ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΛΥΡΗ - Άρθρα, κριτικές articles, critique

 
refene.com - Homepage
ΑΘΗΝΑ ΚΑΚΟΛΥΡΗ - Homepage
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 07-07-02
ΒΑΓΓΙΩ ΒΟΥΡΝΑ 07-07-02
ΚΑΤΙΝΑ ΛΑΤΙΦΗ 07-07-02
ΕΛΕΝΗ ΜΠΑΛΙΟΥ 07-07-02
ΜΑΓΔΑ ΤΣΙΡΟΓΙΑΝΝΗ 07-07-02
Β.Ι.ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ 07-07-02
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ 07-07-02
ΜΠΕΡΤ ΜΠΕΡΤΛ 07-07-02
 

 

 

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ Α.Κ ΠΟΥ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΕΧΕΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΙ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΥΓΗ»

 ΕΑΡΙΝΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ…

 Ελένη Μπάλιου: Σιγά το ξημέρωμα…

Εκδόσεις ΠΡΟΠΟΜΠΟΣ

               Στις μέρες της ποθητής μεταπολίτευσης τοποθετεί την αφήγησή της η συγγραφέας. Για μια θέση στον ήλιο αγωνίζεται η Μαρίνα, η ηρωίδα του πεζοτράγουδου ζωής της Ελένης Μπάλιου. Τόσο απλό, μα όταν είσαι μια σταγόνα στον ωκεανό των αφανών που προσπαθούν το ίδιο, ξέρουμε πόσο τραγικά δύσκολος είναι ο δρόμος…Κι η ηρωίδα, στο «Σιγά το ξημέρωμα…», είναι από καλή γενιά.

Το λέει η ψυχούλα της! Γιατί, στις διάφορες δυσκολίες που τη βρίσκουν, ή που…γυρεύοντας – λόγω γονιδίου- βρίσκει, δε σκύβει το κεφάλι. Σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, με σπασμένες μύτες ή ξεσκισμένα γόνατα και καρδιά ανηφορίζει, πέφτει και ξανασηκώνεται. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει για τον άνθρωπο παρά αυτός που της δίδαξαν οι δάσκαλοί της εκείνοι που της κράτησαν ψηλά, έξω απ’ το νερό, το κεφάλι, τις στιγμές των μεγάλων ΝΑΙ και των μεγάλων ΟΧΙ της ζωής. Ο Καζαντζάκης και ο Ελύτης, ο Σεφέρης κι  ο Έλλιοτ, ο Λειβαδίτης κι Πάουντ, ο Λουντέμης- που μετρήσανε μαζί τα άστρα στο ξεκίνημα κι ο δάσκαλός της στα νυχτερινά όπου πάλευε να πάρει δύναμη- μετά το μόχθο της ημέρας απ’ τα δώδεκά της. Σ’ αυτόν κι αφιερώνει το πρώτο της βιβλίο. Στη μνήμη του. Στον εξαίρετο δάσκαλο- εμψυχωτή των παιδικών ονείρων, Γιώργο Καραβά και «τους λίγους εκείνους καθηγητές που αποτελώντας την εξαίρεση μ’ έκαναν να πιστέψω στον εαυτό μου και τις δυνάμεις μου», γράφει στην εισαγωγή η συγγραφέας.

Η οποία, με την πρόσφατη παρουσίαση και της ποιητικής της δημιουργίας στο Δίαυλο από την Ενωτική Πορεία Συγγραφέων, στην Εαρινή συνάντηση ποίησης γένους… θηλυκού, μας άδραξε τις καρδιές – στις τραγικές ημέρες που πορευόμαστε και μας έσυρε στο πρώτο χρέος και στην πρώτη γραμμή της πορείας:

            «Σε πόσους κόσμους δικαιούται κανείς να ζει; /αυτόν τον ένα μας τον πήραν/και μπήκανε στη θέση των κάμπων οι πληγιασμένες μορφές των καιρών./

Μια σκάλα καθόδου γεμάτη λεκέδες θυτών και θυμάτων./ Παιδιά στο πλατύσκαλο βουτάνε τα δάχτυλα στο αίμα και ζωγραφίζουν ψωμιά(…)/ύστερα βυθίζουνε τα νύχια τους στην πράσινη μπόχα  και τρώνε…

/Σε θέλω μέσα μου να κατοικείς, με τα δρεπάνια της οργής.

 

         Ασυμφωνία σε «Ρε» Μείζονα- ο πρώτος πυρήνας που σχημάτισαν τα κύματα της ζωής και της «μεταπολίτευσης» γύρω από την εφηβεία της Μαρίνας- άλλοι απ’ το εργοστάσιο, άλλοι απ’ τα θρανία του νυχτερινού και της ζωής: «Τα πιτσιρίκια στο σπίτι που δουλεύει έσπασαν το βάζο με το μέλι την ώρα που αυτή έβγαινε βιαστική από την πόρτα. Τη γύρισαν πίσω(…) Δεν πρόλαβε. Το ότι είναι κι αυτή ένας άνθρωπος με ατομικές υποχρεώσεις και το ότι ξενύχτισε στο φως των κεριών γι’ αυτό το διαγώνισμα, μιας και η ΔΕΗ της έχει από μέρες κόψει το ρεύμα, για τους εργοδότες της δεν σημαίνει τίποτα…Τη βλέπουν σα γαϊδούρι που το σουβλίζεις να δουλέψει μέχρι να σκάσει, ενώ αυτή δεν έχει μετά απ’ όλ’ αυτά μάθει ακόμα να φέρεται αα γαϊδούρι. Και τώρα το πληρώνει ξανά.»

         

             Και θα το πληρώνει και θα το ξαναπληρώνει σ’ όλη της τη ζωή. Σαν το Σίσυφο…Στις δουλειές, στα θρανία, στις φιλίες, στον έρωτα:

--«Η κοινωνία μας είναι φαλλοκρατική και πρέπει να προσαρμοστείς κάποτε σ’ αυτήν και να σταματήσεις να μας το παίζεις αναρχικιά», της το’χε ξεκόψει από το ξεκίνημα ένας συμμαθητής της, που η Μαρίνα «τον είχε βαφτίσει Ιονέσκο» μα δίπλα σ’ αυτό του είχε φορτώσει κι ένα σωρό άλλα κοσμητικά: γλείφτης, βουτυρόκολος, χάνος, φασιστοειδές, μελλοντικός διαστροφέας παιδικών ψυχών.

 

             Γραφή καθάρια, μυαλό ξουράφι, χωρίς περιττές επιδιώξεις. Διεισδυτική στους  ανθρώπινους χαρακτήρες που αναδεικνύει με τέχνη…και στις σχέσεις μεταξύ τους. Γλείφει το αλάτι που απομένει ακόμα κι από την υποκρισία ή την προδοσία στον έρωτα. Προχωρεί. Δεν έχει αδιέξοδα γραφής, παύσεις…παλίρροιες και αμπώτιδες είναι η γραφή της Ε.Μπάλιου σαν τη ζωή την ίδια. Σαν το κύμα που ξέρεις πως θα ξαναδροσίσει τα γυμνά σου πόδια αν επιμείνεις να σ’ αρέσει η περισυλλογή στις ακρογιαλιές. Σε παγώνει και σε χαλαρώνει. Πολυεπίπεδη αφήγηση και πολυπρόσωπη σαν τη ζωή μας, ακριβώς: με κύκλους, σκαμπανεβάσματα, κορυφώσεις μοναδικές. Σαν την αληθινή τέχνη.

 

          Μ’ ένα μπαούλο – όπως το φευγιό της από την πρώτη προδοσία- κατρακυλάει μια ζωή στις σκάλες και τους δρόμους ψάχνοντας μάταια για ταξί, με σφιγμένα δόντια και το δάκρυ πνιγμένο στο λαρύγγι της για να μη βγει στα μάτια, αλλά στη φωνή: «Να παίξουμε το παιχνίδι με τους όρους σου(…), να το δεχτώ κι εμπράκτως πως έτσι θα είναι η ζωή μου από δω και πέρα, μια ανέλπιδη συναισθηματική ευθυγράμμιση με παρεμβολές κλεμμένων απολαύσεων. Να…».

 

           Αναζήτηση της γνώσης. Ανυποχώρητη, μ’ αγωνία κι ένστικτο μελετάει τη ζωή που της δόθηκε. Απορρίπτει ό,τι την αποσπά, έγκαιρα: Όσο κι αν το…αντιμάχεται από ένστικτο, δικαιώνει σε κάθε της κίνηση εκείνον «τον στοχοβαρεμένο Θεοφίλου»,

που δεν είναι άλλος από το δάσκαλο της ζωής της συγγραφέας μας και η άγια μνήμη του που θα ζει πάντα βαθιά της:

--…Έψαξα μιαν αλήθεια που με οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στην απόγνωση.

---Σταμάτα τις ερωτήσεις του τύπου «προς τι», (….) της είχε πει ο Θεοφίλου την προηγούμενη χρονιά, και όταν την είδε να μπαίνει μέσα στην τάξη με το κεφάλι σκυμμένο, της το ξαναθύμισε: -Κάτσε κάτω, Μαρίνα, και πάψε να βασανίζεις το μυαλό σου. Μέσα σ’ αυτά τα ανεπαρκή, ούτως ή άλλως βιβλία με τις χρονολογίες τα ρητά και τους επικήδειους, βρίσκονται οι απαντήσεις που ζητάς. Μάθε Ιστορία για να καταλάβεις αυτή τη χώρα και τους ανθρώπους της. Μέσα από τη γενικευμένη αδικία και τα ομαδικά λάθη, πάρε τα διδάγματα και τα παραδειγματά σου. Μέσ’ από την ακμή και την παρακμή, τα πώς και τα γιατί κατάλαβε τις αρχές της δημοκρατίας…

Κάτσε κάτω Μαρίνα κι αγάπησέ μας όπως σ’ αγαπήσαμε κι εμείς…».

 

           Έτσι, έμαθε ότι όσες φορές και να πέσεις τόσες φορές θα ξανασηκωθείς, για να συλλαβίσεις το Θεοφιλό-πεμπτο τέλος του βιβλίου: «Ανταποκρίσου στην πρόκληση της αναγνώρισης. Κάνε τώρα τη ζωή σου όνειρο. Μπορείς.» Και να πλησιάσεις τους άλλους «με μεγάλες απλωτές» ψυχικής αντοχής…

Η γραφή της Ελένης Μπάλιου προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις. Θέλει να εξαγνιστεί στη γενιά της για όλους τους «χαμένους» μπροστά στη νύχτα που πλάκωσε τη νιότη τους. Κι όμως, υπάρχει ξημέρωμα, μας φωνάζει, όσο το Αστέρι του Βοριά θα προβάλλει κάθε χάραμα κι ο άνθρωπος θα σηκώνει το κεφάλι στον ουρανό θα βρίσκει διέξοδο για νέα ξημερώματα…

Σε αυτές τις μέρες που οι μπανιστηρτζήδες περίσσεψαν, σφυρηλατημένη δρομέας φάνηκε στη στροφή της σύγχρονης πεζογραφίας μας η Ελένη Μπάλιου. Κι «είναι από μαύρη πέτρα κι είναι απ’ όνειρο. Θαλασσόλυκος. Κι η αρχή έγινε πια,  Κορίτσι μου.

Καλό ταξίδι τρελοβάπορο… καλό ταξίδι.

                                                                                                  Αθηνά  Κακολύρη

                                                                                              26 Απριλίου 2002

 

          


last updated07/07/2002 11:39:57 πμ
c