αφιερώματα

 
 

για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ

 

Μήνας αφιερωμένος στον Άγγελο Σικελιανό.

 

Οι σελίδες αυτές έχουν σκοπό να παρουσιάσουν τη ζωή και το έργο των ποιητών μας, στον αιώνα που πέρασε. Μια ολοκληρωμένη παρουσίαση είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, προϋποθέτει μελέτη, ψάξιμο, φιλολογική ματιά και συγκριτική μεθοδολογία. Οι σελίδες αυτές είναι καταδικασμένες να τραβήξουν πάνω τους τ’ αρνητικά σχόλια των παρατηρητών, μια και ούτε τις απαραίτητες γνώσεις διαθέτω, ούτε ο χρόνος και ο τόπος (Βρίσκομαι στην Πάρο για τους καλοκαιρινούς μήνες) μου επιτρέπουν μια συστηματική έρευνα. Θα είναι λοιπόν μια παρουσίαση γεμάτη παραλείψεις, αλλά έστω κι έτσι ελπίζω να καταφέρω να κάνω γνωστά κάποια στοιχεία για την προσωπικότητα των ανθρώπων που χρόνια φέρνουμε τ’ ονομά τους στα χείλη μας, και καταφεύγουμε σ’ αυτά, κάθε που θίγεται η ενθική μας περηφάνεια.

Τι ακριβώς θέλω να κάνω δεν έχω ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου, αλλά η σκέψη μιας online σπουδής, μιας πνευματικής περιπλάνησης γεμάτης παγίδες, επιστροφές και επανεξετάσεις, αυτοαναίρεση και επιβεβαίωση και κυρίως μιας εκτεθειμένης στα μάτια του αναγνώστη προσπάθειας αυτοβελτίωσης, με ελκύει.

Για τον λόγο αυτό, θα είμαι ευγνώμων σε οποιονδήποτε διαθέτει υλικό και γνώσεις που μπορεί να μου διαθέσει για τ’ αφιερώματα, είτε επώνυμα είτε ανώνυμα, κι ελπίζω το εγχείρημα αυτό να είναι η απαρχή στο άνοιγμα ενός νέου τύπου «σχολείου», όπου δάσκαλος θα γίνεται ο μαθητής και αντίστροφα, με τη συμμετοχή όλο και περισσότερων ενδιαφερομένων.

Προσωπικά, κάθε φορά που αναφέρεται το όνομα ενος σημαντικού ανθρώπου των γραμμάτων που έτυχε να μη γνωρίζω, αισθάνομαι άβολα και όλο και πιο ανάξια για να κουβαλήσω πάνω μου τις ιδιότητες που οι άνθρωποι έχουν την τάση να αποδίδουν στον κάθε που έβαλε δυο αράδες σε μια σειρά και εξέδωσε ένα βιβλίο. Δεν είμαι συγγραφέας, δεν είμαι ποιήτρια, και το χειρότερο απ’όλα δεν είμαι γνώστης. Μια ανήσυχη ψυχή είμαι μόνο που προτίμησε, αντί για να ονειρεύεται μ’ ένα πλεκτό στα χέρια, να πλέξει με τη σκέψη γεμάτη κόμπους, τσαπατσουλιές και ξηλώματα, ένα τραπεζομάντηλο που στο ξεκίνημα του ακόμα, έφτασα να το βλέπω σαν ουτοπία. Είδωμεν. Η πρόκληση είναι πάντα εκεί. Και οι έμπειροι πλέχτες και πλέκτριες ας θυμούνται πως δεν το προορίζω για πούλημα, αλλά σαν διαχρονικό μήνυμα αγάπης προς το εγγόνι μου.

Ας με βοηθήσουν λοιπόν με τα λάθη μου.

 

                                                                     Μπάλιου Ελένη.

 

 

 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ.

 

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Παντελή Πρεβελάκη, που εξέδωσε το (Μορφωτικο Ίδρυμα Ενθικής Τραπέζης, το 1990).

 

 

« ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

.........................

Τον Σικελιανό τον πρωταντάμωσα στις Δελφικές Εορτές του 1927, μέσα στο ιερώτερο τοπίο του κόσμου. Εκείνος ήταν στην ακμή της ηλικίας και ενσάρκωνε την ιδέα του Ποιητή. Εγώ ήμουν ένας άπραγος νέος, με μόνο το θαυμασμό μου ως εφόδιο για να τον πλησιάσω. Με τη γνωστή γενναιοφροσύνη του, μου προσέφερε  ευθύς τη φιλία του, που την ανταπέδωσα με ενθουσιασμό. Στα μετέπειτα χρόνια, όσο βρισκόμουν στην ξενιτιά για σπουδές, ανταλλάξαμε μερικά γράμματα, και παρακολούθησα από μακριά τις περιπέτειες του βίου του και την ποιητική δημιουργία του. Η επικοινωνία μας έγινε αμεσώτερη μετά το 1937, όταν είχαμε και οι δυο κατοικία στην Αθήνα. Ο Σικελιανός διατηρούσε ακόμα την ελπίδα ν’ αναστήσει τις Δελφικές Εορτές, και από τη δημόσια θέση που κατείχα του παραστάθηκα στις προσπάθειές του. Στα 1939 μου έκαμε την τιμή να μου αφιερώσει το ποιήμά του «Το Χρονικό μιας Πολιτείας», ως ευλογία στο πρώτο μου πεζογράφημα. (σημείωση αντιγραφέως: Αχ, τυχεροί όσοι πρόλαβαν εν ζωή,  τη γεναιοφροσύνη των δημιουργών).

Κατά τον πόλεμο, την Κατοχή και τον Εμφύλιο, το πατριωτικό μας φρονημα μας έφερε πιο κοντά. Τότε άρχισα να καταγράφω εντυπώσεις και κρίσεις, που γρήγορα αποτέλεσαν ογκώδη φάκελο, με το σκοπό να συντάξω μια πραγματεία για το βίο και το έργο του. Ο φάκελος φέρει ως χαρακτηριστική επιγραφή τους στίχους του Χαίλντερλιν που ο Παυσανίας (ο μαθητής) απευθύνει στον Εμπεδοκλή (Το δασκαλό του)

 

Ω, μάθε απ’  την αγάπη μου ποιος είσαι

κι αναλογίσου τι ήσουνα και ζήσε.

 

Το συγγραφικό μου σχέδιο υπήρξε από την αρχή μεγαλεπήβολο, και τούτο στάθηκε η ατυχία του. (σ.α. Προς γνώση και συμμόρφωση)

Η προθεσή μου δεν ήταν να πλάσω ένα άγαλμα, αλλά να περιγράψω με φιλοδίκαιο πνεύμα τον αγώνα του ποιητή και να ερμηνεύσω το έργο του. Όταν ο θανατός του κατέστησε το βλέμμα μου ευλαβέστερο, ένιωσα πως ο χρόνος που μου έμενε να ζήσω θα ήταν ανεπαρκής για να εκπληρώσω το χρέος μου. Γιατί κάθε μέρα που μας φέρνει πιο κοντά στον τάφο, αυξάνει το συναίσθημα της ευθύνης. Μια νέα απαίτηση ανακόπτει την τόλμη μας. Να συμπεράνεις για ένα ποιητή με το ανάστημα του Σικελιανού, μου φαίνεται σήμερα απερισκεψία. Η μελέτη των καταλοίπων του ενίσχυσε τους δισταγμούς μου. Εδώ εφαρμόζεται το ρητό: «Ο βίος βραχύς, η τέχνη μακρά».

Ευνοϊκές περιστάσεις ωστόσο, με ώθησαν να παρουσιάσω τρία κεφάλαια της βιογραφίας του Σικελιανού, τα δυο από το βήμα της Ακαδημίας, το τρίτο από το βήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο αναγνώστης που θα τα βρει εδώ συγκεντρωμένα, γνωρίζει ήδη απ’ όσα εξέθεσα ότι δεν είναι γεννήματα της μιας ή της άλλης ευκαιρίας, αλλά αποστάγματα μακράς σπουδής και ανεξάλειπτων βιωμάτων.  Η εκδοσή τους ας θεωρηθεί ως μνημόσυνο του Ποιητή για τα εκατό χρόνια από τη γεννησή του. (σ.α. Θυμίζω πως το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 1990)

 

.........................................................................

Ένα άλλο περιστατικό εστάθη και κείνο ικανό να μου καταδείξει την κρισιμότητα του έγου που σχεδίαζα. Ένα πρωί που ο Σικελιανός με επισκέφτηκε στο σπίτι μου (στην οδό Μονής Αστερίου 8), μου διηγήθηκε τ’ ονειρό του της περασμένης νύχτας, όπου είχε δει δυο άλογα, «το μαυροχήτη Αρίωνα και τον ξανθό Δημογοργόνα», να τριποδίζουν στο δρόμο της Ελευσίνας. Το όνειρο δεν είχε ακόμα μετουσιωθεί σε ποίημα. Χωρίς να πω λέξη, πήρα από τη βιβλιοθήκη μου ένα βιβλίο και του έδειξα το Δυο άλογα του Giorgio de Chirico, το ένα μαύρο, το άλλο λευκό, που βαδίζουν με αναμαλλιασμένες χαίτες στην Ιερά Οδό, με φόντο την Ακρόπολη των Αθηνών. Ο Σικελιανός έμεινε μια στιγμή άναυδος. «Πώς είναι δυνατό; Αυτά ακριβώς τα άλογα είδα στ’ ονειρό μου!» Όπως είναι γνωστό, το ποίημα «Αττικό» που γεννήθηκε υπό αυτές τις περιστάσεις μου έκαμε την τιμή να μου το αφιερώσει. Αναβάτες των αλόγων είναι ο Ποιητής και ο «αδελφός» του.

 

Δεν θα παρασυρθώ ν’ αφηγηθώ τα περιστατικά που συμβολίζουν την ιερότητα μιας πνευματικής σχέσης όπου «εισπνήλας» υπήρξε ο Ποιητής και «αίτας» ένας θαυμαστής του. (σ.α. αϊτας, διότι δεν ξέρω πως δουλεύουν τα διαλυτικά μαζί με τόνο στο πληκτρολόγιο».

Πολλά απ’ όσα αποσιωπώ τα γνωρίζει η Άννα, και πιθανώς θα τα συμπεριλάβει στα Απομνημονεύματα που συντάσσει με ευλάβεια. Θα ήθελα ωστόσο να περισώσω ένα από τα ρήματα του Σικελιανού, επειδή εκφράζει τη ρομαντική του ψυχή. «Όταν γράφω, όλο μου το είναι φιλοτιμείται σα να πρόκειται περί ζωής ή θανάτου» μου εκμυστηρεύτηκε κάποτε. Αυτή η ένταση ιδιάζει πράγματι στο ρομαντικό δημιουργό. Ο κλασικός σταματάει εδώθε από τις δυνατοτητές του και τούτο όχι από ραθυμία, αλλά από ένα είδος ταπεινοφροσύνης, που ισοδυναμεί με αίσθηση του μέτρου.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Σικελιανός αναγνωρίστηκε ως «ρομαντικός» από την ώρα που δημοσίευσε τον Αλαφροϊσκιωτο.

«Τι είναι ο Αλαφροϊσκιωτος; Αναρωτήθηκε ο Βλάσης Γαβριηλήδης.

–Είναι η νέα ποίησις (...), (σ.α . Πολλά λείπουν τελικά απ’ αυτό το πληκτρολόγιο. Ούτε τις αγκύλες ούτε την άνω τελεία δεν έχει),

Δροσοβολούσα και μυροβολούσα και ακάθεκτος και ακανόνιστος και παλαβή (...), ένα όμορφο χάος παρθένου νεοελληνικής ψυχής από το οποίον κάποιος ήλιος θα ξεκαμπίσει μια μέρα.»

Η φυσική εμφάνιση του Σικελιανού ομολογούσε προς τον εσωτερικό του κόσμο. Σε παλιότερο κείμενό μου, έγραφα κατά την έκτη επέτειο του θανάτου του: Οι αυριανοί θιασώτες της ποιησής του θα σκύψουν δίχως άλλο πάνω στις προσωπογραφίες του και θ’ αναζητήσουν το συναίσθημα του θαυμασμού που εμείς δοκιμάζαμε όταν τον αντικρίζαμε. Αυτό το υψηλό καθαρό μέτωπο, που τον κάνει να μοιάζει τον  Προφήτη Ιωήλ του Μιχαηλάγγελου, θα υποβάλλει πάντα την ιδέα της μεγαλοφυϊας. Ο τρόπος που κρατούσε το κεφάλι του πάνω στο στιβαρό του λαιμό. Το ιερατικό του παράστημα Το χαμόγελο που αποτυπώθηκε στη νεκρική προσωπίδα του – όλα αυτά θα μαρτυρούν συναίσθημα, εκείνο που θα τον ξαναφέρει ανάμεσά τους με όλο τον παλμό της ζωής, οι μεταγενέστεροι θα έχουν να το αναζητήσουν μέσα στην ίδια την ποιησή του: στην εξαρσή της, στη μεγαλοδωρία της, ακόμα και στην αναπνοή που απαιτεί η εκφωνησή της. Η ποίηση του Σικελιανού θα τους μεταδώσει κάποτε και την αίσθηση από τη φυσική επιβολή του: στα ποιήματα λ.χ «Το βρέφος» και « Ελληνικός νεκρόδειπνος», ο Σικελιανός αυτοπαρουσιάζεται να άρχει σε μια τελετή και σ’ ένα συμπόσιο και να τολμά πράξει –σύμβολα, όπως την ώρα εκείνη που έβαλε τον ώμο του κάτω από το φέρετρο του Παλαμά. Την άναμνηση του Σικελιανού την διατρέχει ο ήχος της φωνής του. Ο ίδιος θεωρούσε τη φωνή του ανθρώπου ως το καθαυτό σήμα της παρουσίας του. Είχε φωνή καθαρή και ισχυρή, όπως απαιτούσαν στην αρχαιότητα από τον Ελευσίνειο ιεροφάντη. (σ.α. Τώρα αν το πω, θα με πείτε πάλι κολλημένη. Διαισθητική σε σχέση με όλ’ αυτά ήταν και η αναγνώριση του Γιώργου Πήττα, ευχαριστώ κύριε Πρεβελάκη που μ’ έβγαλες απ’ τη δύσκολη θέση, να εξηγώ κάθε φορά γιατί έδωσα τόσο βάρος στην παρουσία αυτού του νέου ποιητή «ενω άλλοι», έχουν πει σπουδαιότερα. Μα γιατί σημασία τελικά έχει, όχι τόσο τι λέει κανείς, αλλά πως τα βίωσε και πως τα λέει, έτσι που να ξυπνά μέσα μας την πίστη στην αξία του λόγου. Οπς, συγνώμη παρασύρθηκα...)

 

Λαμπρή η φωνή μου και μεστή κι ολοένα πιο ψηλώνει,

Αλλά η αχώ του θόλου Σου βροντή τη μεγαλώνει!

 

Η αυτοπεποίθηση και ο πόθος του να εξουσιάζει το ακροατηριό του, τον έκαναν συχνά να δείχνει τα φυσικά δώρα του. Ήτανε μια απόλαυση να τον ακούς ν’ απαγγέλει τα ποιηματά του, αισθησιακή και πνευματική. Αισθησιακή, γιατί το στήθος του παλλόταν σαν την καμπάνα της «Παναγίας της Σπάρτης», πνευματική, γιατί στα χείλη του οι λέξεις αποχτούσαν μεγαλύτερο βάρος και μεστότερο νόημα.

Με την απαγγελία του, η ποίησή του αποκάλυπτε την ίδια την ψυχή της γλώσσας μας και κατ’ ακολουθία την ίδια την ψυχή του λαού μας. Ο ενθουσιασμός και η αγαλλίαση συνεπαίρναν τότε το ακροατήριο, ακόμα και σε περιστάσεις που απαιτούσαν τη σιωπή. Ποιος θα λησμονήσει τα χειροκροτήματα που σκέπασαν την τελευταία στροφή από τον επικήδειο χαιρετισμό του Μαλακάση μέσα στην εκκλησία του Α΄ Νεκροταφείου; Αγκαλά ο λαός μας, ο εραστής του ωραίου, είχε προσφέρει και στο Διονύσιο Σολωμό την ίδια επιδοκιμασία όταν είχε εκφωνήσει τον επιμνημόσυνο λόγο του για το Φώσκολο στην εκκλησιά των Λατίνων στη Ζάκυνθο.

Το γενναίο πνεύμα που φανερωνόταν με την απαγγελία του Σικελιανού, ήτανε το πνεύμα που κατοικούσε μέσα του. Η ποιητική δημιουργία ισοδυναμούσε για κείνον με εκπλήρωση φυσικής επιταγής. Η ανάλυση των σκοπών της ποίησης  και μεθόδων της ποιητικής που επιχειρούσαν οι νεώτεροι, μολονότι τραβούσε το ενδιαφέρο του και κάποτε τον μαγνήτιζε με τα ευρήματά της, κατά βάθος του φαινόταν στενόκαρδη και ματαιόσπουδη. Η αυθόρμητη φύση του απόστεργε τον προγραμματισμό και την περιτέχνηση:

 

«Ένα μονάχα μένει Δαίδαλε...Να νοιώθεις

τη δυναμή Σου, όπως ετούτη τη σφραγίδα,

βαθιά να μπαίνει μες στη σάρκα των πραγμάτων...»

 

Μίλησα για ένα Σικελιανό που προσφερόταν στην κοινή θέα. Αλλά το κύριο βιωμά του, που υπήρξε ο έρωτας, δε φανερώθηκε παρά σε προνομιούχους αποδέκτες. Ο έρωτας είναι το μεγάλο μυστικό που ο άντρας παραδίδει στη γυναίκα της εκλογής του, ενώ για όλους τους άλλους το εμφανίζει μεταμφιεσμένο. Ο λόγος μας θα ήταν ελλιπής αν δεν αγγίζαμε αυτό το βασικό θέμα. Ο Σικελιανός λυτρωνόταν με τον έρωτα όσο τουλάχιστο με την ποίηση. Ο έρωτας ήτανε για κείνον όργανο ολικής γνώσης, μέσο υπέρβασης της μοίρας των θνητών και πρόσβασης στη θεότητα. Ο έρωτας για το θήλυ δεν αντιβάλλεται εδώ προς τον έρωτα της δημιουργίας. Οι δυο έρωτες έχουν κοινή ρίζα. Από τη συλλειτουργία τους μέσα στην ψυχή του Ποιητή παράγεται η διονυσιακή μέθη που εκμηδενίζει το εγώ και εξισώνει τη ζωή με το θάνατο. Ο Διγενής που πεθαίνει θέλει να πάρει μαζί του στον Κάτω Κόσμο τη Βδοκιά του.

 

Ο μεγαλοφυής άνθρωπος που αναπολούμε και που δε δίσταζε ν’ αυτονομάζεται «θεός», λαβώθηκε μέσα στην καρδιά γύρω στα εξήντα του χρόνια. Ώρες-ώρες έχανε το φως του, μια σκοτεινή δύναμη καταπονούσε το πνεύμα του. «Είδα το απόλυτο μαύρο» είπε μια μέρα σ’ ένα επισκέπτη του. Ο έμπιστος του κοσμικού θελήματος, ο θυρσοφόρος του διονυσιακού οργίου, ο ερμηνευτής των δελφικών χρησμών δεν υπόφερε λιγότερο από τον κοινό άνθρωπο. Αλλά την ποιητική δημιουργία δεν την εγκατέλειψε. Στο Διγενή και στον Ασκληπιό μεθερμήνευσε με περιώδυνη προσπάθεια τη δοκιμασία του. Η καρδιά του έπασχε, αλλά η θελησή του παρέμεινε ακαταδάμαστη. Η έννοια «θυσία των ταγών» που είχε ανέκαθεν απασχολήσει το πνεύμα του, έπαιρνε στα ύστερα χρόνια του συγκεκριμένη μορφή από ειρωνία της Μοίρας. Όσοι είχαν το προνόμιο να τον επισκέπτονται εκείνα τα δίσεχτα χρόνια καταθέτουν από χρέος τη μαρτυρία τους για τον αγώνα του να σταθεί άξιος του πεπρωμένου του.

 

 (Σταματώ εδώ,  για να δώσουμε και την ευκαρία στους αναγνώστες μας, να μας στείλουν κάποιο από το υλικό που ίσως διαθέτουν, για να μπει σαν πρόσθετη πληροφορία στα ανωτέρω. Στο μεταξύ αν κρίνετε την όλη προσπάθεια «ως ατυχή έμπνευση» να μου πείτε να σταματήσω. Γιατί αν δεν το κάνετε, θα συνεχίσω. Προσεχώς ο επίλογος του Προλόγου)

 

συνεχίζεται

 

 

για να αποθηκεύσετε αυτό το κείμενο, κάντε κλικ

 


last updated17/01/2004 01:42:44 πμ
c