -γράφει κι η αδερφή του \Λιούντα "Για τον Βλαντιμίρ"\, μετά τον άδικο χαμό του- "ο Βολόντια βρισκόταν στο Σμόλνι, στο επιτελείο των μπολσεβίκων, όπου για πρώτη φορά είδε τον Λένιν από κοντά... Στις αρχές κιόλας του Νοέμβρη, πήρε μέρος σε σύσκεψη συγγραφέων κ.ά. καλλιτεχνών, που συγκάλεσε η νέα σοβιετική εξουσία. Πήραν μέρος 5-6 άτομα, γιατί άλλοι δεν ήθελαν \ν' αναγνωρίσουν\ τη σοβιετική εξουσία κι άλλοι \κρατούσαν στάση αναμονής\. Στη σύσκεψη αυτή πήραν επίσης μέρος ο \Ν. Μπλοκ\, ο \Β. Μέγιερχολν\, η \Λ. Ρέισνερ\". (σ.σ.: οι υπογραμμίσεις δικές μου, με την άδειά σας)
\Είκοσι τεσσάρων\ χρόνων, λοιπόν, στην επανάσταση -αν διαβάστε τη \βιογραφία\ και την \ποίησή\ του σ' αυτά τα χρόνια- \φτασμένος\. Δημιούργημα του \Μπουρλιόζ\ -ενός από τους πρωτομάστορες του αγώνα της διανόησης- που τον ανακάλυψε στη Σχολή Καλών Τεχνών! Φτασμένος μα \αβόλευτος\ κι \άγρυπνος "για τη μάχη ώς την ύστατη ώρα"\! Κυλούν οι φλόγες του ξαγρυπνώντας στους δρόμους, τις πλατείες, πάνω από τις στέγες.
\"Αρχίζουν οι συνεδριάσεις"\, επισημαίνει, την πρώτη ανησυχία του, από τις πρώτες ώρες της Επανάστασης ακόμα! "\Για τους κινδύνους της γραφειοκρατικοποίησης\", υπογραμμίζει ο \Πέτρος Ανταίος\, ένας από τους μεταφραστές του στην Ελάδα, \και\ στην πρόσφατη έκδοση των εκδόσεων "Οδυσσέα". Γιατί δύο βιβλία κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία φέτος για τον πρώτο μάρτυρα του Οχτώβρη. Το άλλο είναι από τα Ελληνικά Γράμματα -γραμμένο από τον λογοτέχνη \Μήτσο Αλεξανδρόπουλο\. Κι οι δύο έζησαν πολιτικοί πρόσφυγες στη Σοβιετική Ένωση πάνω από 35 χρόνια. Εκεί μελέτησαν και τη ζωή και την επανάσταση και τους Ρώσους κλασικούς για να καταλάβουν -φαντάζομαι- τον Μαγιακόφσκι. Σ' αυτά να προσθέσουμε και την παλιότερη έκδοση του \Θεμέλιου\ με μεταφράσεις του \Αντώνη Βογιάζου\, σε άρθρα του Μαγιακόφσκι για την \"Επανάσταση και Τέχνη"\, καθώς και τις πρώτες εκδόσεις του \Οδυσσέα\ μεν μετά το 1974, αλλά να σημειώσουμε ότι στην πλειοψηφία τους αυτές οι μεταφράσεις βασίζονται και στις παλιές αποδόσεις του μοναδικού μας \Άρη Αλεξάνδρου\, του \Ρίτσου\ και του \Ελύτη\, του \Κουλουφάκου\, στις εκδόσεις Διογένης του \Σαραντή\, του \Πάρνη\, του \Παππά\ και του \Άρη Δικταίου\.
Ο Π. Ανταίος μάς πληροφορεί ότι η πρώτη αυτή \ανησυχία\ του Μαγιακόφσκι κορυφώνεται λίγο αργότερα στο ποίημα "Παρασυνεδριαζόμενοι" και σε πλήθος άλλα ποιήματα, καθώς και στα θεατρικά έργα των τελευταίων χρόνων της ζωής του. Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην "Ιζβέστια" το Μάρτιο του 1922: Όπως αναφέρει ο \Α. Λουνατσάρσκι\, "το ποίημα αυτό έκανε να γελάσει πολύ ο \Βλαντιμίρ Ίλιτς\ που επαναλάβαινε συχνά μερικούς στίχους".

"Δεν είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς, \όταν ξέρει λίγο τα πράγματα\, έναν αυτόχειρα Ντοστογιέφσκι", γράφει ο Μ.Α.
Για τον Μαγιακόφσκι γιατί τόση σύγχυση;! Κι από τους "εχθρούς" κι από τους "φίλους" \θαμμένος\ από χέρι. Οι \κοντινοί\ του \δεν ξέρανε\ καλά τα πράγματα;! Κι αυτοί που διαιωνίζουν -72 χρόνους τώρα- από εξουσία σε εξουσία το \"Ρομάντζο"\ του... σοσιαλιστικού ρεαλισμού, μήπως διευκόλυναν τελικά τις εξουσίες να εφαρμόζουν τη real politique στη... διαχείριση της Επανάστασης...
|Τι τόλμη να λέγεσαι ποιητής
και -τιποτένιος- να τιτιβίζεις
σαν ορτύκι!|

Ποιοι να ουρλιάξουν για την \ασφάλεια\ και τη \σιγουριά\ του πολίτη, αφού οι \ποιητές\ εκτελούνται για τροφή και οι σαλίγκαροι της \οδού Κουζνέτσκι\ τραγουδάν ακόμα! Ποιοι να \δουν\ τις πόλεις που η μια μετά την άλλη \καίγονται\ από τον... ξιγκιασμένο (πλέον) \Ουϊλσον\! Αφού δεν κατάλαβε - ούτε κι ο Τρότσκι- \γιατί\ ο Μαγιακόφσκι έβαλε τον \Ιβάν\ του \"μπροστά στα σπαθιά και τις μπιστόλες" του πρώτου, να \"κρατεί το χέρι μέσα στο ζωνάρι"!\
Τι τους φώναζε αυτός ο... σιχαμένος φουτουριστής! Και τους θύμωσε τόσο, για να φορέσουν τα γυαλάκια τους και στην κρίσιμη ώρα του, πέρα να σφυρίζουν! Κι ο Λουνατσάρσκι, ακόμα...
Η \"απλοϊκότητα"\ της \"περίσσιας λαϊκής φαντασίας του\, κι \όχι\ η \"μποεμαρία"\ του, ήταν που τον έκανε (τον Μαγιακόφσκι) να \βλέπει\ τόσο μακριά, σύντροφε μάρτυρα \Λεό Τρόσκι\. Και ευτυχώς που "\δεν\ τα πέρασε από \εσωτερική επεξεργασία\", γιατί \έτσι\ ΘΑ "\καταβρόχθιζε την ιδέα χωρίς ν' αφήσει ίχνη\" και ΘΑ \"τη σκότωνε τόσο στο καλλιτεχνικό\, όσο και στο \πολιτικό πεδίο\", συγχωρέστε μας την αδύναμη τόλμη -εμάς, που \ηγέτες\ δεν είμαστε, ούτε \διανοούμενοι\, "ντατσαρισμένοι" και αραχτοί, στην υπηρεσία όποιας επανάστασης βρεθεί μπροστά μας. Χθες βράδυ στη \"φωλιά"\ των \"χαμένων ποιητών"\ είχαμε σύναξη κι όχι αχτίφ. Γίναν πολλοί και τους πονάω...
Σαν να μου λένε, \πορεύεσαι\ χρόνους με κάποιους και λες: |"Τρεις χιλιάδες πλακάτ κι έξι χιλιάδες λεζάντες βάψαμε μαζί. / Ποίηση ανώτερου επιπέδου κάναμε"|...
Είναι αδελφή ψυχή. Μοιραστήκαμε την κουραμάνα μου. Διαβάσαμε τα ίδια βιβλία. Με κοίταξε κατάματα. Κοκκίνισε στη ντροπή. Δεν μπορεί, θα είναι κι αυτός ποιητής. Έτσι το λέμε εμείς, οι αμύητοι στις \ένοχες σιωπές\ και τα τιτιβίσματα των ενταγμένων κοτσυφιών. Εμείς που την αλήθεια τρέχουμε να βρούμε από στοά σε στοά κι από βιβλίο σε βιβλίο. \Να πετάξεις το πέπλο που μας χωρίζει από την αλήθεια είναι ο δρόμος για να φτάσεις στη σοφία\, μου ψιθύρισε κάποιος δίπλα μου. Κι ο \Μαγιακόφσκι\ -σπάνιο- μας χαμογέλασε!
Ο Μαγιακόφσκι ήθελε τον φίλο - σύντροφο, να \κουβεντιάζει\ μαζί του ξεκάθαρα, όπως με τον ήλιο στην \ντάτσα\ στο \Πούσκινο\, όπου ζωγράφιζε πυρετώδικα τα πανώ της Επανάστασης.
Ήθελε τη γυναίκα ίσα του, να κουβεντιάζει μαζί της \"φρύδι με φρύδι"\ (αδημοσίευτο ώς το 1956 το \Γράμμα\ του \στην Τατιάνα Γιακόβλεβα\, που αγάπησε στο Παρίσι το 1928).
Το \1929\ γράφει το ποίημα \"Άσχημα"\. Μας λέει: "Όλ' αυτά που ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου: Είναι μέρος της εξαιρετικά σοβαρής Ιστορίας μου. Πράγμα που απαιτεί να γράψω γι' αυτά. Και θα γράψω".
Το ποίημα δεν γράφτηκε. Ίσως το βρίσκουμε στον \"Κοριό"\ και το \"Λουτρό"\, στα δύο τελευταία θεατρικά του έργα... που κυνηγήθηκαν μεθοδικά. Όπως κι η... "αποτυχημένη" έκθεση της 20χρονης δημιουργίας του, δέκα ημέρες πριν αυτοκτονήσει, υπό την υψηλή προστασία - κλοιό της Κα-Γκε-Μπε.
Η μοναξιά πολύ βαριά, όταν χάνεις ή δεν μπορεί να σου μιλήσει δίπλα σου ο φίλος!
Γιατί \"σκότωσε χιλιάδες αγέννητες λέξεις;"\ (ρώταγε ο \Αλ. Παναγούλης\ το φθινόπωρο του 1974, θαρρώ, σε διάλεξή του για την \Ποίηση και Πολιτική\, στο Πνευματικό Κέντρο Στοά του Πειραιά), \"τινάζοντας τα μυαλά του στον αέρα"!\ Και δεν περίμενε απάντηση από τους ακροατές του που τον δέχονταν \"μαχητή"\ για την ελευθερία και το δίκαιο. Την ήξερε την απάντηση εκείνος...
Ο \Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι\, ο γιος της Επανάστασης, που 'γινε άντρας βυζαίνοντάς την κι έμεινε παιδί οραματιζόμενος ότι ξαγρυπνά δίπλα στου σύμπαντος τον ήλιο: |"Το τούμπανο βαρωνίας της άλλης μέρας..."
Είδε την \Επανάσταση\ να περπατάει \γυμνή\! Την \αθάνατη αγαπημένη\ του ταπεινωμένη! Η \"ύστατη και κρίσιμη μάχη"\ εχάθη, αδέρφια! Αυτός που δεν έπλεκε \"ύμνους περιπαθείς"\ ούτε \"στον Λένιν"\ και "στις μάχες "\δόξαζε\ κι \έβλεπε\ τα εκατομμύρια - \τα εκατομμύρια τραγουδάω\", ετάχθη με τη μοίρα τους. Δεν περιορίστηκε να \"τιτιβίζει"\ σ' ό,τι του... \"αναλογούσε"\! Θεληματικά, στις \14 Απριλίου 1930\ το μεσημέρι, δεν προσχώρησε \"ν' ανταμωθεί με τους τυφλούς"\, μα τίναξε τα ωραία του μυαλά στους αστερίες. Από κει μας μιλά:
|"Προφέσορα,
βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου!
Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω
για τον καιρό μου
και για μένα"|.
(Λίγες μέρες πριν, στα αποτυχημένα \εγκαίνια\ για τα 20χρονα της τέχνης του, υπό την... υψηλή προστασία - κλοιό της Κα-Γκε-Μπε!)

|"... Εγώ -στο αναγνωστήριο των δρόμων-
κάθε τόσο ξεφύλλιζα τόμους φέρετρα.
...
Βλέπω το Χριστό να το σκάει μέσ' απ' την εικόνα
και την άκρη του ανεμοδαρμένου χιτώνα του
να τη φιλούνε κλαίγοντας οι λάσπες...
Ήλιε!
Πατέρα μου!
Εσύ, έστω - λυπήσου με, μη με τυραννάς!
Στο φλεγόμενο ουρανό
η ψυχή μου ανεμίζει σαν κουρέλι...
Χρόνε!
Εσύ έστω ο κουτσός μπογιατζής
ζωγράφισε τη μορφή μου
στο τέμπλο αυτού του σακάτη αιώνα!
Μόνος είμαι σαν το τελευταίο μάτι
που πάει ν' ανταμωθεί με τους τυφλούς".|


last updated07/07/2002 11:40:32 πμ
c