για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ

 

Συνέχεια αφιερώματος

 

Ο Σικελιανός είχε το προαίσθημα ότι συχνά η υγεία «τελειούται εν ασθενεία». Στην πρώτη του ομιλία για τον Παλαμά (Στην αίθουσα του «Παρνασσού» στις 3 Απριλίου 1936, ημέρα αλησμόνητη) είχε πει: ]

«Η ασθένεια είναι το κέντρισμα προς μιαν ανώτερη συνολική ισορρόπηση της έννοιας και της αίσθησης της ζωής. Είναι οι κνησμοί και οι αγωνίες και τα οιδήματα, είναι οι φλογεροί ιδρώτες και τα ρίγη που, κατά τον απόλογο του Πλάτωνα, προηγούνται απ’ το ξεφύτρωμα των ζωντανών και αυθεντικών φτερών στους ώμους της ψυχής».

Στη δεύτερη ομιλία του για τον Παλαμά (στο Θέατρο Κυβέλης, στις 25 Μαίου 1943), όταν είχε ήδη προσβληθεί από την καρδιοπάθεια, επανέλαβε τα ίδια ακριβώς λόγια. Ο Σικελιανός ήθελε να βλέπει την αρρώστια του ως κρίση αναγέννησης, ως θεοδικία απαραίτητη για το πλήρωμα του μεγαλείου του. 

Τούτο ακριβώς μ’ έκαμε να προσέξω μια παράγραφο στις Συνομιλίες του Γκαίτε με τον Έκκερμαν. Τη μετάφρασα και την έγραψα καθαρά σ’ ένα φύλλο χαρτί: «Ενώ οι κοινοί άνθρωποι δεν είναι νέοι παρά μια μονάχα φορά, τα εξαιρετικά πνεύματα έχουν το προνόμιο μιας δεύτερης εφηβείας. Κάθε εντελέχεια είναι τμήμα αιωνιότητας, και τα λίγα χρόνια που διαβιώνει μέσα στο θνητό ένδυμα ενός γήινου σώματος δεν την κάνουν να γεράσει. Αν η εντελέχεια είναι μέτρια από φυσικού της, η νεότητά της δεν κατορθώνει να νικήσει τη φθορά του σώματος που γερνά. Αν, αντιθέτως, είναι ανωτέρου τύπου, όχι μονάχα ασκεί ζωογόνο επίδραση στον οργανισμό που εμψυχώνει, αλλά και προσπαθεί ώστε να υπερισχύσει, σ’ ένα σώμα που το έχουν προσβάλει τα γερατιά, το προνόμιο της αιώνιας νεότητας, που ειναι η μοίρα της. Έτσι βλέπουμε στους εξαιρετικούς ανθρώπους, ακόμα και στα γερατιά τους, να αναβιώνουν εποχές μοναδικής παραγωγικότητας..

Παράδωσα το χαρτί στον άρρωστο Σικελιανό, και κείνος, αφού το διάβασε με φανερή συγκίνηση, το δίπλωσε και το έβαλε στην αριστερή τσέπη του σακακιού του, πάνω στην καρδιά του, σα φυλαχτό.

Εκεί ακριβώς το βρήκε η Άννα μετά την τελευτή του. Το καθαγιασμένο χειρόγραφο το φυλάγω τώρα εγώ σαν κειμήλιο.

 

Το ποιητικό έργο είναι ο καθαυτό βίος του ανθρώπου που το γέννησε. Επομένως, αυτό που ο μελετητής ποθεί να συλλάβει είναι ο άνθρωπος που λυτρώθηκε με το έργο του και έγινε έργο, δηλαδή ο Λυρικός Βίος του, κατά τον εύστοχο τίτλο του συνόλου της ποιητικής παραγωγής του Σικελιανού. Ο βίος και το έργο του ποιητή συναποτελούν το μοναδικό οντολογικό γεγονός που ο μελετητής αγωνίζεται να εννοήσει, και ακολούθως να εκφράσει στη γλώσσα των ιδεών  ό,τι ο νους του συνέλαβε και η καρδιά του αισθάνθηκε. Έπαθλο του αγώνα του είναι η συνολική εικόνα, η «ενότης εν τη πολλότητι».

Στην περίπτωση του Σικελιανού, ο άθλος είναι χαλεπός, επειδή δίπλα στο λυρικό έργο του, όπου η ψυχική του ουσία έχει διαχυθεί χωρίς ενδιάμεσα, υπάρχουν οι τραγωδίες του, όπου ο ποιητής έχει μετουσιώσει τα μύχια βιωματά του σε δρώμενα ζώντων συμβόλων...Παραλείπω να μιλήσω για τα προβλήματα που προκύπτουν από τη φιλολογική έρευνα...

Μακάριος όποιος έχει τον ενθουσιασμό της νεότητας για ν’ αποτολμά τέτοια εγχειρήματα!

                                                                                               Π.Π

 

14-16 Ιουνίου 1984

   

                                         Α΄

 

Ο   Α Λ Α Φ Ρ Ο Ϊ Σ Κ Ι Ω Τ Ο Σ

 

 

             Θα πλάκωνε σκοτάδι

ψυχρό στη γη μας, κι από στέρηση

θε να μαράζωνε η ψυχή, αν πότε-

πότε δεν στέλναν στον απάνω κόσμο

τέτοιους εφήβους οι καλοί θεοί

ν’ αναδροσίσουν τη λαχανιασμένη

των ανθρώπων την άχαρη ζωή!

 

(Χαίλντερλιν, Ο θάνατος του Εμπεδοκλή,

     μετ. Π. Φλώρου, πράξη Α΄, σκηνή 5)

     

Τα πρώτα ποιήματα

   

Κατ’ αξιόπιστες μαρτυρίες, ο Άγγελος άρχισε να στιχουργεί από μικρό παιδί. Όσο προχωρούσε στα γράμματα, που τα διδάχτηκε στο δημοτικό και στο γυμνάσιο της γενέτειρας, (Λευκάδα, έτος γεννήσεως 1884), τόσο συνειδητοποιούσε τον προορισμό του να ερμηνεύσει τον φυσικό κόσμο που τον περιέβαλλε. «Κάποιο αγνό μιμόδραμα ήταν όλη η εφηβική μου βίωση μες τη Φύση, λέγει ο ίδιος. Άφηνα τα πράγματα να μπάζουνε σιγά-σιγά μες στην ψυχή μου το ιδιαίτερό τους φως –απ’ το χαλίκι ώσμε τον ήλιο κι ώσμε τ’ άστρα- και βαθμιαία να τ’ ανεβάζουν απ’ τα νεύρα μου, σα λάδι, προς το λύχνο του παρθένου αυθόρμητού μου λογισμού.»

 

Στα 1901, ο νεαρός ποιητής ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε φοιτητής στη Νομική Σχολή, αλλά χωρίς να παρακολουθήσει τακτικά μαθήματα. Προτίμησε να συμπράξει, μαζί με την αδελρφή του την Ελένη και το συζυγό της Σπήλιο Πασαγιάννη, στην αναμορφωτική προσπάθεια που ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος είχε αναλάβει με τη «Νέα Σκηνή» του. Τα δυο αδέρφια εθήτευσαν για βραχύ χρονικό διάστημα στο θέατρο ως ηθοποιοί. Η ΄Ελένη μετανάστευσε πιο ύστερα και παρέμεινε για πάντα στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η νεώτερη αδερφή, η Πηνελόπη, παντρεύτηκε τον Αμερικανό Ραϋμόνδο Ντώνκαν, αδερφό της διάσημης χορεύτριας. Δοκίμασε και κείνη να σταδιοδρομήσει στο θέατρο, μαζί με τον άντρα της, στο Παρίσι και στις Ενωμένες Πολιτείες, αλλά είχε πρόωρο θάνατο (1917). Ο Άγγελος ακολούθησε τη συγγραφική κλίση του, αυτοπαιδευόμενος με ζήλο και δημοσιεύοντας από καιρό σε καιρό διάφορα ποιήματα στα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής.

 

Τα πρώτα ποιήματα του Σικελιανού δείχνουν παράταιρες επιδράσεις: από τους ρομαντικούς, τους παρνασσικούς και τους συμβολιστές. Από τη γερμανική μπαλάντα έως την αποσταγμένη σολωμική ποίηση. Από το Θεόκριτο έως το δημοτικό τραγούδι. Ο νεαρός ποιητής αφομοιώνει, θέλοντας μη θέλοντας, προτιμήσεις του καιρού και του τόπου του. Ωστόσο, στο ποίημά του «Ο Ξένος» (αφιερωμένο στο Σπήλιο Πασαγιάννη, «που ευρίσκεται στην Κέκρυρα»), μια κόρη ρωτάει ένα διαβάτη από την πόρτα του κήπου της: «Ξένε, ποιος είναι ο τόπος σου, και ποιο’ ναι τ’ όνομά σου;» Κι ο «Ξένος» την παρκαλεί να κρατήσει το φύλακα του περβολιού για να’ μπει εκείνος μέσα.

 

Κ’ έπειτα δείξε μου, ω καλή, τις αγιασμένες στράτες

που ο Σολωμός συνήθαγε ν’ ακολουθάει τα βράδια.

 

Ποιον ακριβώς συμβολισμό απέδιδε ο Σικελιανός στην ίδια του τη σύλληψη του «κήπου» και του «Ξένου», δεν μπορούμε να ξέρουμε. Αλλ’ ορισμένοι στίχοι του, σε άλλα ποιήματα «Πέτρα που ανάβρυσες νερό και γλυκομουρμουρίζεις, Ρόδο σου ευώδιαζε η καρδιά για τη δική μου αγάπη), δείχνουν ότι διέβλεπε τη σωτηρία του στο σολωμικο δίδαγμα. Τα ποιήματα του Εθνικού Ποιητή διατηρούσαν ακόμη αλώβητη τη δυναμή τους: δεν εδίδασκαν μονάχα τους κανόνες μιας ποιητικής αλλά και μυσταγωγούσαν την ηθική και τη μεταφυσική που τα είχαν γεννήσει. Ο Σικελιανός υπήρξε από τους τελευταίους που αφομοίωσαν στην ολοτητά του το δίδαγμα του Εθνικού Ποιητή. Τα μεγάλα σολωμικά θέματα: Έθνος, Γλώσσα, Ποίηση, Ελευθερία, απασχολούσαν ήδη το πνεύμα του.

Το αναγνωστικό κοινό στα χρόνια του νεαρού Σικελιανού «αξιολογούσε την ποίηση κατά το ποσό της πεζολογίας που περιείχε». Το νόθο αυτό στοιχείο την έκανε προσιτή στη λογική σκέψη. Ο Σικελιανός αισθανόταν πως η μύχια ανάγκη του να εκφράσει την ουσία των πραγμάτων δεν είχε ικανοποιηθεί από τα πρώτα του γυμνάσματα, αδιάφορο αν είχαν ελκύσει την προσοχή των ομοτέχνων του. Μολονότι είχε αποδείξει την ικανότητά του στη στιχουργία και την επιδεξιότητά του να επωφελείται από ξένους εκφραστικούς τρόπους, ανυπομονούσε να διαρρήξει τα συμβατικά καλούπια κα να δημιουργήσει το δικό του ποιητικό ιδίωμα. Ο ευγενής πόθος που γεννούσε η φυσική του κλίση προπορευόταν από τη δημιουργία του.

 

 

Οι σωτήριες επιδράσεις

«Ο ποιητής γεννάται». Τούτο σημαίνει ότι ο ποιητής είναι μια εντελέχεια. Ο υποστασιακός πυρήνας του είναι σα σπόρος δέντρου που αναπτύσσεται σύμφωνα με την οργανική μοίρα του. Τα προαισθήματα της νεότητας πραγματοποιούνται κατά την ώριμη ηλικία. Όταν μιλούμε για επιδράσεις, εννοούμε τα εξωτερικά στοιχεία που αφυπνίζουν τις δυνάμεις που λανθάνουν μέσα στην ψυχή του ποιητή. Οι επιδράσεις που ο Σικελιανός ρούφηξε στα νιάτα του από το φυσικό περιβάλλον ήταν ευεργετικές. Οι άλλες, από το φιλολογικό περιβάλλον, υπήρξαν προβληματικές. Στον έξω κόσμο, ωστόσο, είχαν παρατηρηθεί πνευματικές ζυμώσες που πήγαιναν ν’ ανατρέψουν την καθιερωμένη τάξη της λογοκρατίας και ν’ αποκαταστήσουν την πρωτόγονη αισθαντικότητα.

Το βίωμα έμελλε ν’ αφαιρέσει το πρωτείο από τη σκέψη. Οι στοχαστές που είχαν ενσαρκώσει το πνεύμα της αλλαγής οναμάζονταν Φρειδερίκος Νίτσε, Ουίλλιαμ Τζαίημς, Ερρίκος Μπερξόν, και αριθμούσαν ήδη πολλούς οπαδούς τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα. Ανάμεσα στους ξένους λογοτέχνες που είχαν ενστερνισθεί το νιτσεϊσμό, το βιταλισμό και τον μπερξονισμό συγκαταλέγονταν ο Μωρίς Μπαρρές, ο Πωλ Κλωντέλ και ο Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο. Το παράδειγμά τους δεν άφησε ασυγκίνητους τους Έλληνες συγγραφείς. Ειδικότερα ο Ντ’ Αννούντσιο έθεσε τη σφραγίδα του στις δημιουργίες τριων ομήλικων ποιητών που εμφανίστηκαν στα ελληνικά Γράμματα στις αρχές του αιώνα.: του Νίκου Καζαντζάκη (γεν. 1883), του Κώστα Βάρναλη (1883) και του Άγγελου Σικελιανού (1884).

Η επίδραση του Ντ’ Αννούντσιο στον Καζαντζάκη έγινε φανερή στο νεανικό του αφήγημα,  Όφις και κρίνο (1906). Στο Βάρναλη θα την ανίχνευε κανείς δυσκολώτερα, αν δεν την ομολογούσε ο ίδιος στα Φιλολογικά Απομνημονεύματά του. Στο Σικελιανό, ο Ντ’ Αννούντσιο έδωσε το λυτρωτικό σείσμα για ν’ αποδεσμεύσει το διανυσιασμό του και να λυτρωθεί με τον Αλαφροϊσκιωτο. Ο Ιταλός ποιητής σαγήνευσε τον Έλληνα με την αρχαιολατρία του και του προμήθευσε ένα υπόδειγμα δημιουργίας με το μακρό λυρικό του ποίημα Laus vitae. Ο Ντ’ Αννούντσιο, που για πολλούς λόγους έχει υποτιμηθεί στα χρόνια μας, είχε κατορθώσει κατά το πρώτο τέταρτο του αιώνα, να επιβάλει τον προσωπικό μύθο του, ακόμα και σε άνδρες με χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από το δικό του. Ο Πωλ Βαλερύ λ.χ τον χαιρετούσε σε μιαν επιστολή του ως την «απόλυτη προσωπικότητα του Ποιητή, δηλαδή του Όντος που εναντιώνεται στο χρόνο». Μορφή τόσο ελκυστική ήταν φυσικό να γοητεύσει το Σικελιανό. Η ελληνολατρία εξάλλου, έφερνε τον Ιταλό ποιητή κοντά στον ιδανικό ανθρώπινο τύπο που ενσάρκωνε ο Περικλής Γιαννόπουλς (1869-1910) ο «απόγονος των αρχαίων εφήβων», άλλο ίνδαλμα του Σικελιανού. Όσο για την επίδραση του Κωστή Παλαμά, που θα την περίμενε κανείς κυριαρχική, αυτήν ακριβώς όφειλε να υπερνικήσει ο νεαρός ποιητής για να φτάσει στον καθαρό λυρισμό του  Αλαφροϊσκιωτου. Ο Παλαμάς έμελλε να κατακτήσει αργότερα τη συνείδηση του Σικελιανού ως ο «άγιος» των γραμμάτων μας... Αλλά προκειμένου για «επιδράσεις», τι μπορεί να ξέρει ένας μελετητής που έρχεται έναν αιώνα περίπου ύστερα από τα γεγονότα; Εκείνο που ήταν τότε αυτόδηλο, για να το ανακαλύψεις σήμερα, οφείλεις ν’ αναπλεύσεις τον ποταμό του χρόνου.

  συνεχίζεται

  για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ