για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ

 

Σικελιανός συνέχεια....3  

Σχόλιο αντιγραφέως: Επειδή περίμενα μια κάποια συμμετοχή απο πλευράς αναγνωστών με πρόσθετα στοιχεία κι από άλλες πηγές σε σχέση με τη ζωή και το έργο του ποιητή, άργησα να προχωρήσω τη συνέχεια με τα αποσπάσματα που παραθέτω από το βιβλίο του κυρίου Π. Πρεβελάκη.

Εξακολουθώ να  βρίσκομαι στο νησί όπου δεν υπάρχουν βιβλιοθήκες  και συνεχίζω το αφιέρωμα από το ίδιο βιβλίο που έτσι κι αλλιώς μας δίνει αρκετές πληροφορίες για τον συγγραφέα και την εποχή του.  

Εύα Πάλμερ. 

Τον  Αλαφροϊσκιωτο ο ποιητής τον θεώρησε ο ίδιος σαν την αυθεντική απαρχή του λυρικού έργου του, και τον συνέδεσε μ’ ένα γεγονός που επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα ζωή και δημιουργία του. Το γεγονός αυτό είναι η μοιραία γνωριμία του με την Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, (1874-4.6.1952) που υπήρξε η πρώτη του σύζυγος. Η Εύα άκουσε να γίνεται λόγος για τον Άγγελο όταν η αδερφή του η Πηνελόπη της απάγγειλε στο Παρίσι μερικά παιδικά του ποιήματα. Ο αδερφικός ενθουσιασμός μεταδόθηκε στη ευφάνταστη ξένη, που με την αρχαιολατρία της και την καλλιτεχνική αγωγή της ήταν προετοιμασμένη να θαυμάσει τον θεόμορφο νέο. Ήρθε στην Ελλάδα με την ακράτητη επιθυμία να γνωρίσει τον ποιητή που παιδί ακόμα έγραψε τέτοια ποιήματα. Έμεινε στο σπίτι της Ισαντόρας Ντώνκαν της διάσημης χορεύτριας. Η αδελφή του Σικελιανού είχε παντρευτεί τον Ραϋμόνδο Ντώνκαν, αδελφό της χορεύτριας. Ο Άγγελος και η Εύα πρωτοσυναντήθηκαν στο σπίτι αυτό, αγαπήθηκαν από την πρώτη στιγμή κι αποφάσισαν να παντρευτούν. Μα πριν το γάμο εκείνος έπρεπε να φύγει για την Αίγυπτο αφού έτσι είχε απ’ τα πριν προγραμματιστεί να γίνει, σε συμφωνία με τον αδελφό του Μενέλαο που έμενε εκεί. Μαζί με άλλους Αιγύπτιους και Άγγλους ο Μενέλαος οργάνωσε μια εκδρομή στην Λιβυκή έρημο, όπου έστησαν σκηνές κοντά σε μιαν όαση. Εκεί ο νεαρός ποιητής που είχε το ξεχωριστό του τσαντήρι κι έναν μικρό Αιγύπτιο για υπηρέτη, έγραψε τον Αλαφροίσκωτο «μέσα σε μια βδομάδα» την «άνοιξη του 1907».

Η Εύα, είχε φύγει με την Πηνελόπη από την Αθήνα για την Λευκάδα όπου έμεινε σαν θυγατέρα κοντά στους γονιούς του Άγγελου, περιμένοντας την επιστροφή του. Όταν ο ποιητής γύρισε στο νησί του, ένα πρωινό «στις  οχτώ  η ώρα», βρήκε την ερωτευμένη γυναίκα  «πετσί και κόκαλο. Έως τις εννιά (...) είχε αποκτήσει χρώμα, μια ζωντάνια απέραντη...» Τον ίδιο χρόνο 1907, στις 9 Σεπτεμβρίου, ο Άγγελος παντρεύτηκε την Εύα στην εκκλησιά του Άγιου Παύλου στο Bar- Harbor, Maine (Ε.Π.Α). Οι νιόπαντροι γύρισαν ύστερα από ένα μήνα στην Ελλάδα. Διέμειναν αρχικώς στη Λευκάδα, στο νησάκι του Άι Νικόλα, και ύστερα στην Αθήνα. Ο Άγγελος, στα δυο χρόνια που ακολούθησαν τη συγγραφή του Αλαφροϊσκιωτου, επεξεργάστηκε το ποίημα, προσθέτοντας το τελευταίο μέρος για την «Χρυσόφρυδη», και τέλος το δημοσίευσε (μαζί με τις «Ραψωδίες του Ιόνιου») σε επιβλητική έκδοση το Φεβρουάριο του 1909 (Τυπογραφείο Π.Δ Σακελλαρίου, Αθήνα.) Τον ίδιο χρόνο γεννήθηκε ο μοναχογιός του. Ποιός ήταν ο πνευματικός προσανατολισμός του ποιητή, το δείχνει το μυθικό όνομα Γλαύκος που έδωσε στο τέκνο του. Το μαρτυρούν επίσης οι τίτλοι τρών ομιλιών που έκαμε στην Αθήνα το Φεβρουάριο του 1909: «Κήρυγμα ηρωισμού», «Παν ο μέγας»,  «Ο ομηρικός Οδυσσέας».

Ο «Αλαφροϊσκιωτος»  

Ο Αλαφροϊσκιωτος είναι ένα μακρό ποίημα χωρίς αφηγηματική πλοκή, συνθεμένο απο 60 μικρές ενεπίγραφες ενότητες. Αριθμεί 2.293 στίχους και είναι χωρισμένο σε δυο μεγάλα μέρη (1.186+1.049 στίχοι), με ένα σύντομο (58 στίχοι) «διάμεσο ύμνο» με τον τίτλο «Ψάπφα».

Από έναν «αλαφροϊσκιωτο», δηλαδή άνθρωπο που βλέπει τα αόρατα, δεν περιμένει κανείς αυστηρή λογική ακολουθία. Προσδοκά, αντιθέτως, αποκαλύψεις για πράγματα που υπερβαίνουν την κοινή νόηση. Ο τύπος του αλαφροϊσκιωτου συναντάται τόσο στις λαϊκές παραδόσεις, όσο και στην έντεχνη ποίηση:  

Αλαφροϊσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί’δες;

Νύχτα γιομάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.

Αλλά η λέξη «αλαφροϊσκιωτος» είναι σήμερα φορτισμένη από ευρύτερο νόημα. Υπό τη γαλλική λέξη Le Voyant έχει τεθεί ως γνωστό, ένα κεφάλαιο της νεώτερης ευρωπαϊκής πόησης, αφότου ο νεαρός Αρθούρος Ρεμπώ, έστειλε στον Paul Demeny, το Μάιο του 1871, την περιλάλητη επιστολή όπου ζητούσε από τους ποιητές να μεταβληθούν και μάγοι και αλχημιστές του πραγματικού. Η ποίηση, κατά το Γάλλο ποιητή, οφείλει να εκφράζει άρρητα βιώματα, και μάλιστα ν’ αποβαίνει όργανο γνώσης των υπεραισθητών. Οι ρομαντικοί είχαν προηγηθεί ως προς την ιδέα του υψηλού προορισμού του ποιητή. Ο Βικτόρ Ουγκώ, σ’ ένα του ποίημα του 1839, καλεί τους λαούς «ν’ ακούνε τον ποιητή, τον ιερό ονειροπόλο». Οι συμβολιστές των αρχών του αιώνα πίστεψαν και κείνοι ότι ο ποιητής μετέχει σε εμπειρίες που άλλοτε ανήκαν στους μάντεις και τους μυστικούς. Η αποστολή του είναι να μεταδίδει άγνωστα φρικιάσματα από την επικοινωνία του με την υπερβατική πραγματικότητα. Ο Φρειδερίκος Νίτσε εξανίσταται επίσης κατά της «τυραννίας του αληθινού». «Πρέπει να μπορούμε κάθε τόσο να ξαποστάζουμε από την αλήθεια μέσα στο μη-αληθινό, αλλιώς η αλήθεια θα μας γίνει βαρετή, ανήμπορη και άνοστη.» Τελικώς αναφωνεί: «Αχ, αν οι ποιητές έστεργαν να ξαναγίνουν αυτό που ήταν άλλοτε: Μάντεις που μας λένε κάτι γι’ αυτό που μέλλει να συμβεί(...) Άμποτε να μας κάμουν να προαιστανθούμε εκπυρωμένους ουρανούς και γαλαξίες του ωραίου. Που βρίσκεστε σεις, αστρονόμοι του ιδανικού;»  

Ο Σικελιανός προσχωρεί, μαζί με πολλούς άλλους συγχρόνους του, στο διονυσιακό κίνημα. Από κείνη τη στιγμή, ο βίος του δεν εμφανίζεται πια ως διαδοχή ποικίλων εμπνεύσεων, αλλά ως συνεχής διονυσιακή μέθη.

«Ο Ποιητής –λέγει- διαισθάνεται πως ζει, κι από παιδί, σε μυστική συμβίωση με το Παν.» Οφείλει λοιπόν να φτάσει «Τόλμα τε και σθένει και θρασεία πνέων καρδία στην κατάγνωση της μείζονος ζωής και της ψυχής του και του κόσμου». Από το βασικο τούτο αίτημα προσδιορίζεται η απόλυτη στάση του μέσα στη ζωή. Η δημιουργική πράξη του είναι εκδήλωση θεμελιακού ενστίκτου. Το δημιουργημά του ισοδυναμεί με αυθόρμητη διάχυση της ψυχής του, χωρίς κανέναν ειδολογικό περιορισμό. Τούτο εξηγεί γατί ο Αλαφροϊσκιωτος δεν ανήκει σε κανένα λογοτεχνικό είδος. Είναι ένας ποταμός από εντυπώσεις, αναμνήσεις και συναισθήματα, που ξεχύνονται με θεϊκή αμεριμνησία.

Επισκόπηση του «Αλαφροίσκιωτου»  

Η πρώτη ενότητα του ποιήματος φέρει τον τίτλο «Γυρισμός».

Ο νεαρός αλαφροϊσκωτος ποιητής γυρίζει στο νησί του από την ξενιτιά ή από τον Κάτω Κόσμο, ως μετεμψύχωση αρχαίου εφήβου. Τη δεύτερη εκδοχή την επιτρέπουν ορισμένοι στίχοι του ποιήματος. Απευθυνόμενος εξάλλου στην Αθηνά «Ύμνος στη Γλαυκομάτα», ο ποιητής περαίνει τον ύμνο του»

Για σένα εγώ ξανάζησα

κ’ έχω από σε το αθάνατο

κορμί μου ξαναπλάσει.

Σε άλλη ευκαιρία «Η Συνείδηση της γης μου» Λ.Β.Γ΄ 56) ονομάζει τον εαυτό του «αρχέφηβο», δηλαδή ενσάρκωση αρχαίου ανθρώπινου τύπου. Όπως και νά’ ναι, ο γυρισμός του δεν έχει για κείνον μικρότερη σημασία από τον «νόστο» του ομηρικού ήρωα μετά την περιπλανησή του στα πέλαγα και την καθοδό του στον Άδη.  

Σα να πέρασα

το στερνό του Οδυσσέα ταξίδι,

όλα τ’ άφηκα πίσω μου

Πως αφήνει ένα ντύμα το φίδι.  

Ο έφηβος που επιστρέφει αρχίζει τη νέα ζωή του μ’ έναν «ιερό, λιονταρίσιο ύπνο» στην αμμουδιά του νησιού του, για να ξυπνήσει σε λίγο αναπαμένος και ν’ ανακαλύψει τον κόσμο με την ορμή των αρχαίων για την πλήρη ζωή. Αυτά που ανακαλύπτει είναι, πρώτα απ’ όλα, τα στοιχεία: ο ήλιος, η θάλασσα, ο άνεμος. Αναγνωρίζει το Ιόνιο και την «ελεύτερη γη του». Η αναφορά του στο στερνό ταξίδι του Οδυσσέα δεν είναι τυχαία. Ο Αλαφροϊσκιωτος μέλλει να συναντήσει τους δυο πρωταγωνιστές των ομηρικών επών, -τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα,- ν’ ακούσει το «βαθύ λόγο» του γενάρχη των ποιητών και να νιώσει την παρουσία του, κατα το προηγούμενο του Σολωμού (στην «Ονειροφαντασιά»)

Κι ως κάποιο χέρι αόρατο

μου ακούμπησε στον ώμο*

κ’ έλεα πως κάποιον οδηγώ

τυφλό στο νύχτιο δρόμο.  

......................................

Η πατρίδα του Αλαφροϊσκιωτου είναι κατοικημένη από θνητούς, αλλά και από αθάνατους θεούς και ήρωες: Την Αθηνά, τον Όμηρο και τη Σαπφώ, που κατά το θρύλο γκρεμίστηκε από τον κάβο το Λευκάτα. Ο νεαρός ποιητής στρέφεται προς αυτούς, οδηγημένος από το ένστικτο και μαντικό πνεύμα του.

Ο Αλαφροϊσκιωτος διαπλάσσεται από τα αιώνια στοιχεία που τον περιβάλλουν. Το φως τον αποπνευματώνει, αλαφρώνει τη σάρκα του, κάνει διάφωτο το κορμί του. Του φαίνεται ότι λάμπει ολόκληρος και ότι ανεβαίνει ανάλαφρος στον αιθέρα. Το θάμβος που νιώθει να τον τυφλώνει δεν οφείλεται μονάχα στον ήλιο, αλλά και στην παρουσία των θεών, την ίδια παρουσία που υφίστανται οι έφηβοι της πομπής των Παναθηναίων, στη ζωφόρο του Παρθενώνα, που όσο πλησιάζουν προς το σύνθρονον των αθανάτων, τόσο θαμβώνονται και υψώνουν την άκρη (το «πτερόν» ) από τη χλαμύδα τους για να προφυλάξουν τα μάτια τους.

Έχει παρατηρηθεί ότι οι άνθρωποι της στέπας κατευθύνουν οριζοντίως το βλέμμα τους. Η επίπεδη και άμυθη γη τους, ελκύει τα μάτια τους προς την έκταση. Αντιθέτως, μια ορεινή χώρα κατοικημένη από θεούς και με κινούμενο ουρανό  σε κάνει να κοιτάζεις ψηλά. Ο Αλαφροϊσκιωτος υψώνει κατακόρυφα τη ματιά του: προς τους θεούς, την Άνω Ελλάδα και τα βουνά του νησιού του. Οι ανήφοροι τον καλούν. Μερικοί από τους τίτλους των ενοτήτων που απαρτίζουν το ποίημα είναι χαρακτηριστικοί: «Ψηλότερα» (σ. 109)  «Ανέβασμα και πόθος» (σ. 115) «Βουνά» (σ.117) Από τις βουνοκορφές ο Αλαφροϊσκιωτος επισκοπεί τη γη του και ανασυνθέτει στο νου του το μόχθο του λαού.

Παντού ο λαός*  και ανέβηκα

όσο ανεβαίνει η μέρα,

για να χαρώ το διάπλατο

του απάνω κόσμου αγέρα.

.....................................

Παντού ο λαός* και λάτρεψα

και στη λαχτάρα μου είπα:

«Βάλε το αυτί στα χώματα».

Και φάνη μου πως η καρδιά

της γης βαριά αντιχτύπα.

(Ι 258-70)  

Ο Αλαφροϊσκιωτος θεωρεί το λαό άξιο μυστικής λατρείας: ο λαός είναι διακάτοχος αδιάφθορης σοφίας, φορέας του θείου και του μαγικού νόμου. Τα λόγια των βοσκών είναι «βαθύγνωμα» και «μεγάλη η δυναμή τους» (ΙΙΙ 27-28.  

Μα απ’ όλους πιο στοχαστικά

Ακούαμε το μεσόκοπον

Αντρίτη γελαδάρη.

Το μέτωπο είχε πιο ψηλό

απ’ τα γελάδια, κ’ ήξερε

Την καθεμιά αλλαξοκαιριά,

Το δρόμο από τ’ αστέρια,

στη φλούδα σα να διάβαζε

του πεύκου, και στο σύγνεφο,

και στης βραδιάς τ’ αγέρια...

(ΙΙΙ 39-48)  

Λαός για το Σικελιανό σημαίνει χωριάτης. Ο χωριάτης δεν είναι γι’ αυτόν μια κοινωνική τάξη, όπως λόγου χάρη για τον Μπαλζάκ ή το Ζολά. Είναι η μοχθούσα και αναμάρτητη ανθρωπότητα. Στο κατώφλι του χωριάτη, κατά το Λατίνο ποιητή, η Δικαιοσύνη άφησε τα ύστερα χνάρια από τα πόδια της, την στιγμή που εκγκατέλειπε τη γη.

συνεχίζεται

 για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ