για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ

 

Από την ποιητική συλλογή της Δήμητρας Σιδέρη που εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ, το 1995 υπο τον τίτλο, ΥΠΑΡΧΩ.


Λίγα λόγια για την ποίηση της Δήμητρας.

Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη η γνώμη του Κώστα Καραχάλιου που προλογίζει αυτή την ποιητική συλλογή της Δήμητρας Σιδέρη: "Πιστεύω πως δεν χρειάζεται πρόλογος για μια ποίηση που μιλάει ίσια στην καρδιά και τη σκέψη του αναγνώστη, που ο δημιουργός της έχει βαθιά συνειδητοποιήσει εκείνο που αισθάνεται και θέλει να πει, κι έχει την τόλμη να το πει και την τέχνη να το εκφράσει με τον δικό του, τον ολότελα προσωπικό λόγο, χωρίς περιστροφές, σκοτεινούς υπαινιγμούς και περιττούς φιλολογικούς διάκοσμους."
Διάβασε λοιπόν φίλε αναγνώστη τις "αδρές μαρτυρίες της Δήμητρας, γεμάτες από πτυχές των τραγικών εθνικών και κοινωνικών περιπετειών του λαού μας, και των συνεπειεών τους. Είναι, ξεχωριστά για κείνους που υποχρεώθηκαν να εκπατρισθούν, η πίκρα και η μοναξιά του ξενιτεμού, η νοσταλγία της πατρίδας και της νεότητας, ακομα κι όταν η θύμησή τους φέρνει πόνο. Είναι η στέρηση αγαπημένων προσώπων, η αγάπη και η τρυφερότητα για τα πιο κοντινά απ' αυτά, απλωμένη σ' όλο τον κόσμο που πάσχει, αγωνίζεται και ελπίζει. Είναι, πίσω και πάνω απ' όλα, ο ξεριζωμός και η μεταφύτευση σε ξένα χώματα, όπου οι χώροι και οι άνθρωποι, όσο κι αν θέλεις και προσπαθείς να οικειωθείς μαζί τους, όσο κι αν δείχνουν φιλόξενοι, ή και είναι πραγματικά φιλόξενοι, δεν είναι δυνατό να γίνουν τα βουνά και τ' ακρογιάλια, τα δέντρα και το φως του τόπου σου, οι βασανισμένοι μα ολοδικοί σου άνθρωποι.
Κ. Καραχάλιος"

ΣΤΟ ΝΙΚΟ

Θά' θελα να μικρύνω
να γίνω ένα τίποτα
για να μπορέσω να σε φτάσω
να φιλήσω την ψυχή σου
αγαπημένε μου.

Να σου χαρίσω όλους τους ήλιους
και νά' ρθω να καθήσω κοντά σου
στιγμές ατέλειωτες
Χωρίς να μιλάω.

Κι όταν θα κλαίω
όταν θα κλαίω
μέσα στις φούχτες σου,
να' ναι γιατί η καρδιά μου
και η ψυχή μου
κι ολόκληρη εγώ
μαζί μ' εσένα
έγιναν ένα,
και δε μπορείς
ούτε εσύ ούτε κι εγώ
να ξεχωρίσουμε
ποια είναι η δική σου ψυχή
και ποια η δική μου.

Ουτρέχτη 1970

ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

Καλώς ήρθες φίλε,
καλώς ήρθανε όλοι οι φίλοι,
όχι πως μας λείψατε ποτές,
μα πως να στο πω,
γέμισε ο ήλιος με φως
γεμίσαμε κι εμείς με φως.

Γιατί έχουμε καιρό
να δούμε τον ήλιο φίλε,
έχουμε καιρό να τον δούμε να λάμπει.

Θα λάμψει. Δεν θα λάμψει
κάποτες και για μας
χωρίς τελειωμό
ο ήλιος φίλε;
κι ανάμεσα στο φως του
δε θα φυτρώσουν γαρίφαλα;

Κάτι τρανά
κατακόκκινα γαρίφαλα
που το πικρό χαμογέλιο τους
θα λάμπει χαρούμενο
κι αυτό σαν το φως,
μιας και θα βρίσκονται
μέσα στο τόσο φως
και σε τόση ευτυχία;

Αθήνα 1952

ΥΠΑΡΧΩ

Βρέχει...βρέχει
μέρες...βδομάδες
ασταμάτητα,
έξω από το παράθυρό μου
το τοπίο ίδιο
εδώ και είκοσι χρόνια

Πράσινο γρασίδι
τα δέντρα,
τα σπίτια
με τις γαλαρίες μπαλκόνια
και τα παράθυρα
με τ' άσπρα τα κουρτινάκια
κλειστά

Κάτω
μουριές,
μαύρα, άσπρα μούρα,
κουκούλια στα τελάρα
πάνω στα μουρόφυλλα
για το μετάξι.

Φραγκόσυκα
η θειά Καλλιόπη
καθισμένη στο πεζοδρόμιο
έξω από την Άη Γιώργη
να τα καθαρίζει.

Μια χαρακιά στη μέση
μια απ' το κάτω μέρος
μια απ' το πάνω
και να, το φραγκόσυκο
γυμνό και μυρωδάτο,
και να τα
δέκα στη δεκάρα.

Εδω
Βρέχει... βρέχει ακόμα
και η θάλασσα μαύρη,
φουρτουνιασμένη
κι ο ήλιος ακριβοθώρητος.

Θυμάμαι.
Οι ροδιές δίπλα στο πηγάδι
και οι Κυδωνιές στο φράχτη
ψητό κυδώνι
κυδωνόπαστο
Κυδώνι γλυκό με μύγδαλο.
Η ελιά, η ελιά
το λιόδεντρο
μια θέση θρόνος
κι όλος ο κάμπος από κάτω
μ'ελιές και τ' αμπέλια
και η θάλασσα.

Η μαύρη ελιά
η χαρακτή
η πράσινη η τσακιστή
η θρούμπα
το μάζωμα
το τίναγμα, τα λιόπανα,
και η καρεδένια πετσέτα στο χώμα,
το βρεγμένο παξιμάδι
και το κρεμμύδι
και η φέτα το τυρί
και η ελιά, η ελιά.

Οι λεύκες, οι ψηλόλιγνες λεύκες
να ξαπλώνεις στον ίσκιο τους
και ν' ακούς το τραγούδι τους
φσσσσ, φσσσσ, φσσσσ...
Τα φύλλα τους να χορεύουν
αγκαλιά με τον ήλιο
τ' ασήμι κι ο ήλιος
ο ήλιος και τ' ασήμι
και να κολυμπάς
να λούζεσαι μες στ' ασημόφωτο.

Η μυγδαλιά, η μουσμουλιά
οι πορτοκαλιές κι οι λεμονιές
να ζαλίζεσαι από τη μυρουδιά
των λουλουδιών τους
την Άνοιξη.

Στους μπαξέδες
το πορτοκάλι
κομμένο στα τέσσερα με τη φλούδα
για μεζέ με κόκκινο μπρούσκο κρασί
και δίπλα
η μακριά σειρά με τα κυπαρίσσια
κι απο κάτω
η θάλασσα με τ' άσπρα βότσαλα.

Εδώ οι ματανάστες
τα παιδιά
στο Ελληνικο σχολείο
"Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ"
Σαρακατσάνα
Θρακιώτικα, Ηπειρώτικα,
η "ΣΙΔΕΡΑΙΝΑ"
δυο γιους, δυο βλαστάρια,
κορώνες μου.

Έχω δυόσμο και μάραθο στον κήπο μου
και βασιλικό στη γλάστρα
έχω τσικουδιά και ούζο
αρνί στη σούβλα το Πάσχα
και τσουρέκια
και κόκκινα αυγα.

Το σπίτι μας
μια όαση ζεστασιάς κι αγάπης
για τους μονάχους
τους πικραμένους αδερφούς μας
τους Έλληνες της ξενητειάς.

Η Χριστίνα, η Γεωργία,
ο Δημήτρης, ο Βασίλης,
ο Κώστας, ο Μάκης
ο ΣΙΔΕΡΗΣ κι η ΣΙΔΕΡΑΙΝΑ.

Μπουζούκι, κιθάρα, ούτι, κλαρίνο,
μερικές δεκάδες τετραγωνικά μέτρα
κι όλη η Ελλάδα μέσα
κι οι χαρές κι οι καημοί και τα πάθη.


Τα χαμόμηλα κι οι παπαρούνες
ένα μεγάλο λειβάδι
κι εσύ πεσμένη ανάσκελα
με τα χέρια ανοιχτά
κι ο ήλιος από πάνω σου
ο άντρας, ο ήλιος, η ζωή, ο έρωτας.


Ο βραδινός περίπατος στην παραλία,
ωραία αγόρια, ωραια κορίτσια,
πέρα δώθε, πέρα δώθε
κλεφτές ματιές
κρυμμένες λαχτάρες
και πλατς-πλατς η θάλασσα
κι ο ψαράς με το πυροφάνι
και με το καμάκι για χταπόδια
κι απέναντι να λαμπυρίζουν
τα φώτα από το γριγρί
κι ο φάρος του Τσιρίγου.


Εφτά μήνες χειμώνας
κρύο, παγωνιά, έξω και μέσα
να μη ζεσταίνεσαι με τίποτα
κρύα τα χέρια σου
κρύα κι καρδιά σου.

Το πότισμα τ'απομεσήμερο
στο μποστάνι,
μελιτζάνες, κολοκύθια, πιπεριές,
ντομάτες, μπάμιες.
Κι ανάμεσά τους ο δυόσμος
να μοσχοβολάνε όλα
και το κατάξερο χώμα
να ρουφάει το νερό και ν' ανασαίνει.

Ο γυρισμός απ' τα χωράφια
στο ηλιοκάθισμα
μπροστά τα ζα
πίσω οι άνθρωποι
ξεκοφτά στο πλάι οι ίσκιοι.

Το καταμεσήμερο του καλοκαιριού
η λυσσαλέα ώρα του μεσημεριού
ίδια σκύλα που γοργανασαίνει βαθιά,
τα φίδια να σέρνονται,
τα φιδοτόμαρα να γυαλίζουν
το ηλιόφλογο.

Και πιο ψηλα
στα χέρσα χωράφια π' ανηφορίζουνε
ασπάλαχτρα, αγκάθια,
αθάνατα με τις λόγχες τους τεντωμένες,
σπερδούκλια, τσουκνίδες,
φραγκοσυκιές, αρκουδόβαρα
όλα έτοιμα ν' αντισταθούνε
με την έχθρα τους
στο άγγιγμα του ανθρώπου.

Το εκκλησάκι ψηλά
στην κορφή των γρανιτένιων βράχων
με τις φωλιές των γλάρων
και τα αυγά από τα πετροπούλια.

Ένας άσπρος σταυρός
με φόντο τη θάλασσα, την απέραντη,
και το χαρουπόδεντρο στην άκρη
τίποτ' άλλο...
κι εσύ μόνη
με το θεό να σε κρατάει απ' το χέρι
και να σου λέει σιγανά
"μη μιλάς, κοίτα, κοίτα
σ' αγαπώ".

Οι μανιάτισσες
οι στιγνές, οι λιανές
οι "ξερές φραγκοσυκιές",
η Λιού, η Πετρού, η Δημητρού,
η Κυριάκαινα, Η Κυριακούλαινα,
η Καπετανόνυμφη, η Κακοσόνυφη,
με τους πόνους τους
και τα μοιρολόγια τους.

Πέθανα στις 23 Αυγούστου του 1955 στην Ελλάδα.
Γεννήθηκα, τρεις μέρες αργότερα, στις 26 Αυγούστου
του 1955 στην Ολλανδία,
σε ηλικία 32 χρόνων.
Ουτρέχτη 1975


Η μέρα, η νύχτα
η νύχτα, η μέρα
η μια πίσω απ' την άλλη,
τρέχουνε ασταμάτητα

Δεν σ' αφήνουνε να ησυχάσεις,
ακολουθείς κι εσύ
κι όταν σταματήσεις
έχασες το δρόμο.

Ως εκεί ήτανε

μη ρωτάς το γιατί
εκεί θα μείνεις
και θα εξαφανιστείς,
εκεί στην άκρη
του δρόμου του μεγάλου,

του δρόμου
Που δεν τελειώνει ποτέ.

Δυο λουλούδια,
τα πουλάκια,
έχω πιάσει σχέση
μ' ένα περιστέρι,
έρχεται και τρώει τα ψίχουλα
μέσα απ' την παλάμη μου
το χαϊδεύω και δε φεύγει.

Που και που
περνάει κάποιος,

περνάει κάθε μέρα
έξω απ' το παράθυρό μου

Κουνάω το χέρι μου
κι αυτός μ' αντιχαιρετάει,
όμως δεν τον γνωρίζω,
δεν ξέρω τι χρώμα
έχουν τα μάτια του
Ολλανδός είναι η ξένος;

Κάθε μέρα είμαι μόνη.

Στα εβδομήντα μου χρόνια
είμαι ολομόναχη.

Κάθε μέρα σκέφτουμαι
το μεγάλο δρόμο
τον ατέλειωτο δρόμο.

Δεν υπάρχει έλεος.

Ουτρέχτη 18.12.1992

Δώς' μου το χέρι σου
Φίλη μου,
Φίλε,
Στην καρδιά μου απάνω
Ν' ακουμπίσεις,
Στην παιδική
Γερασμένη καρδιά μου,
Να την ακούσεις να χτυπάει...

Αύριο, μεθαυριο,
Κάποτε, θα σταματήσει,
Όσο γίνεται,
Όσο πάει,
βοήθησέ με
να μπορώ
να σου μιλάω,
να σου γράφω
και να σου εύχομαι κάθε χρόνο…
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ
Ο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ.

Με χέρι σταθερό,
με το μυαλό ξεκάθαρο,
όσο μπορώ,
όσο πάει…

Βοήθησέ με,
για να σε βοηθήσω
με την αγάπη μου
και την έννοια μου
για σένα,
και τον άλλον,
για όλο τον κόσμο…

Όσο μπορώ…

 

  για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ