ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΙΔΕΡΗ
Πέρασε ένας χρόνος από το θάνατο της αξιόλογης και σημαντικής
συγγραφέως και ποιήτριας, Ελληνίδας μετανάστριας και θεματοφύλακα
της ελληνικής παράδοσης στην Ολλανδία, Δήμητρας Σιδέρη.
Παρά το ότι βιβλία της έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα εδώ και
πολλά χρόνια, ελάχιστοι πήραν είδηση το περασμά της. Κι
αυτό γιατί η Δήμητρα, δεν ήταν άνθρωπος των υψηλών τόνων
και του στόμφου, των κυκλωμάτων και της προβολής, η Δήμητρα
υπήρξε το φως που έπεσε πάνω στις αθέατες ομορφιές του Έλληνα,
και η ψυχή της μέχρι το τέλος ήταν δοσμένη στον αγώνα της.
Ένας αγώνας που για χρόνια υπήρξε μαζικός, για να καταλήξει
στο τέλος η προσωπική υπόθεση μιας μορφής ευγενικής, αξιοθαύμαστης,
και άγνωστης ωστόσο στον πνευματικό κόσμο της Ελλάδας, ποιος
ξέρει γιατί.
Η Δήμητρα πέθανε γιατί δεν μπορούσε να συνεχίσει τον αγώνα
της. Πέθανε γιατί δεν μπορούσε πια ν' ακουστεί το μαντολίνο
της, πέθανε γιατί οι φίλοι και παλιοί συναγωνιστές αποξεχάστηκαν
στις βαθιές πολυθρόνες των γραφείων τους, πέθανε γιατί ένιωθε
πως η παρουσία της ενοχλούσε τις τύψεις τους, και πέθανε
γιατί ένιωθε πως πια δεν μπορεί να προσφέρει σε κανέναν.
Η Ουτρέχτη της Ολλανδίας την θρήνησε με σημαίες μεσίστιες,
μνημόσυνα, ανάγνωση κειμένων της και προβολή της ζωής και
του σημαντικότατου έργου της. Οι Έλληνες της Ολλανδίας,
αλλά και οι Τούρκοι, οι Ιρακινοί, οι Λιθουανοί, οι Παγκιστανοί,
οι Κούρδοι, την έκλαψαν σαν πραγματική μάνα.
Όλους τους είχε χωρέσει η καρδιά της, και ακόμα ακόμα, το
σπίτι της.
Αν η Μελίνα ήταν ακόμα στη ζωή, θα είχε θρηνήσει περισσότερο
από κάθε άλλον ίσως, το θάνατο της Δήμητρας. Γιατί ήταν
η μόνη που θυμόταν ακόμα τι θα πει Σιδέρη, αυτή και η Δανάη
Στρατηγοπούλου, που υπήρξε φίλη της μέχρι το τέλος.
Έτσι κι αλλιώς, η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της αδελφή των
ανθρώπων, ανάλωσε όλη της τη ζωή στην υπόθεση της αδελφοσύνης,
ανάλωσε και τα τελευταία κύτταρα της σκέψης της. Και ήταν
μια σκέψη υγιής, κόντρα στις συνθήκες της ζωής της, και
κόντρα στην ασθένεια που τα τελευταία χρόνια τη βασάνιζε.
Είχα την τύχη να γνωρίσω τη Δήμητρα τα τελευταία χρόνια
της ζωής της, και παρά τη διαφορά της ηλικίας μας, δεν με
άφησε στιγμή να πιστέψω πως μιλώ με μια αποστασιoποιημένη
από τα πράγματα υπερήλικη, με μια υπερήλικη, με μια κυρία
που μας χωρίζει το χάσμα των γενεών, ή που στηριζόμενη στα
χρόνια της αξιώνει τον σεβασμό, όπως κάνουν οι περισσότεροι
από ένα σημείο και μετά.
Από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας, με ένιωσε, έζησε
και είδε, σαν αδελφή και μου εκμυστηρεύτηκε τον πόνο της.
Και ποιος ήταν ο πόνος της;
"Τα παιδιά μου κρατούν απόσταση από μένα, με έχουν
βγάλει στο περιθώριο, αλλά δεν φταίνε αυτά. Εγώ φταίω και
δεν έχω κανένα δικαίωμα να παραπονιέμαι. Δεν τους αφιέρωσα
αρκετό χρόνο, έτρεχα πάντα έξω, να φυγαδεύω πολιτικούς εξόριστους,
να παραυρίσκομαι στις συγκεντρώσεις, και απεργίες πείνας,
ομάδες πολιτικές απο δώ, πολιτιστικές από κει, είχα βλέπεις
δημιουργήσει και την ομάδα των ελληνικών δημοτικών χορών,
να βρίσκω τις στολές, να κανονίζω παραστάσεις, να παίζω
και μουσική στα γηροκομεία.
Έβλεπα Ελένη τους υπερήλικες να κάθονται σε μια καρέκλα
κοιτάζοντας στο πάτωμα κάτω, με τα χέρια σταυρωμένα και
το βλέμμα χαμένο, και είπα στον άντρα μου το Νίκο. (Πόσα
δεν έκανα με το Νίκο μου για τους πρόσφυγες. Από τότε που
έφυγε πήρα κι εγώ την κάτω βόλτα. Πενήντα χρόνια σύντροφοι).
Του είπα λοιπόν :
"Είναι απαράδεχτο, δεν το πιστεύω πως δεν υπάρχει ζωή
μέσα σ' αυτούς τους ανθρώπους. Ας κάνουμε κάτι, ας τους
ξυπνήσουμε". Αρχίσαμε λοιπόν να πηγαίνουμε δυο φορές
την εβδομάδα και να τους παίζαμε μουσική, βαλς, ταγκό, παλιά
και καινούργια τραγούδια. Δεν μπορείς να φανταστείς το πως
άλλαξαν. Χόρευαν, γελούσαν, πήραν τ' απάνω τους διοργάνωναν
εκδρομές, σαν θεούς μας περίμεναν. Γλέντια να δεις.
Ξέρεις τι κάνω τώρα Ελένη; Στην Ολλανδία όταν γυρίσω ξέρεις
που θα είμαι; Καθισμένη στην καρέκλα της τεως ψυχαγωγικής
αίθουσας του γηροκομείου, απλό καθιστικό τώρα, να κοιτάζω
με τα χέρια σταυρωμένα, το πάτωμα κάτω. Πάνε όλα. Κανείς
δεν κάνει τίποτα πια για τα γεροντάκια κι εγώ είμαι μια
απ' αυτούς."
Ποιος ήταν ο πόνος της;
"Έσβησα το τηλέφωνο σήμερα από το βιβλιαράκι μου, του
τάδε και της τάδε. Ποιος ο λόγος να έχω την ατζέντα μου
γεμάτη; Αυτοί έχουν ξεχάσει και πως υπάρχω κι εγώ τους κρατούσα
εκεί μέσα, ίσα για να θυμούμαι ότι τους γνώρισα."
Ο τάδε και η τάδε, είναι ονόματα μεγάλα, με βάρος παρουσίας
στα πνευματικά και πολιτικά πράματα της χώρας μας. Ο τάδε
και η τάδε, έμειναν στο σπίτι της πολλές φορές, είτε κυνηγημένοι
από τη Χούντα, είτε γιατί έπρεπε να τους βρει διαβατήριο
για να περάσουν σε άλλη χώρα, είτε γιατί έπρεπε απλώς να
ξοδέψουν κάποιες μέρες περαστικοί από κει, είτε και γιατί
υπήρξαν σύντροφοι στον κοινό σκοπό που γι' αυτήν δεν τέλειωσε
μετά την επταετία της Χούντας στην Ελλάδα, αλλά υφίστατο
μέχρι το τέλος.
Ο κοινός σκοπός. Οι πανανθρώπινες ιδέες. Η μεγάλη αδελφοσύνη.
Το μεγάλο κοινό μαράζι.
"Κι αν η μισή μου η καρδιά γιατρέ βρίσκεται εδώ πέρα,
η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται... και, πάντα η καρδιά μου
στην Ελλάδα τουφεκίζεται".
"Έσβησαν τώρα όλα Ελένη, πάνε...Δεν υπάρχουν ιδανικά.
Ώρες αναρωτιέμαι, τι κάναμε; Μια τρύπα στο νερό κάναμε.
Μια τόση μεγάλη τρύπα σαν αυτή του Όζοντος που έκανε τον
ήλιο να μας τσουρουφλίζει το όραμα".
Μου είπε την τελευταία φορά που ήρθε στην Ελλάδα. Ύστερα
μου εξέφρασε την ανησυχία πως ίσως αυτή να είναι η τελευταία
φορά που βλεπόμαστε. "Μπορεί μέχρι του χρόνου και να
μην είμαι σε θέση να ταξιδέψω. Γι' αυτό ας πούμε αντίο εδώ
κοριτσάκι μου" μου είπε. Πέθανε, δυο μήνες αφότου γύρισε
στην Ολλανδία, Δεκέμβρη του 2000. Θυμάμαι της τηλεφωνούσα
για να της πω Καλά Χριστούγεννα, και κανείς δεν σήκωνε το
τηλέφωνο.
Και γω σου λέω Δήμητρα πως έβγαλες το έργο όχι μιας, μα
δέκα ζωών τα χρόνια του μισεμού σου στην Ολλανδία. Πως έγινες
πρότυπο ανθρώπου για την Ελένη αυτή εδώ. Ορόσημο και μέτρο
για κάθε ματαιόδοξη προσδοκία, και πως χιλιάδες άνθρωποι
σηκώνουν το ποτήρι στη μνήμη σου, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη
προσφορά σου στον άνθρωπο, στα ελληνικά γράμματα, και στην
ελληνική παρουσία, άσχετα αν η ασθένεια δεν σ' άφησε να
πεις όσα είχες ακόμα να πεις και να δώσεις. Όχι εδώ εντάξει.
Όχι ακόμα εδώ. Ίσως και ποτέ εδώ. Μα τα ξέρεις τώρα τα πράματα
πως ήταν ανέκαθεν στην Ελλάδα. Ανακαλύπτουμε τις ελπίδες
όταν έχουν πεθάνει. Τους λόγους της περηφάνειας μας όταν
δεν υπάρχουν. Και θυμόμαστε, τότε και μόνο που πρέπει να
υπερβούμε την ασημαντοτητά μας, με μια αναφορά στα ονόματα
αυτών που μας τίμησαν.
Έχω να πω τόσα για σένα. Θα μπορούσα να μιλάω μέρες και
μέρες, θα μπορούσα, να μη σταματήσω μέχρι να σε "αλφώσω"*
μετά θάνατον ξανά με τους παλιούς σου συντρόφους. Αυτούς
που σε ξέχασαν, αυτούς που καμώνονται πως δεν σε ξέρουν.
Αλλά δεν έχει νόημα να επικαλείται κανείς ανύπαρκτα πράματα.
Ψυχή και συνείδηση τα είχες μόνον εσύ, αξιοπρέπεια και αυτάρκεια
που άφησες εδώ πάνω, στον πάγκο με τα κειμήλια και τους
παλιούς θησαυρούς, που οι λίγοι μα γνώστες συλλέκτες, ξέρουν
ν' αναγνωρίζουν.
Για κείνο το έργο που άφησες πίσω σου σαν άνθρωπος, δεν
ξέρω πως να σ' ευχαριστήσω. Ξέρω πως υπάρχει μια πόλη στην
βόρεια Ευρώπη, η Ουτρέχτη, που οι άνθρωποι στο άκουσμα της
λέξης Έλληνας, χαμογελούν φιλικά, σου ανοίγουν την καρδιά
και τα σπίτια τους. Κι αυτό το χρεώνω σε σένα.
Ξέρω πως οι Ολλανδοί τιμούν τους Έλληνες συγγραφείς, περισσότερο
απόσο οι Ελληνες στην Ελλάδα. Κι αυτό πάλι το χρεώνω σε
σένα. Πολλά έχω να σου χρεώσω, και τα ελληνικά τραγούδια
που ακούγονται στις γιορτές, το ελληνικό χορευτικό συγκρότημα
που είναι πια μεγάλο, και ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη. Τελειωμό
δεν έχουν αυτά.
Μα εγώ θέλω να μιλήσω τώρα για το συγγραφικό σου έργο.
Που το χαρακτηρίζει η νοσταλγία, η προσπάθεια, η διατήρηση
της ανθρώπινης αξίας, το ήθος, και η αισιοδοξία που ξεπετάγεται
μέσα από τη σκληρή συχνά πυκνά μοίρα των ηρώων σου.
Συγχώρεσέ μου την όποια μου συναισθηματική φόρτιση, το ίδιο
και συ φίλε αναγνώστη, ο λόγος της Δήμητρας Σιδέρη όμως,
δεν έχει καμιά σχέση με τα λογοτεχνικά τερτίπια της δεξιοτεχνικής
γραφής, είναι λόγος της καρδιάς και της μνήμης, κι έτσι
νομίζω θα επιθυμούσε και η ίδια να γίνει γνωστός προς τα
έξω.
(συνεχίζεται)
* Ως παράγωγο του "Αλφωθήκαμε (Αδελφωθήκαμε)"
που είναι ο τίτλος ενός βιβλίου της.
συνεχίζεται

για
να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ